Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

Γέροντας Αρσένιος ο Σπηλαιώτης(αφιέρωμα)


Γέρων Αρσένιος Σπηλαιώτης (1886-1983)
Μέσα σε λίγες σελίδες δεν είναι εύκολο να σκιαγραφήσεις τον βίο και την πολιτείαν ενός μεγάλου ασκητού του μεγέθους του αειμνήστου Γέροντος Αρσενίου. Στην καταγωγή ήταν Πόντιος. Σε νεαράν ηλικία πυρομένος από θείο ζήλο αναχωρεί με τα πόδια από τη Ρωσία μέχρι τη Βασιλεύουσα και από εκεί με πλοίο καταφθάνει στους Αγίους Τόπους, όπου αόκνως υπηρέτησε σχεδόν μία δεκαετία στον Πανάγιον Τάφο και σε άλλα προσκυνήματα.

Εκεί κατά θείαν οικονομία γνωρίστηκε με τον γνωστό μεγάλον ασκητή της Αιγίνης, Ιερώνυμο από τον οποίον διδάχτηκε και τα πρώτα ανώτερα μαθήματα της ασκητικής ζωής. Αλλά η διψασμένη εκείνη ψυχή, πυρομένη από τον ένθεον έρωτα λέγοντας μετά του Δαυΐδ: «εδίψησέ σε η ψυχή μου εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω», άφησε τους θορύβους του κόσμου και μετέβη στον Άθωνα, στο Αγιώνυμο περιβόλι της Θεοτόκου.
Παραδομένος στο Πανάγιο Πνεύμα σαν σε πρώτο σταθμό έμεινε λίγα χρόνια στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα όπου και έλαβε το άγιο σχήμα μετονομασθείς σε Αρσένιον από Ανατόλιος όπου ονομάσθη με ρασοευχή στα Ιεροσόλυμα. Εκμεταλλευόμενος το ιδιόρρυθμο σύστημα της μέχρι τότε λειτουργούσης Μονής, προέβη σε σκληρούς και ανώτερους αγώνες. Όμως η δίψα της ασκήσεως πολύ σύντομα τον ώθησε κατόπιν πληροφορίας άνωθεν να εγκαταλείψη τη μοναστηριακή ζωή και να μεταβή στην ακρώρειαν του Όρους αναζητώντας ανώτερους ασκητές όπου με την διδαχή και το παράδειγμα τους οδηγούν εις την τελειότητα.
Βλέποντας ο Κύριος, τον ειλικρινή πόθον του δεν άργησε να του φανερώση το ποθούμενο. Και το ποθούμενο ήταν ένας άλλος νέος, ο οποίος έψαχνε ακριβώς για τον ίδιο σκοπόν και με τον ίδιον πόθο. Οι δύο αυτοί νέοι για πρώτη φορά συναντήθηκαν ψηλά εκεί πάνω στην αγία κορυφή του Άθω. Και όπως ο μαγνήτης έλκει και ενώνεται με το σίδηρο, κατ΄ αυτόν τον τρόπο το Πανάγιον Πνεύμα είλκυσε τον ένα προς τον άλλο. Έκτοτε ενωμένοι τω Πνεύματι παρέμειναν οι δύο νέοι αχώριστοι κατά την υπόσχεση που έδωκαν μεταξύ τους μέχρις ότου τους εχώρησε ο θάνατος.
Ο άλλος νέος ήταν ο μεγάλος μετέπειτα νηπτικός ασκητής του 20ου αιώνος Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο οποίος τότε με το λαϊκό του όνομα λεγόταν Φραγκίσκος Κώττης. Οι δύο αυτοί νέοι έκτοτε ωσάν μέλισσες μάζεψαν ότι το πιο εκλεκτό είχε τότε η έρημος του Αγίου Όρους προκειμένου να τρυγήσουν τους γλυκύτατους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Γνωρίστηκαν πρώτα με τον φημισμένο Γέροντα Δανιήλ τον Κατουνακιώτη, με τον Καλλίνικον τον Ησυχαστή, με τον Γεράσιμο, με τον Ιγάτιο και όσα άλλα εύοσμα άνθη της ερήμου. Γράφει σε μία επιστολήν ο αείμνηστος Ιωσήφ:«τα σπήλαια ολοκλήρου του Άθωνα με εδέχοντο επισκέπτην, βήμα προς βήμα… ίνα εύρω πνευματικόν να με διδάξη ουράνιον θεωρίαν και πράξιν».
Έτσι λοιπόν ψάχνοντας βρήκαν και και το εκλεκτώτερο ρόδο της ερήμου τον παπα-Δανιήλ τον Ησυχαστήν εκεί ψηλά στη σπηλιά του Αγίου Πέτρου. Ο ασκητής αυτός λειτουργούσε κάθε βράδυ μεσάνυχτα και η λειτουργία κρατούσε 3-4 ώρες, διότι από την πολλήν κατάνυξη και αίσθηση του μυστηρίου η λειτουργία γινόταν με πολλές διακοπές και πάντοτε το έδαφος γινόταν λάσπη από τα πολλά δάκρυα. Ο Γέροντας αυτός ήταν προικισμένος με πολλά χαρίσματα μεταξύ των οποίων και το προορατικό χάρισμα. Ζούσε με συνεχή ξηροφαγία και μονοφαγία όλο το έτος. Απ΄ αυτόν οι δύο ασκητές Ιωσήφ και Αρσένιος παρέλαβαν την τάξιν της μονοφαγίας και ξηροφαγίας, αλλά και την τάξιν της παντοτινής αγρυπνίας.
Στο διάστημα της αγρυπνίας ο Γέρων Αρσένιος καθώς ο ίδιος μου ομολόγησε έβγαζε επί πολλά χρόνια 3.000 γονυκλισίες κάθε βράδυ και η υπόλοιπη αγρυπνία γινόταν με ορθοστασία. Όσο για ανάπαυση για πολλά χρόνια κρεββάτι δεν φιλοξένησε τους δύο ασκητές. Μετά την ολονύχτια κοπιαστική αγρυπνία επρόσφεραν λίγο φόρο στο σαρκίον καθήμενοι σε σκαμνάκι.
Όσο για φαγητό; Καθημερινά μονοφαγία, το δε κυριότερο γεύμα παξιμάδι μάλιστα πολλές φορές μουχλιασμένο και σκουλικιασμένο. Το Σαββατοκυρίακο, αν έβρισκαν, έτρωγαν και οτιδήποτε άλλο εκτός κρέατος, αλλά και πάλιν άπαξ (μονοφαγία)
Πέραν αυτών ο Γερο-Αρσένιος επεμελείτο και τις χειρονακτικές εργασίες. Ζώντας τα πρώτα χρόνια εκεί ψηλά στα βράχια του Αγίου Βασιλείου, ανεβοκατέβαινε 1-2 ώρες απότομο ανήφορο ανεβάζοντας προμήθειες όχι μόνο για τους εαυτούς τους αλλά και για όλους τους ασκητές. Κουβαλούσε στους ώμους πέτρες και διάφορα υλικά για την συντήρηση και επισκευή των λιθόκτιστων καλύβων και πεζουλιών.
Επειδή τα έργα αυτά είναι ανώτερα των ανθρωπίνων δυνάμεων, ρωτώντας κάποτε τον παππού, μου ομολόγησεν, ότι μόλις έβαζε μπροστά την ευχή του Γέροντα το φορτίο ξελάφρωνε και μια ανώτερη δύναμη τον έσπρωχνε, ώστε με μεγάλη ευκολία ανέβαινε εκείνο τον ανήφορο και μάλιστα μέσα στο λιοπύρι του καλοκαιριού, με την ευχή αδιάλειπτη στα χείλη.

Όσο για περιβολή; Για πολλά χρόνια οι δύο ασκητές, χειμώνα καλοκαίρι, ζούσαν ρακένδυτοι και ξυπόλητοι σε βαθμό, που πολλοί τους θεωρούσαν «σαλούς». Δεν ήσαν σαλοί κατά κόσμον, αλλά δια Χριστόν. Γι΄ αυτούς άρμοζε ο λόγος του αποστόλου: «περιήλθον εν μηλωταίς εν αιγείοις δέρμασιν, υστερούμενοι, κακουχούμενοι, ων ουκ ην άξιος ο κόσμος· εν ερημίαις πλανώμενοι και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γής (Εβρ. ια΄ 37-38).
Οι δύο μεγάλοι αυτοί ασκητές, αφού έζησαν σχεδόν είκοσι χρόνια εκεί ψηλά στη σκήτη του Αγίου Βασιλείου, το 1938 απόφάσισαν να κατέβουν χαμηλώτερα στη Μικρά Αγία Άννα μαζί με μια μικρή συνοδεία που ήδη προσκολλήθηκε κοντά τους. Εκεί παρέμειναν μέχρι το 1953. Μετά το ᾽53 μετέβησαν ακόμα πιο χαμηλά στη Νέα Σκήτη. Ο μεγάλος ασκητής Ιωσήφ ήδη απήλθε προς τα ουράνια το 1959. Δεν αξιώθηκα να τον γνωρίσω. Αξιώθηκα όμως το 1964 να πρωτογνωρίσω το Γέροντα Αρσένιο. Η αρετή του αειμνήστου Γέροντα μου Παπα Χαραλάμπους, υποτακτικού τότε του Γέροντος Αρσενίου, αλλά και θείου και αναδόχου του κατά σάρκα, θεία χάριτι με σαγήνεψαν ώστε έκτοτε να παραμείνω μαζί τους μέχρι της οσίας τελευτής τους.


Με τον Γέροντα Αρσένιον έζησα δεκαοκτώ συναπτά έτη. Εγνώρισα την αρετή του· τους πλούσιους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, αγάπη, χαρά, ειρήνη κ.λ.π., αλλά προ πάντων την μακαρίαν απλότητα και ακακία, την ευθύτητα, την ειλικρίνεια και τη μεγάλη ταπείνωση, το μεγάλο αγωνιστικό φρόνημα κ.ά.
Επιλήψει με ο χρόνος διηγούμενον περί της θαυμαστής ζωής του μεγάλου αυτού ασκητού. Όμως ο χώρος δεν επιτρέπει. Εν κατακλείδι, παραθέτω σπαράγματα από τον πρόλογον του βιβλίου «Γέρων Αρσένιος Σπηλαιώτης», από ένα άλλο εκλεκτό μέλος της συνοδείας του, τον αείμνηστον Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινόν:

«Για τον Γέρο Αρσένιον, ισχύει το ευαγγελικό ‘’ίδε αληθώς Ισραηλίτης εν ω δόλος ουκ έστι’’ Ήτο εκ φύσεως ευθύς, απλός, άκακος, πράος, υπήκοος και κατ΄ εξοχήν, σπάνιος αγωνιστής και ακτήμων. Όταν αγρυπνούσε, από βραδύς ξεκινούσε με χιλιάδες γονυκλισίες και ολονύκτιον ορθοστασίαν μέχρι να ξημερώση. Πολλές φορές ο παππούς αυτός δεν εννοούσε να ξεκολλήση από την ευχήν. Πλησιάζαμε στο παράθυρο. Ήταν μεταρσιωμένος.
- Γέροντα ήλθε η ώρα της δουλειάς, και ο παππούς αφού συνερχόταν απαντούσε με απλότητα
- Ξημέρωσε κιόλα;»
Με τον άγιον αυτόν παππού έζησα τρία χρόνια στην Νέα Σκήτη· δώδεκα στο Χιλανδαρινό κελλί «Μπουραζέρι» και τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του στην ευαγή Ιερά Μονή Διονυσίου, όπου λόγω λειψανδρίας προσκλήθηκε ο αείμνηστος Γέροντάς μου Παπα Χαράλαμπος να την στελεχώση αναλαμβάνοντας και τα σκήπτρα της ηγουμενίας. Η Μονή αυτή τιμάται επ΄ ονόματι του Τιμίου Προδρόμου.
Σ΄ όλα του τα χρόνια ο Γέρων Αρσένιος είχε προστάτην τον Μέγαν Πρόδρομον. Εκεί λοιπόν στη Μονή πλήρης ημερών με οσιακό τέλος αφήκε την τελευταία του αναπνοή στις 2/15 Σεπτεμβρίου του 1983 στα χέρια του Βαπτιστού Ιωάννου. Αιωνία αυτού η μνήμη.
Ας έχουμε την ευχήν του
Ιωσήφ Μ.Δ.
(vatopaidi.wordpress.com)

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ
Η Καταγωγή του
Ο Γέροντας Αρσένιος καταγόταν απο τόν δοξασμένο Πόντο, οπου γεννήθηκε το 1886. ·Ητο γόνος πολυμελούς καί ευσεβούς οίκογενείας. Στό βάπτισμά του έλαβε το όνομα Αναστάσιος. Στήν ηλικία των 12 ετων υπέμεινε τόν σκληρό καί βίαιο εκπατρισμό, μαζί μέ ολους τούς Ελληνες του Πόντου. Οι αλλεπάληλες πιέσεις των Τούρκων, οι λεηλασίες, οι διώξεις, οι νυκτερινές έφοδοι καί έρευνες στά σπίτια τους, στό τέλος καί ο εκπατρισμός τους στήν Ρωσία, ήσαν οι πρώτες παιδικές του αναπάντεχες καί σκληρές περιπέτειες.
Εκει, λοιπόν στήν νότιο Ρωσία, έζησε τά υπόλοιπα νεανικά του χρόνια. ΄Οπως είναι φυσικό, σέ τέτοιες Εθνικές συμφορές καί αναγκαστικές μεταναστεύσεις δέν έτυχε κάποιας θύραθεν παιδείας. Είχε λάβει ομως, σάν ασύλητο θησαυρό τήν πατρώα ευσέβεια. Αγαπούσε τήν Εκκλησία καί τίς ιερές Ακολουθίες. Αγαπούσε τήν μελέτη των κατορθωμάτων των Αγίων της Εκκλησίας μας. Εδιάβαζε τούς Βίους τους στά ποντιακά. Εγνώριζε ακόμη πολύ καλά καί τά τουρκικά, τήν γλωσσα πού διδάχθηκε στό δημοτικο σχολείο του χωριού του. Ερχόμενος στήν Ρωσία έμαθε καί τά ρωσικά.
Διαβάζοντας έμαθε γιά τήν Παλαιστίνη καί τούς Ασκητές της, γιά τούς Τόπους, οπου έζησε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Γι’ αυτό, παρά τήν νεαρά του ηλικία, απεφάσισε να μεταβη στήν Παλαστίνη καί ν’ αφιερωθή στά εκει Ιερά Προσκυνήματα της Ορθοδοξίας μας.
Στήν πατρίδα του, τόν Πόντο, τότε κυκλοφούσε μία ευσεβής παράδοσις, Απ’αυτές πού οι θεοσεβείς Χριστιανοί μας τίς ευλαβούνται καί θέλουν νά τίς εφαρμόζουν στην θρησκευτική ζωή τους. Ελεγαν, λοιπόν, τότε οτι πρέπει ‚ κάθε πιστός Χριστιανός στήν ζωή του νά βαπτίση, έστω κι ενα παιδί, δηλαδή νά γίνη νουνός, διότι, αν δέν τό κάνη, ο Χριστός στήν αλλη ζωή, θά του βάλη στήν αγκαλιά του μία πέτρα. Ετσι, ζήτησε καί βάπτισε τό παιδί του αδελφού του Λεωνίδα καί τό ονόμασε Χαράλαμπο. Αυτός σήμερα είναι ο Προηγούμενος της Ιερας Μονης Διονυσίου ο οποίος ακολούθησε τόν νουνό του στό Αγιον Ορος καί υποτάχθηκε στόν Γέροντα Ιωσήφ Σπηλαιώτη ο όποιος τότε έμενε στά Ασκητικά καλυβάκια της Μικράς Αγίας Αννης.
Μετά τήν βάπτισι του μικρού Χαραλάμπους, εφυγε ο νεαρός Αναστάσιος γιά την Παλαιστίνη. Διερχόμενος απο Κωνσταντινούπολι, προκειμένου νά εύρη πλοίο γιά τον προορισμό του, έπαθε κάτι τό απροσδόκητο. Κάποιος απατεωνας πλησιάζοντάς τον και συστηθείς οτι είναι ξεναγός, τόν περιήγαγε σέ διαφόρους χώρους της πόλεως με  αποτέλεσμα νά του πάρη όλα τά λεφτά μέ τά οποια πρόκειτο νά ταξιδεύση. Λόγω της αθωότητος καί απλότητός του, ο πολυμήχανος δαίμονας του ετοίμαζε καί άλλη χειρότερη καί απαισιότερη παγίδα. Ο πονηρός εκείνος «ξεναγός» μαθαίνοντας τόν σκοπόν του νέου οτι πηγαίνη νά μονάση στούς Αγίους Τόπους, τόν μετέφερε σ’ ένα κακόφημο οίκο. Ο Αναστάσιος δέν γνώριζε απο τέτοια πράγματα. Φθάνοντας εκεί κατάκοπος ζήτησε να κοιμηθή. Μιά γυναίκα του είπε νά κοιμηθή σέ μιά γωνιά ενός διαδρόμου. Εκείνος ξάπλωσε, μά δέν μπορούσε νά κοιμηθή, διότι κατά τήν διάρκεια της νύκτας τραγούδια, χοροί καί συζητήσεις δέν τόν άφησαν νά κλείση μάτι. Τό πρωί ευχαρίστησε τίς γυναίκες γιά τήν «φιλοξενία» καί ανεχώρησε. Τότε κάποιος τόν σταμάτησε καί τόν ρώτησε:
-Εσύ, παιδί μου, τί γυρεύεις εδω μέσα;
-Μ’ έφεραν καί κοιμήθηκα αυτό τό βράδυ εδώ, του απήντησε ο Αναστάσιος.
-Ναί, αλλά ξέρεις τί είναι αυτός ο τόπος;
-Οχι δέν ξέρω.
-Εδω είναι σπίτι της διαφθοράς, αλλά εσένα σέ φύλαξε ο Αγγελός σου. Πήγαινε τώρα καί ευχαρίστησε τόν Θεό.
Λέγοντας τά λόγια αυτά ο άγνωστος εξαφανίσθηκε. ΄Οταν, στά τελευταια του χρόνια τόν ρώτησα, ποιός ήταν εκεινος ο άγνωστος, μου απήντησε οτι θά ητο ο φύλακας Αγγελός του ο όσιος Αλέξιος, τόν οποιον ευλαβείτο ιδιαίτερα. Είχε διαβάσει τόν θαυμαστό βίο του καί είχε συχνά γνωρίσει τήν βοήθειά του, οσάκις τόν παρακαλούσε.
Στούς Αγίους Τόπους
Μετά απο πολλές περιπέτειες έφθασε στούς Αγίους Τόπους καί μπήκε στην υπηρεσία του Θεού. Σάν δόκιμος μοναχός ητο βοηθός στό προσκύνημα του Παναγίου Τάφου, ενώ άργότερα ως ρασοφόρος μέ τό όνομα Ανατόλιος, υπηρέτησε στό Σαραντάριο Ορος.
Μετά απο λίγο διάστημα, τόν ακολούθησε καί η ομόφρονη αδελφή του, η οποία έφθασε στά Ιεροσόλυμα. Ο Αδελφός της τήν περίμενε καί γρήγορα τήν είσήγαγε σ’ ένα απο τά γυναικεια Κοινόβια.
Εκεινο τόν καιρό διακρινόταν γιά τήν ύψηλή ασκητική του ζωή ένας ιερομόναχος, ονόματι Ιερώνυμος. Σ’ αυτόν μετέβησαν οι δύο νεαροί αυτάδελφοι ζητώντας λόγον Αγαθόν. Απ’ αυτόν έμαθε ο μοναχός Ανατόλιος οτι ασκητικώτερος τόπος είναι τό Αγιον Ορος πού ευρίσκεται στήν Ελλάδα. Η ψυχή του νεαρού μοναχού δέν ευρισκε πλέον ησυχία στό άκουσμα των μοναχικών προτερημάτων του Αθωνος. Εζήτησε κανονική άδεια καί απολυτήριο καί ανεχώρησε γιά τήν Ελλάδα.
Η αδελφή του, οπως παλαιά η ισαπόστολος Θέκλα, δέν θέλησε νά απομακρυνθή από τόν άγιο Πνευματικό της, τόν π. Ιερώνυμο. Υποτάχθηκε σ’αυτόν καί τόν ακολούθησε πιστά. Οταν αργότερα ο π. Ιερώνυμος μέ θεία Αποκάλυψι, εγκατέλειψε τούς Αγίους Τόπους καί ηλθε στήν Νήσο Αίγινα, τόν ακολούθησε καί η Αδελφή του Εκει γνώρισαν τόν Αγιο του αίωνος μας, τόν μητροπολίτη Πενταπόλεως Νεκτάριο Κεφαλά, του οποίου απήλαυσαν τίς πολύτιμες συμβουλές καί οδηγίες στήν μοναχική πολιτεία.
Στήν Ιερά Μονή Σταυρονικήτα
Ο μοναχός Ανατόλιος, ύστερα απο οκτώ χρόνια υπηρεσίας στά Πανάγια Προσκυνήματα της Παλαιστίνης, ηλθε επί τέλους κατά τό έτος 1918 στόν ασκητικώτερο τόπο της Χριστιανωσύνης. Επισκέφθηκε τίς Ιερές Μονές, μερικές Σκητες καί αρκετά Κελλιά. Οπως μού έλεγε, έψαχνε νά βρη κατάλληλο τόπο γιά νά συνδυάση ησυχία, νηστεία καί προσευχή. Τελικά κατέληξε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα, η οποία τότε ητο ίδιόρρυθμος. Προτίμησε τό ίδιόρρυθμο πρόγραμμα γιά νά κερδίζη περισσότερο χρόνο στήν προσευχή καί, οσον αφορά τό φαγητό του, νά αρκήται στήν ξηροφαγία γιά τον κατευνασμό των ατάκτων ενοχλήσεων της νεότητος. Ακόμη πίστευε οτι τό πρόγραμμα μιας ίδιορρύθμου Μονής θά τόν βοηθούσε νά ζη άγνωστος καί αθέατος γιά τήν αρετή του εν μέσω άλλων μοναχών.
Βλέποντας ο Πανάγαθος Κύριός μας τήν Ανύστακτη έφεσι του νεαρού μοναχού για ηρωϊκούς πνευματικούς αγώνες, του έδωσε, οχι απλως πληροφορία, αλλά σημείον. ΄Όπως παλαιότερα ο προστάτης του άγιος Αρσένιος άκουσε τήν φωνή: «Αρσένιε, φεύγε και σώζου», ετσι κι αυτός στήν ώρα της νυκτερινής του προσευχής κάποια βραδυά άκουσε τήν φωνή του Κυρίου: «Αρσένιε, φεύγε, σιώπα, ησύχαζε».
(Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ,
π. Ιωσήφ Διονυσιάτου, εκδοσις Ι. Μ. Διονυσίου Αγίου Όρους, 2000)


Ο παπα-Δανιήλ, ήσυχαστής και πνευματικός.
Εις το κάθισμα του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτου ήτο τότε κάποιος πνευματικός και σ’ αυτόν πήγαιναν και τους παρηγορούσε. Ήτο πολύ βιαστής και είχεν ακρίβεια εις τον βίον του. Απ’ αυτόν πήραν και το τυπικόν αυτό, που κράτησαν μέχρι τέλους. Νήστευε κάθε ημέραν και αγρυπνούσε έως τα μεσάνυκτα και μετά λειτουργούσε με πολλήν κατάνυξιν και προσοχήν. Εις την Λειτουργίαν του δεν δεχόταν κανέναν άλλον σχεδόν, ούτε και ήτο εύκολον να βρεθή κανένας εις την ώραν αυτήν. Ο Γέροντας όμως με τον πατέρα Αρσένιον πήγαιναν τακτικά, και επειδή δεχόταν τους λογισμούς τους και διεπίστωσε την διάθεσιν και την ζωήν τους, τους επέτρεπε να πηγαίνουν εις την Λειτουργίαν. Εις την Λειτουργίαν του αργούσε πολύ, γιατί έλεγε τας ευχάς με πολλήν κατανόησιν και ακρίβειαν και χωρίς δάκρυα ποτέ δεν λειτουργούσε. Πολλάκις διέκοπτε την συνέχειαν για κάμποσον από την πολλήν κατάνυξιν και τα δάκρυα. Ήτο δε πολύ σιωπηλός και σχεδόν, αν δεν τον ρωτούσες, δεν μιλούσε. Η πνευματική ζωή και η κατανυκτική Λειτουργία και η πεπειραμένη συμβουλή του μακαρίτη τούτου πνευματικού ήτο επόμενον να επιδράσουν εις τους Γεροντάδες, ώστε με μεγαλυτέραν ευκολίαν και προθυμίαν να πηγαίνουν συχνά· από τον Άγιον Βασίλειον που έμεναν, εις τον Άγιον Πέτρον που έμενε ο πνευματικός.
(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού
Αναδημοσίευση από vatopaidi.wordpress.com)

«Απ’ αυτόν τόν ησυχαστή π. Δανιήλ καί τόν π. Καλλίνικο των Κατουνακίων, μου έλεγε ο π. Αρσένιος, παραλάβαμε τό τυπικό νά αγρυπνούμε προσευχόμενοι όλη τήν νύκτα καί νά τρώμε φαγητό αλάδωτο μιά φορά τήν ημέρα. Μόνο Σάββατο καί Κυριακή βάζαμε λίγες σταγόνες λάδι».
΄Οταν ρώτησα τόν π. Αρσένιο νά μου είπη πόσο φαγητό έτρωγαν αυτοί τήν ημέρα μου είπε δείχνοντας μέ τήν χούφτα του, οτι ο Γέρο Δανιήλ της σπηλιάς του οσίου Πέτρου τούς είχε δώσει μέτρο φαγητού γιά μιά μέρα, όσο χωράει η χούφτα ενός ανθρώπου. «Κι εμείς, έλεγε ο γέρο-Αρσένιος, βάζαμε μιά χούφτα παξιμάδι καί αν βρίσκαμε καί μερικά αγριόχορτα στό δάσος τά βράζαμε καί τά τρώγαμε μέ τό παξιμάδι».
-Γέροντα πού βρίσκατε τότε τό παξιμάδι;
-Στά κοινόβια Μοναστήρια οσα ψωμιά-κομμάτια-περίσσευαν απο τήν τράπεζα των μοναχών ο φούρναρης τά έψηνε πάλι στόν φούρνο, δηλαδή τά έκανε παξιμάδι κι αυτά τά μοίραζαν στούς Ασκητές του Ορους.

-Καί ητο καλό αυτό τό παξιμάδι, Γέροντα;
-Καλό-κακό, οτι μας έδιναν παίρναμε. Μερικές φορές απο τήν πολυκαιρία έπιανε και σκουλήκια. Τό μαλακώναμε, πετούσαμε τά σκουλήκια καί τό τρώγαμε!
«Κάποια φορά, μου διηγήθηκε ο π. Αρσένιος, μ’ έστειλε ο Γέροντάς μου, π. Ιωσήφ σέ κάποιο Μοναστήρι νά ζητήσω παξιμάδι. Ο φούρναρης μου έδωσε ένα ολόκληρο τσουβάλι. Του είπα είναι πολύ δέν μπορώ νά ανεβάσω ένα ολόκληρο τσουβάλι στήν σκήτη του Αγίου Βασιλείου. Εκείνος επέμενε. Τελικά υπεχώρησα καί τό πηρα. Αλλά μαζί μέ τον ντορβά καί άλλα μικροπράγματα, φορτίο υπεράνω των δυνάμεών μου, μέ πολλούς κόπους καί ίδρωτες τά μετέφερα στήν Σκήτη μας πεζοπορώντας. Φθάνοντας στό κελλί ανοίξαμε τό τσουβάλι καί τί νά δούμε! Ητο όλο γεμάτο σκουλήκια. Εγώ πολύ στενοχωρήθηκα και είπα στόν Γέροντα:
-Ο ευλογημένος ‚ φούρναρης δέν τό έδινε καλλίτερα στά μουλάρια! Γιατί μ’ πίεσε νά τό μεταφέρω τόσο ποδαρόδρομο εδώ στήν έρημο, πού ούτε μουλάρια έχουμε;
Ο π. Ιωσήφ μέ καθησύχασε λέγοντάς μου οτι δέν θά τό πετάξουμε. «Αυτό μας έστειλε ο Θεός, αυτό θά φάμε. Αν είμασταν άξιοι θά μας έδινε καί καλλίτερο».
-Καί τί θά κάνουμε, Γέροντα, μέ τά σκουλήκια; Ο Γέροντας σκέφθηκε αρκετά καί βρήκε τήν λύσι του προβλήματος:
-Ακουσε, θά κάνουμε τήν μονοφαγία μας αργά τό βράδυ καί έτσι δέν θά βλέπουμε οτι τρώμε καί σκουλήκια μέ τό παξιμάδι.
Ο π. Αρσένιος, τέλειος υποτακτικός σέ όλα, οπως του υποσχέθηκε στόν Γέροντά του, ούτε διανοήθηκε νά φέρη κάποια αντίρρησι. Ο λόγος του Γέροντά του ητο καί λόγος καί συμβόλαιο δικό του. Δέν είχε τήν παραμικρή αντίρρησι ή αμφιβολία ότι αυτό πού του είπε ο π. Ιωσήφ ητο λανθασμένο ή αδιάκριτο ή αψυχολόγητο, οπως θά λέγαμε εμείς σήμερα.
-Καί πως τό φάγατε, Γέροντα, δέν πάθατε τίποτε, δέν αρρωστήσατε;
-Γιά νά είμαι είλικρινής, μου είπε ο γέρο-Αρσένιος, στήν αρχή δυσκολεύθηκα, πού σκεπτόμουν οτι τώρα τρώω σκουλήκια, Αλλά αφού τό είπε ο Γέροντας! ’Αλλά μετά ο Θεός, βλέποντας τήν προαίρεσί μας, τό έκανε τόσο νόστιμο πού νομίζαμε οτι τρώγαμε γλύκισμα καί οχι χαλασμένο παξιμάδι.
Λοιπόν, έφαγαν ένα τσουβάλι παξιμάδι σκουληκιασμένο, χωρίς νά πάθουν φυσικά τίποτε. Αυτά είναι τά θαυματουργήματα της θείας Χάριτος, πού είναι καρπός της απόλυτης εμπιστοσύνης στήν Πρόνοια του Θεού!
Μιά άλλη φορά, μου έλεγε ο παππούς Αρσένιος, γιά νά μέ ασκήση ο Γέροντάς μου στήν ασιτία, όταν ήλθε τό βράδυ κάποιας μέρας, μου είπε:
-Αιντε π. Αρσένιε πάμε νά παξιμαδίσουμε. Λέγε τήν ευχή πρό του φαγητού: «Φάγονται πένητες…».
Εγώ είπα τήν ευχή, αλλά πρίν αρχίσω νά τρώγω μου είπε πάλι ο Γέροντας:
-Πάτερ Αρσένιε, ας υποθέσουμε οτι φάγαμε. Λοιπόν, λέγε τώρα τήν ευχή της ευχαριστίας».
Εγώ αν καί πεινούσα, όμως χάριν της ύπακοης, σηκώθηκα καί είπα την προσευχή της ευχαριστίας: «Ευχαριστούμεν σοι, Χριστέ. . . .» Ναί, αλλά τό ίδιο επαναλήφθηκε άλλες τρεις- τέσσερεις βραδυές. Τήν τετάρτη ημέρα εξαντλήθηκα. Να σημειώσω καί το ότι όλη τήν ημέρα έκανα εργόχειρο καί τήν νύκτα αγρυπνία τελείως νηστικός. Τότε είπα στόν Γέροντα οτι δέν αντέχω άλλο τήν ασιτία τί νά κάνω;
-Ε, απόψε ας φάμε, μου απάντησε ο Γέροντας.
(…)
Στίς συζητήσεις πού είχα μαζί μέ τόν Γέρο-Αρσένιο φαινόταν η βαθειά του ταπείνωσις καί απλότης.
-Εκεί ψηλά πού μένατε που βρίσκατε τό νερό;
-Τό βρόχινο νερό τό συγκεντρώναμε μέ λούκια σέ μιά στέρνα, αλλά που νά μας φτάση αυτό! Αναγκαζόμουν νά κουβαλώ νερό απο μακριά μ’ ένα βαρέλι, πού τό έβαζα στήν πλάτη, γιά νά φτιάξουμε λάσπη νά κάνουμε τίς επιδιορθώσεις. Κάποια ημέρα με λυπήθηκε ο Γέροντας καί είπε στήν Παναγία μας: «Κανόνισε, Παναγία μου λίγο νερό, γιατί πολύ κοπιάζει ο π.Αρσένιος». Τήν ίδια στιγμή άκουσε απο τόν διπλανό βράχο κάτι νά τρέχη, σάν σταλαγματιές. Πλησιάσαμε καί είδαμε οτι ο βράχος «είχε εδρώσει» καί άρχισε νά τρέχη λίγο νερό. Εκει, απο τότε βάζαμε μιά λεκάνη καί το μαζεύαμε. Καί μας έφτανε. Από τότε πλέον δέν έτρεχα μακριά νά κουβαλήσω νερό μέ το βαρέλι στήν πλάτη μου».
Μιά άλλη φορά ήμουν μόνος στό κελλί μας, διότι ο Γέροντάς μου βρισκόταν έξω. Κάποιος προσκυνητής απο τόν Πειραιά ήλθε στήν Σκήτη μας. Εχασε τόν δρόμο καί αντί νά πάη στό Κυριακό, ήλθε στήν Καλύβη μας. Τόν φιλοξένησα μέ ο, τι είχα καί του πρότεινα νά διανυκτερεύση στό κελλί μας. Εκείνος, βλέποντας τήν ερημιά, τά γύρω βράχια, τήν ξηρασία του τόπου καί τό απαράκλητον της ζωής μας, σαστισμένος και ταραγμένος μου είπε:
-Πως μπορείς, πάτερ, καί μένεις σ’αυτά εδώ τά βράχια; Εγώ δέν θά μπορούσα να μείνω ούτε δεμένος. Κι Αν μ’ έδενες, θά έκοβα τό σχοινί καί θά έφευγα.
-Κι Εσύ που μένεις;
-Μένω στόν Πειραιά.
Κι Εγώ, του απήντησα, αν μέ δέσης στόν Πειραιά, θά κόψω τό σχοινί καί θά έλθω εδώ.
Καί συνέχισε ο παππούς μέ τήν γραφική του απλότητα νά μου διηγείται ένα άλλο περιστατικό πού είχε σχέσι μέ κάποιον λαϊκό προσκυνητή. «Ηλθε ένας προσκυνητής στο Καλύβι μας καί ο Γέροντας τήν νύκτα τόν έβαλε νά κοιμηθή στό δικό του κρεββάτι, ενώ ο ίδιος αγρυπνούσε ολη εκείνη τήν βραδυά μέσα στήν Εκκλησία. Μεσάνυκτα ακούσαμε τις φωνές του. Τρέξαμε κοντά του καί εκείνος απο τόν φόβο του δέν μπορούσε ούτε νά μας μιλήση. Ετρεμε ολόκληρος. Επεσε στά πόδια μας καί μέ κλάμματα μας είπε οτι ηλθαν οι δαίμονες καί τόν έσπασαν στό ξύλο.
-Παρτε με απο ’δω. Πηγαίνετέ με στήν Αγία Αννα. Θά μέ σκοτώσουν οι δαίμονες.
Ο Γέροντας προσπάθησε νά τόν καθησυχάση καί του εξήγησε οτι λάθος έγινε. Αλλον ήθελαν νά κτυπήσουν οι δαίμονες καί άλλον άρπαξαν καί ξυλοκόπησαν.
-Εμένα του είπε, κάθε βράδυ μέ κτυπούν οι δαίμονες ανελέητα, αλλά απόψε κατά λάθος κτύπησαν εσένα. Μή φοβάσαι, δέν θά σέ κτυπήσουν πάλι».
Αυτός δέν τολμούσε πάλι νά μπη σ’αυτό τό κελλί, τήν παλαίστρα του Γέροντα. Μας ανάγκασε καί τόν μεταφέραμε συνοδεύοντάς τον τά μεσάνυκτα στήν Αγία Αννα.
-Είναι αλήθεια, παππού οτι σας κτυπούσαν οι δαίμονες;
-Στά πρώτα χρόνια της ασκητικής μας ζωής μας κτυπούσαν καί τούς δύο οι δαίμονες. Προπαντός κτυπούσαν τόν Γέροντα, ο οποίος αγωνιζόταν περισσότερο καί τους έκαιγε μέ τήν προσευχή του. Εμένα μέ κτυπούσαν λιγώτερο, διότι, αφ’ ενός δέν ήμουν στήν πνευματική κατάστασι του Γέροντά μου καί αφ’ ετέρου ήμουν υποτακτικός. Ο υποτακτικός πού κάνει σωστή υπακοή καί εξομολογείται ειλικρινά καί τακτικά τους λογισμούς του, δέν έχουν δικαίωμα νά τόν βασανίσουν οι δαίμονες, διότι τόν σκεπάζει η ευλογία του Γέροντά του. Μπορούν όμως οι δαίμονες νά τόν πείσουν νά μή εξομολογήται τούς λογισμούς του καί μ’ αυτό τόν τρόπο είναι ευκολο νά τόν πλανήσουν καί νά τόνβγάλουν απο τήν υπακοή.

(Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ,
π. Ιωσήφ Διονυσιάτου, εκδοσις Ι. Μ. Διονυσίου Αγίου Όρους, 2000)

Ο Γέρων Αρσένιος ο Σπηλιώτης (1886 - 1983)


Ο ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ (1886 – 1983)
ΣΥΝΑΣΚΗΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ
62. Σε μια μικρή συνάθροιση με λαϊκούς , ένας ευλαβής νέος είπε στο γέροντα Αρσένιο.
Παππού, σε παρακαλώ να εύχεσαι για μένα.
Πώς σε λένε;
Με λένε Ανδρέα.
Εγώ να εύχομαι για τον Ανδρέα, αλλά για να πιάσει η δική μου προσευχή πρέπει να ενδιαφέρεται
Και να εύχεται και ο Ανδρέας για τον εαυτό του.
Ο άγιος Αντώνιος λέει, «ούτε εγώ σ` ελεώ ούτε ο Θεός σ` ελεεί, αν δεν ελεήσεις πρώτα εσύ τον εαυτό σου».
Δηλαδή, Γέροντα;
Μα δεν το καταλαβαίνεις;
Καλά, τότε να σου πω κάτι που συνέβη επί των ημερών μου.
Πέρασε ένας προσκυνητής από την έρημο ψάχνοντας άγιους, όπως και εσύ τώρα, για να του κάνουν προσευχή.
Βρίσκει ένα ασκητή και του λέει.
«σε παρακαλώ γεροντα, προσευχήσου για μένα, έχω σοβαρά προβλήματα».
Ο ασκητής τον λυπήθηκε και κάθε βράδυ στην αγρυπνία, δώστου προσευχή για τον κοσμικό.
Μια νύχτα ενώ προσευχόταν, βλέπει έξω από το κελί του τον σατανά, να γελά σαρκαστικά και να κοροϊδεύει.
Του λέει ο Μονάχος. «γιατι ρε καταραμένε μου χαλάς την ησυχία;», κι ο σατανάς, «χα, χα, χα γελώ που αγρυπνάς άδικα για τον δικό μου (τον Γιάννη).
Κι αυτός αγρυπνά αλλά στα στέκια τα δικά μου (εννοώντας ασφαλώς τα κέντρα διαφθοράς).
Ε, τώρα κατάλαβες τι θέλω να πω;
Ναι , Γέροντα, τώρα κατάλαβα ότι πρέπει κι εμείς να ζούμε χριστιανικά και να προσπαθούμε όσο μπορούμε.
63. Κάποτε είπε ο Γέροντας ήμουν μόνος στον Άγιο Βασίλειο, δεν ξέρω πως, έχασε το δρόμο ένας Πειραιώτης και βρέθηκε έξω από την καλύβα μου.
Τον φιλοξένησα λίγο και του πρότεινα αν θέλει να διανυχτερεύσει.
«όχι- όχι μου λέει φεύγω». Πως μπορείς, πάτερ και ζεις χρόνια σ` αυτά τα βράχια;
Εγώ να με δέσεις θα κόψω το σχοινί να φύγω.
Εσύ που μένεις;
Στον Πειραιά.
Και μένα του απαντώ να με δέσεις στον Πειραιά , θα κόψω το σχοινί και θα έρθω εδώ!
Πράγματι ο παππούς με όλη την απλότητα έδωσε μια πολύ σοφή και εύστοχη απάντηση, και συνέχισε.
Καλά, τούτο δεν είναι τίποτε.
Ήλθε βράδυ τον έβαλε ο Γέροντας στο κελί του να κοιμηθεί και ο Γέροντας αγρυπνούσε στην εκκλησία.
Για μια στιγμή ακούμε φωνές, κραυγές, τρέχουμε κοντά του, πέφτει απάνω μου και
Σφιγγόταν κι έτρεμε ολόκληρος.
Τι συμβαίνει βρε ευλογημένε;
Πέφτει στα ποδιά μας με κλάματα.
Ήλθαν οι δαίμονες και μ` έσπασαν στο ξύλο, θα με σκοτώσουν.
Πάρτε με γρήγορα στην Αγια Άννα, δεν μπορώ.
Του λέει ο Γέροντας.
Ησύχασε, παιδί μου, ώσπου να ξημερώσει, δεν σε ξαναχτυπάνε, λάθος έκαναν.
Κάθε βράδυ εμένα πλακώνουν στο ξύλο, αλλά κατά λάθος τις έφαγες Εσύ!
Όσα και να του είπαμε αυτός τίποτα.
Θέλω να φύγω μας έλεγε.
Τι να κάνουμε; Νύχτα σκοτεινή τον κατεβάσαμε στην Αγια Άννα.
64. Ο γέροντας Παίσιος στο βιβλίο του «Αγιορείτες πατέρες» αφιερώνει μικρό κεφαλαίο σε συνομιλία
Με τον Γέροντα Αρσένιο. Ο παππούς με απλότητα εκφράζει μια απορία.
«Όταν κάνω κομποσκοίνι όρθιος, αισθάνομαι έντονα ευωδία θεϊκή, όταν λέω την ευχή καθιστός ελάχιστη ευωδία αισθάνομαι».
Παρ` όλο που ήταν ενενήνταπεντε χρονών ο Γέροντας αγωνιζόταν φιλότιμα και συνεχεία
Πλουτίζονταν πνευματικά, κι ας είχε αποθηκευμένα πολλά πνευματικά κεφαλαία.
Ο Γερο- Παίσιος πολύ θαύμασε, γιατι η ευωδιά της προσευχης προϋποθέτει καθαρά καρδιά
Την οποια μοσχοβολά η παρουσία του ενοικούντος Άγιου Πνεύματος.
65. Άλλος αδελφός ρώτησε.
Παππού πολλή μοναχοί συνηθίζουν να λένε χαιρετισμούς όταν δουλεύουν, αντί ευχή.
Τι είναι καλύτερα;
Α! Τους χαιρετισμούς πολύ αγαπά η Παναγία μας. Εμείς με τον Γέροντα τους λέγαμε
Σαν δουλεύαμε, απ` έξω, δυο τρεις φορές την μέρα.
Να εδώ έχω ένα βιβλιαράκι με τους χαιρετισμούς που στην αρχή αναφέρει ότι η Παναγία μας
Φανερώθηκε σε πολλούς αγίους και τους υποσχέθηκε ότι, οποίος λέει
Τους χαιρετισμούς της κάθε μέρα, θα τον φυλάει και σ` αυτήν τη ζωή, αλλά και μετα θάνατο θα τον υπερασπίσει ενώπιον του Υιού της.
66. Και συνέχισε. Η βάση βέβαια είναι η ευχή. Αν έχεις προθυμία στην ευχή μην την κόβεις
Τα λέει όλα. Αν αδυνατίσει η ευχή, τότε πες τους χαιρετισμούς.
Ακόμη και το «Θεοτόκε Παρθένε» πολύ αγαπά η Παναγία μας.
Κάποτε σαν το λες καμπόσες φορές, σου προσφέρει ένα γλύκισμα η Παναγία μας που δεν περιγράφεται.
67. Γέροντα, όταν από την πολλή κούραση παραλύει το σώμα, μπορούμε να λέμε ξαπλωμένη την ευχή;
Ο Χριστός μας οικονομά σύμφωνα με τις δυνάμεις μας. Αν πραγματικά δεν μπορούμε
Ούτε όρθιοι, ούτε γονατιστοί, ούτε καθιστοί, τότε μας οικονομά ακόμη και ξαπλωμένους.
Αν έχουμε δυνάμεις, ο σατανάς Εκει είναι. Αμέσως φέρνει αμέλεια και ύπνο.
68. Και τώρα θα σας διηγηθώ μια ιστορία από τους Πατέρες.
Μια φορά είχε κάποιος τρεις φίλους. Με τον πρώτο φίλο κάθε μέρα περνούσε καλά.
Είχε δεύτερο. Και με εκείνον περνούσε καλά. Όχι όπως με τον πρώτο. Λιγότερα πιο κατώτερα.
Είχε και τρίτο φίλο δυστυχώς. Κάποτε τον έβλεπε αλλά με κρύα καρδιά.
Στο μεταξύ ήλθε είδηση από τον βασιλεία για κάποιο έγκλημα.
Ήθελε να τον δικάσει ο βασιλείας.
Τρέχει στον πρώτο φίλο του.
Του λέει. Φίλε μου ο βασιλιάς με προσκαλεί να με δικάσει. κάποιο έγκλημα έκανα.
Και ο φίλος του απαντά.
Και εγώ από το σπίτι μου δεν βγαίνω.
Αυτός απελπισμένος πηγαίνει στο δεύτερο φίλο του.
Και αυτός απαντά . εγώ στην αυλή του βασιλεία πηγαίνω αλλά μέσα δεν μπαίνω.
Τρέχει στον τρίτο φίλο αλλά ντρεπόταν.
Πώς να του το πω.
Δεν τον ευχαρίστησα καμία φορά. Τελικά πηγαίνει με ντροπή και του λέει.
Φίλε μου ο βασιλείας με κάλεσε να με δικάσει. Μπορείς να με βοηθήσεις.
Αυτός αμέσως πρόθυμος πήγε στον βασιλιά και τον βοήθησε.
Αυτό είναι παραβολικός. Οι τρεις φίλοι είναι.
Ο πρώτος είναι τα χρήματα, τα έπιπλα του σπιτιού κλπ.
Ο δεύτερος είναι γονείς, αδέλφια, συγγενείς.
Τρίτος είναι η ελεημοσύνη.
Όταν έρχεται ο θάνατος ο πρώτος φίλος δηλαδή τα χρήματα, έπιπλα από το σπίτι δεν βγαίνουν
Και ο δεύτερος φίλος συγγενείς, ίσα μέχρι το τάφο πηγαίνουν.
Ο τρίτος φίλος η ελεημοσύνη πηγαίνει στο Χριστό μας και τον βοήθα.
69. Τα πρώτα χρόνια που ήταν υποτακτικός μαζί με τον γέροντα Ιωσήφ τον Σπηλιώτη μας διηγείται για τον γεροντα του τον απλοϊκών και άγιο Γεροντά του Εφραίμ.
Το εργόχειρο του ήταν βαρελάς, αλλά και ξυλόγλυπτης.
Σκάλιζε τέμπλα σε πολλούς ιερούς ναούς.
Ανάμεσα στα αλλά συνέβη και το εξής περιστατικό.
« Την εποχή που κοινοβίαζαν οι μοναχοί Ιωσήφ και Αρσένιος κοντά του, Εκει στα Κατουνάκια, ανακαινίσθηκε ο ναός της καλύβας των Αρχαγγέλων.
Ο Γέροντας του κελιού κάλεσε ένα ξυλογλύπτη για προσφορά. Εκείνος ζήτησε 20 λίρες χρυσές.
Επειδή δεν είχε να δώσει τόσα πολλά κάλεσε τον Γ. Εφραίμ.
Φτιάχνεις το τέμπλο;
Το φτιάχνω είπε.
Όσο για την τιμή, συζήτηση δεν έγινε.
Δώστου – Δώστου ο Γέροντας μας τελείωσε το τέμπλο. Τώρα η πληρωμή.
Ψάχνει ο Γέροντας του κελιού στ ταμείο, βρίσκει 2 λίρες.
Βγάζει και τις δίνει.
Σύγχρονος του λέει.
Καλά είναι Γέρο – Εφραίμ;
Καλά, καλά Γέροντα ευχαριστώ.
Εγώ λέει ο Γερο Αρσένιος μόλις το έμαθα έγινα φωτιά. Πάω στο Γέροντα και του λέω.
Γέροντα, όλα κι όλα αυτό δεν το σηκώνω. Ο άλλος είκοσι λίρες ζήτησε κι εσένα με δυο λίρες σε ξόφλησε κιόλας.
Και του λέει το απλό και σοφό γεροντάκι.
Κι αν τα πληρωθούμε όλα εδώ, για τον ουρανό, τι θα μείνει παιδί μου;
Έτσι κατάλαβα είπε ο Γέροντας Αρσένιος ότι ο Γέροντας μας δεν ήταν κουτός.
Είχε αρετή που εμείς δεν μπορούσαμε να φτάσουμε.
Αλλά για να το δω και με τα μάτια μου, να σας πω τι μου έδειξε ο Θεός.
Λίγες μέρες μετα την κοίμηση του Γέροντα μου Εφραίμ τον είδα σαν προσευχόμουν σε όραμα.
Ήταν σε ένα πανευφρόσυνο τόπο. Το πρόσωπο του άστραφτε από τη πολλή δόξα και στεκόταν έξω από ένα
Ωραίο εκκλησάκι.
Αφού χάρηκα που τον είδα σε τόση δόξα κατόπιν τον ρώτησα.
Γεροντα τι είναι αυτό το όμορφο εκκλησάκι;
Α, αυτό είναι δικό μου.
Θυμάσαι που του σκάλισα το τέμπλο με δυο λίρες; Επειδή δεν πληρώθηκα εκεί και δεν γόγγυξα, ούτε κατέκρινα ο Χριστός μου το φύλαξε στον ουρανό. Θυμάσαι που σου το έλεγα;»
Συνήλθα από το όραμα γεμάτος χαρά. Αλλά μου έδωσε και ένα μεγάλο μάθημα, μετα θάνατ
ο
Ο Γέροντας μου που το θυμάμαι σ` όλη την ζωή μου.
70. Εκείνο τον καιρό ασκήτευε και ένας ησυχαστής ο γέρων Δανιήλ.
Διηγείται ο γέροντας Αρσένιος. «Λοιπόν ο γέροντας αυτός ο παπα- Δανιήλ, είχε τυπικό να αγρυπνεί
Και να λειτουργεί κάθε βράδυ, ακριβώς τα μεσάνυχτα. Δεν δεχόταν κανένα.
Τον βοηθούσε στο ψάλσιμο ο υποτακτικός του, ο πατήρ Αντώνιος μόνος του.
Το γεγονός αυτό παρεξηγήθηκε ώστε πολλή να τον θεωρούν πλανεμένο.
Ο λόγος όμως ήταν ότι κάθε φορά που λειτουργούσε έχυνε ποτάμι τα δάκρυα και η λειτουργία παρατεινόταν δυο- τρεις ώρες.
Τελειώνοντας κλεινόταν αμέσως στο κελί του για να συνεχίσει κι εκει τα δάκρυα ώρες ολόκληρες
Ευτυχώς κατά εξαίρεση, εμάς τους δυο με τον Γέροντα μας δεχόταν.
Όταν τελείωνε την Θεια Λειτουργία, επειδή ήξερε ότι περιμέναμε λόγο αγαθό από το αγιασμένο στόμα του, η πρώτη του κουβέντα που συνήθιζε να λέει ήταν.
Η Αγια Συγκλητική λέγει το λυχνάρι φωτίζει, αλλά τα χείλη του καίει.
Το έλεγε και το εννοούσε, γιατι είχε μεγάλο φόβο μήπως με τις συνομιλίες χάση την κατάσταση που είχε.
Ωστόσο σε εμάς έλεγε μερικά λογάκια και μάλιστα για να μη χρονοτριβή, διάβαζε μόνο του τους λογισμους μας, έμπαινε κατευθείαν στα προβλήματα μας και αφού μας έδινε τις κατάλληλες συνταγές, μας απέλυε με ειρήνη.»
71. Το φαγητό του παπα –Δανιήλ ήταν πάντα ίδιο. Όλο το χρόνο έτρωγε, μια φορά την μέρα, φασόλια βραστά. Τα έστελνε η κυρίαρχη Μονή ένα τσουβάλι κάθε χρόνο ο δε άγιος εκείνος γέροντας που τα` άφηνε όλα στο Θεό, έτρωγε αγογγύστως λέγοντας.
Αυτά μας στέλνει ο Θεός αυτά τρώμε.
Ο Γερο – Ιωσήφ όμως δεν το ανέχτηκε αυτό το πράγμα.
Γιατι για ένα ησυχαστή συνεχεία φασόλια δημιουργούν φουσκώματα και παρενέργειες στον οργανισμό. γι αυτό και αποτάθηκε στην Μεγίστη Λαύρα χωρίς να ρωτήσει τον Γέροντα.
Έκτοτε η Λαύρα δεν ξαναέστειλε φασόλια.
72. Κάποιος ρώτησε. Παππού από την αγία Γραφή τη να διαβάσουμε περισσότερο;
Όλη η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη και πρέπει να την διαβάζουμε. Από την Π. Διαθήκη πρέπει να διαβάζουμε το ψαλτήρι. Είναι πολύ δυνατή προσευχή.
73. Είπε πάλι. Η ανάγνωση είναι κι αυτή ένα είδος προσευχής.
Εμείς κάθε μέρα διαβάζαμε ένα δυο κεφάλαια Αγ. Γραφής και μετα διαβάζαμε πατερικα βιβλία.
Όσο για τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, τον κρατάμε πάντα στην μασχάλη μας.
Άλλο βιβλίο να μην έχεις ο Ισαάκ ο Σύρος φτάνει. Τα λέει όλα.
Όμως διαβάζουμε και Κλίμακα, Άββά Δωρόθεο, Ευεργεντινό, άγιο Μακάριο και τους βίους των Άγιων μας.
Όταν διαβάζουμε βίους κερδίσουμε δυο πράγματα.
Πρώτο το παράδειγμα των αγώνων τους, μας ξυπνά από την νάρκη της αμέλειας, και δεύτερον οι άγιοι οταν διαβάζουμε το βίο με ευλάβεια, πρεσβεύουν στο Χριστό για μας.
74. Υπάρχουν κάτι αγριχελίδονα που χτίζουν τις φωλιές στους πανύψηλους εξωτερικούς τοίχους των μοναστηριών.
Ειναι τόσα αγρία ώστε μόλις αντικρίσουν άνθρωπο πετούν και φεύγουν σαν αεροπλάνο.
Και όμως μια φορά, ενώ προσευχόταν ο παππούς στο μπαλκόνι, να ένα χελιδόνι σιμώνει και κάθεται στους ωμούς του!!
Βρε , λέει ο παππούς ο πειρασμός σ` έστειλε για να με κόψεις από την ευχή;
Γυρνώ το κεφάλι το κοιτάζω, με κοιτάζει. Ξανά στην προσευχή.
Σε λίγο ξανακοιτάω το πουλί.
Κοιτάζει το πουλί εμένα.
Μωρέ, λέγω δεν είναι δουλειά.
Σκέφτηκα να το διώξω. Το λυπήθηκα. Α, εσύ κατάλαβες εμένα.
Ο παππούς δεν σε πειράζει. Άντε, κάτσε όσο θέλεις αλλά μια συμφωνία. Μη μου βγάλεις στους ωμους καμία κουτσουλιά.
75. Μας διηγήθηκε για τον παπα- Εφραίμ τον Κατουνακιώτη τι έπαθε μια φορά.
Τα πρώτα χρόνια που το γνωρίσαμε, αγωνιζόταν με πολλή ζήλο στη προσευχή.
Μια βραδιά έπεσε στο κρεβάτι να ξεκουραστεί λίγο και μετα να σηκωθεί για αγρυπνία.
Οι δαίμονες πολύ φθόνο είχαν μέσα τους.
Η προσευχή του παπα Εφραίμ ήταν φωτιά.
Έρχονται λοιπόν , ένας ολόκληρος λεγεώνας, έξω από το κελί του και αρχίζουν φωνές.
Ξυπνά το καλογέρι φοβισμένο. Βάζει αυτή, κατάλαβε δαίμονες ειναι.
Όλοι μαζί με μια φωνή. « Πόλεμος – Πόλεμος…».
Νόμιζαν ότι θα τρομάξει.
Όμως τι κάνει το καλογέρι; Σηκώνεται από το κρεβάτι σαν αστραπή. Αρπάζει το τρακοσάρι (κομποσχοίνι)
Και τους απαντά και αυτός με θάρρος και δυνατά.
Ναι – ναι Πόλεμος –Πόλεμος.
Και δώστου αρχινά η μάχη. « Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με»
«Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλό».
Έβγαλε τέτοια αγρυπνία που την θυμόταν για χρόνια.
Έλεγε κι αυτός μετα ευχαριστώ, στους δαίμονες που τον ξυπνήσανε.
76. Στην Νέα σκήτη υπάρχει μια καλύβα τιμώμενη στο όνομα των είκοσι Αγ. Αναργύρων.
Εκει έζησε ένας ευλαβέστατος μοναχός ονόματι Θεοφύλακτος.
Είχε και αυτός ενσωματωθεί στην συνοδεία του Γέροντα Ιωσήφ του Σπηλιώτη.
Ο Γέροντας αυτός Είχε πολλές αρετές.
Χρήματα δεν κρατούσε ποτέ. Όταν του τύχαινε οικονομική ανάγκη, με πίστη ζητούσε από τους προστάτες του και του έστελναν όσο χρειαζόταν.
Τα κανδήλια του ναού ήταν ακοίμητα.
Αλλά και τα προσκυνητάρια της σκήτης άναβε χειμώνα καλοκαίρι.
Ακόμη και με μισό μέτρο χιόνι έπρεπε να κατέβει ν` ανάψει τα καντηλάκια.
Μαγειρεμένο φαΐ έτρωγε οταν του δίναμε, στο σπίτι του όμως ουδέποτε μαγείρεψε.
77. Σ` αυτό το γεροντάκι έδωσε ο Θεός και το χάρισμα να βλέπει πολλές φορές υπερφυσικά πράγματα με τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής. Ως δείγμα αναφέρω δυο.
Μια φορά σε μια συνοδεία έβλεπε συνέχεια να τριγυρνά ο σατανάς και να στήνει παγίδα.
Λέγει στον γεροντα του κελιού.
Πρόσεχε, ο σατανάς κάτι σχεδιάζει στην συνοδεία σου.
Δεν πέρασαν λίγες μέρες κι ένα καλογερι σηκώθηκε και έφυγε.
78. Σ` ένα πνευματικό είπε. «πρόσεξε ο σατανάς χτες τριγυρνούσε στο δωμάτιο σου»
Πράγματι την προηγούμενη μέρα ένας μοναχός με ψεύτικη εξομολόγηση τον ξεγέλασε και του έδωσε συμμαρτυρία για να χειροτονηθεί ιερέας.
Επανεξετάζοντας την απάτη απέσυρε την συμμαρτυρία.
79. Μας έλεγε σε ηλικία 95 χρονών.
Ξεκινώ για λίγο όρθιος την προσευχή. Με προλαβαίνει η Θεία Χάρις.
Ξεχνιέμαι και όταν αρχίζω να αισθάνομαι κόπο, κοιτάζω, πέρασαν τρεις ώρες.
Η γλυκύτης, η χαρά και η ειρήνη της ψυχής του δυνάμωναν και το Αδύνατο σώμα του παππού.
80. Καθήμενοι μια μέρα ο παππούς με τον Γ. ΠΑΙΣΙΟ στο παγκάκι της αυλής Ρώτα ο Γέροντας Παίσιος.
Γερο – Αρσένιε, βλέπεις καμία φορά τον γερο –Ιωσήφ στον ύπνο σου;
Του απαντά ο Γέροντας με απλότητα.
Ναι, γεροντα τον Βλέπω.
Πριν λίγες νύχτες μάλιστα τον είδα ζωντανά, ήλθε και με αγκάλιασε και μου λέει.
«Μέχρι ποτέ θα ζούμε χώρια; Έλα σε περιμένω» και εγώ του απαντώ. «Μα μήπως είναι στο χέρι μου;».
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΦΙΛΟΘΕΙΤΗΣ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ.
81. Σχετικά με την προσευχή διηγείται ο Γέροντας Εφραίμ.
Η προσευχή είναι καταπέλτης κατά των δαιμόνων, κατά των παθων, κατά της αμαρτίας και γενικά, βέβαια, κατά παντός που εναντιώνεται στο δρόμο της σωτηρίας.
Κάποτε ήταν ένας μοναχός και είχε πέσει σε αμέλεια πολλή. Τόσο ώστε και τον κανόνα του αφησε και στράφηκε προς το κόσμο.
Πήγε στην πατρίδα του την Κεφαλονιά.
Πήγε λοιπόν να προσκύνηση τον Αγιον Γεράσιμο.
Πηγαίνοντας λοιπόν να προσκυνήσει τον Άγιο, τον συναντά μια δαιμονισμένη στο δρόμο και του λέει.
Ξέρεις τι κρατάς στο χέρι σου;
Αχ, να ήξερες, ταλαίπωρε τι κρατάς στο χέρι σου;
Να ήξερες πόσο με καίει εμένα αυτό το κομποσκοίνι σου, και συ το κρατάς, έτσι από συνήθεια για το τύπο!
Εμβρόντητος έμεινε ο μοναχός.
Από Θεού ήταν να μιλήσει το δαιμόνιο. Συνήλθε. Τον φώτισε ο Θεός και λέγει στον εαυτό του.
Για δες τι κάνω ο ανόητος!
Κρατώ στο χέρι μου το δυνατότερο όπλο και δεν μπορώ να χτυπήσω ένα διάβολο.
Και όχι μόνο να τον κτυπήσω δεν μπορώ αλλά με σύρει και αιχμάλωτο όπου θέλει.
Ήμαρτον Θεέ μου.
Και την ίδια αυτή στιγμή αναχωρεί για το μοναστήρι.
Μετανοιωμένος έβαλε πάλι αρχή καλή. Τόσο πρόκοψε στην ευχή ώστε έγινε υπόδειγμα ωφέλειας και για τους άλλους.
Τον πρόλαβε και η ταπεινότητα μου αυτόν τον Γέροντα.
Δεν άκουγες από το στόμα του άλλο, παρά το Κύριε Ιησού ελέησον με!
Ακατάπαυστα.
Του έλεγες κάτι, σου έλεγε δυο λέξεις και η γλώσσα του γύρισε ευθύς στην ευχή.
Τόσο την είχε συνηθίσει. Τόσο τον είχε αλλοίωση.
82. Είπε πάλι. Γνωρίζω χιλιάδες ψυχές στο κόσμο, οι οποίοι βιάζουν τον εαυτό τους στην ευχή.
Έχουν θαυμαστά αποτελέσματα. Η ευχή τους τονώνει τον αγώνα τον πνευ
ματικό, τους φωτίζει μέσα τους και κάνουν βαθιά εξομολόγηση, ειλικρινά και πικραμένοι από τους λογισμους και τους πειρασμούς που ξεσηκώνει η ευχή, τρέχουν με λαχτάρα στα Αγια Μυστήρια.
Και δεν μπορούν να κάνουν χωρίς την ευχή.
83. Έλεγε για την αγαθή συνείδηση και υπακουή. Στην περιοχή της Άγιας Άννας στο Άθωνα ήταν ένα καλογέρι το οποίο κουβαλούσε τσουβάλια στάρι από τον αρσανά επάνω
Πολύς κόπος και πολλοί ίδρωτες.
Μια στιγμή άρχισε να λέγει με το λογισμό του. «Άραγε έχουμε μισθό για το τόσο κόπο και τους τόσους ιδρώτες που χύνουμε κάνοντας υπακουή στους Γεροντάδες μας;»
Ενώ, συλλογιζόταν αυτά, κάθισε λίγο να ξεκουραστεί.
Τότε του ήρθε λίγος ύπνος. Μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως, βλέπει την Παναγιά μπροστά του.
« Μη στεναχωριέσαι, τέκνο του λέει. Οι ιδρώτες αυτοί που χύνεις για την υπάκουη, κουβαλώντας τα τρόφιμα, ως μαρτυρικό αίμα ενώπιον του Υιού μου λογίζεται».
Ήρθε στον εαυτό του ύστερα και του έφυγαν οι λογισμοί, του έφυγε η στεναχώρια.
Κι οι πατέρες το έγραψαν στο πεζουλάκι και όποιος περνά από κει το διαβάζει.
84. Κοντά στο καθολικό της άγιας Άννας,, υπάρχει ένα σπιτάκι, που λέγεται του «Πατριάρχου».
Εκει ασκήτευε ένας Πατριάρχης ονόματι Κύριλλος.
Εγκατέλειψε τον πατριαρχικό θρόνο και ήλθε και έγινε καλόγερος.
Οι πατέρες κουβαλούσαν τα πράγματα στη πλάτη.
Λέγουν στον Πατριάρχη. «Εσύ γέροντας είσαι, παναγιότατε και αμάθητος, να σου
πάρουμε ένα γαιδουράκι, να φορτώνεις τα τρόφιμα σου».
Του πήραν ένα γαιδουράκι και κατέβαινε με αυτό.
Μια μέρα, ενώ ανέβαινε ο Πατριάρχης με το ζώο και οι άλλοι πατέρες με τα τρόφιμα στην πλάτη τους, κάθισαν λίγο να ξεκουραστούν. Ξαφνικά ο Πατριάρχης, μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως βλέπει την Παναγιά μαζί με τους αγγέλους.
Και η μεν Παναγιά είχε ένα δοχείο και πότιζε τους πατέρες, που κουβαλούσαν τα πράγματα, στην πλάτη τους, οι δε Άγγελοι είχαν μαντήλια, και σκούπιζαν τον ιδρώτα τους.
Βλέποντας έκπληκτος ότι σκούπιζαν και τον ιδρώτα από το γαιδουράκι, παρακαλούσε λέγοντας.
«Σκουπίστε και εμένα σας παρακαλώ». Τότε του λέει η Παναγία. «Πάτερ, εσύ δεν έχεις ίδρωτα, το γαιδουράκι θα σκουπίσουμε που έχει».
Τότε ξύπνησε και ήλθε στον εαυτό του.
Λέγει προς τους πατέρες.» Πάρτε το γαιδουράκι, γιατι ζημιώνουμε σε πολλά πράγματα.
Η Παναγία και οι Άγγελοι σκούπισαν το γαιδουρακι και όχι εμένα».
Έκτοτε τα κουβαλούσε και αυτός στην πλάτη του.
Ποσά και ποσά τέτοια δεν έχουν γίνει στην ζωή των πατέρων! Που να είμαστε να τα βλέπαμε!
Τώρα, σπανίως συναντούντε, χάθηκαν όλα.
85. Για την Θεία Κοινωνία είπε.
Μετα φόβου και ευλάβειας να στέκεσαι στην εκκλησία, γιατι αοράτος ο Χριστός μας με τους αγγέλους παρευρίσκεται.
Τους προσέρχοντες και ευλαβείς τους γεμίζει χάρη και ευλογία.
Τους απρόσεκτους κατακρίνει ως αναξίους.
Προσπάθησε να κοινωνείς συχνά όσο το δυνατό, γιατι η Θεια Κοινωνία είναι άριστο βοήθημα για τον αγωνιστεί κατ της αμαρτίας.
86. Τόνισε το εξής. Οι ηθικές δυνάμεις που έχουμε μέσα μας, όταν καθοδηγούνται από την Προσευχή, γίνονται ισχυρότερες από όλους τους πειρασμούς και τους νικούν.
Η συχνότης στην προσευχή δημιουργεί μια συνήθεια για προσευχή, που δεν αργεί να γίνει δεύτερη φύση και φέρει συχνά το νου και την καρδιά σε ανώτερη ψυχική κατάσταση.
87. Για την προσευχή είπε πάλι. Εάν επιθυμείς πραγματικά να αποδιώξεις κάθε αντιχριστιανική σκέψη και να εξαγνίσεις τον νουν σου, αυτό θα το πετύχεις μόνο με την προσευχή, γιατι τίποτα δεν μπορεί τόσο καλά να ρυθμίσει τις σκέψεις σου, όσο η προσευχή.
Το όνομα του Ιησού Χριστού που επικαλούμεθα στην προσευχή, περιέχει μέσα του αυτοϋπάρχουσαν και αυτενεργούσα ανορθωτική δύναμη.
Μην ανησυχείς λοιπόν από την ατέλεια και ξηρασία της προσευχής σου, αλλά περίμενε με επιμονή τον καρπό της συχνής επικλήσεως του Θειου Ονόματος.
88. Βλέπουμε ότι και λαϊκή στην προσευχή αγίαζαν.
Ο πατέρας του άγιου ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ του Παλαμά μέσα στα βασίλεια ήταν, μέσα στο υπουργικό συμβούλιο του Ανδρόνικου , του Βυζαντινού Αυτοκράτορα.
Παρ` όλο που είχε τόσες υποθέσεις και μέριμνες και σκοτούρες, δεν έμεινε αμέτοχος της προσευχής και της ωφέλειας και της προόδου από αυτήν.
Έτσι φανερώνεται ότι όπου ο άνθρωπος βρεθεί, όπου και αν σταθεί, οποια ζωή και αν κάνει, όταν αδολεσχήση στην προσευχή αυτή την θαυματουργή πετυχαίνει την χάρη του Θεού.

ΓΕΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ (1906-1982).
89. Είπε ο Γέροντας. Οι νηστείες, τα δάκρυα και οι προσευχές της Άγιας Μόνικας χάρισαν στην Εκκλησία, ένα Άγιο Αυγουστίνο! Οι σημερινές μητέρες ζουν εν Κυρίω;
Νηστεύουν και προσεύχονται; Πως περιμένουν, χωρίς να αγωνίζονται οι ίδιες με τα όπλα αυτά, να ευδοκιμήσουν τα παιδία τους στην πνευματική ζωή;
90. Τις παρά φύσιν παρεκτροπές των Σοδομιτών και Γομορριτών ο Θεός τις τιμώρησε με ένα «παρά φύσιν» τρόπο. Με βροχή δηλαδή όχι από νερό, αλλά από φωτιά και θειάφι!
Η φιληδονία και η φιλοσαρκία ψυχραίνει και εξαφανίζει την αγάπη στο Θεό.
Παλαιότερα οι άνθρωποι αισθάνονταν ντροπή όταν έπεφταν σε σαρκικά αμαρτήματα.
Σήμερα δυστυχώς τα αμαρτήματα αυτά γίνονται αδιάντροπα.
Και με τον κατήφορο που πήραμε, θα έλθει καιρός, που όχι μόνο δεν θα θεωρούνται πια αμαρτήματα, αλλά και θα επαινούνται! Ουαί και αλίμονο, όταν θα φτάσει η κοινωνία μας σ` εκείνο το σημείο.
91. Αυτός που πιστεύει στο Θεό, και έχει δυνατή πίστη, αισθάνεται σε κάθε βήμα της ζωής του την παρουσία του Χριστού, και νιώθει απέραντη χαρά και ειρήνη μέσα στην ψυχή του.
Αντίθετα ο ολιγόπιστος μεμψιμοιρεί, λυπάται για τα γήινα, γογγύζει εύκολα, ταράσσεται γεμίζει άγχος.
92. Υπάρχει πίστη αληθινή, όπως υπάρχει και πίστη ψεύτικη. αληθινή πίστη φαίνεται στην ώρα του πειρασμού. Η ψεύτικη πίστη ανθίζει μόνο στο καιρό των ανέσεων και μαραίνεται στην ώρα της δοκιμασίας.
93. Το αν κάποιος λογισμός σου είναι καλός, μη το κρίνεις από μόνος σου.
Να παίρνεις τη γνώμη του Πνευματικού σου.
Κι αν ο Πνευματικό σου βρίσκεται εκείνη την κρίσιμη στιγμή μακριά, να ζητήσεις τη γνώμη κάποιου πνευματικού και έμπιστου αδελφού σου.
Και ταυτόχρονα να παρακαλείς τον Θεό να σε φωτίσει και να σε πληροφορήσει για την ορθότητα ή όχι της κρίσεως σου. Εγώ όταν βρεθώ σε αδιέξοδο, και δεν έχω τη δυνατότητα να εμπιστευθώ εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή κάπου το πρόβλημα μου, τότε σταματώ και λέω. «Θεέ μου κάμε όπως ξέρεις!» και δεν ενεργώ μέχρι ότου με πληροφόρηση ο Θεός μέσα στη καρδιά μου.
94. Όταν ευλογεί ο ιερέας, μεταδίδει τη δύναμη και τη Χάρη του ΧΡΙΣΤΟΥ δια του Τιμίου Σταυρού.
95. Όσο ο ιερέας προσεύχεται στον Θεό για τους άλλους κατά την Θεία Λειτουργία, τόσο περισσότερο ελεείται από το Θεό ο ίδιος.
96. Όσο περισσότερο αγωνίζεσαι να αγαπάς το Θεό, τόσο περισσότερο αυτός σου αποκαλύπτεται.
97. Δεν υπάρχει χώρος παραμονής στη Βασιλεία των ουρανών γι` αυτούς που στην ψυχή τους δεν έχουν χώρο αγαπης για τους εχθρούς τους.
98. Ο πράος επηρεάζει και τους άλλους γύρω του!
Ειρηνεύει αυτούς που διαπληκτίζονται, γαληνεύει αυτούς που έχουν ταραχή και σύγχυση.
Ο πράος, και με μόνη τη θεά του, σκορπίζει ειρήνη και χάρη.
99. Ο στόχος του Πνευματικού όταν εξομολογεί, είναι να κερδηθεί ο αμαρτωλός!
100. Κι αν όλοι γύρω σου σ` εγκαταλείψουν, δεν πρέπει να επιτρέψεις στον εαυτό σου να αισθάνεται πως δεν έχεις ανθρώπινο στήριγμα.
Γιατι ο Πνευματικός σου υπόσχεται πως θα έχει τη φροντίδα και την έγνοιά σου.
ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΩ ΔΟΞΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-ΠΑΠΑ – ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ
-ΣΑΒΒΑΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.
-ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΠΑ – ΤΥΧΩΝΑ.
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι. ΚΕΛΙΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ –ΚΑΡΥΕΣ – ΆΓΙΟ ΌΡΟΣ.
-Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ. ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ – ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ ΣΙΨΑ ΔΡΑΜΑ.
-Ο ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. ΙΩΣΗΦ Μ.Δ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΛΥΔΙΑ.
-ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ . ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι.Μ.ΦΙΛΟΘΕΟΥ – ΑΓΙΟΝ ΌΡΟΣ.
-Ο ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΣ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ
ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ. ΑΓΙΟ ΌΡΟΣ.
-ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΗΤΟΣ. ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ. ΑΘΗΝΑ 1988
ΕΝΑΣ ΆΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ Π. ΙΑΚΩΒΟΣ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗ
Σ ΟΣΙΟΥ ΔΑΒΙΔ ΓΕΡΟΝΤΟΣ.
ΡΟΒΙΕΣ ΕΥΒΟΙΑΣ 1993.

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Το θαύμα της προσευχής των θλιμμένων και ταπεινών. ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ



   «Ο Κύριος, δεν ευαρεστείται με την προσευχή των υπερηφάνων. Όταν όμως θλίβεται η ψυχή του ταπεινού ανθρώπου, ο
Κύριος πάντα την εισακούει.

     Ένας γέρος ασκητής, που ζούσε στις πλαγιέςτου όρους Άθω, είδε ότι οι προσευχές των μοναχών ανέβαιναν στους ουρανούς· και
εγώ δεν εκπλήττομαι γι’ αυτό. Ο ίδιος γέροντας, όταν ήταν μικρός και έβλεπε την στεναχώρια του πατέρα του για την ανομβρία που απειλούσε να καταστρέψει την
συγκομιδή, απομακρύνθηκε στο βάθος του κήπου και προσευχήθηκε: 

    ‘‘Κύριε, Εσύ είσαι Ελεήμων, Εσύ μας δημιούργησες, Εσύ μας τρέφεις και μας ενδύεις όλους. Βλέπεις, Κύριε, πώς στενοχωριέται ο πατέρας μου για την ανομβρία. Ρίξε τώρα βροχή στην γη!’’. 

     Και τα σύννεφα κάλυψαν τον ουρανό και κατέβηκε η βροχή και πότισε την γη. 

     Ένας άλλος γέροντας που ζούσε κοντά στην θάλασσα, μου διηγήθηκε το εξής: 

     ‘‘Ήταν μια νύχτα σκοτεινή… Ο αρσανάς, ήταν γεμάτος από ψαρόβαρκες. Ξέσπασε θύελλα και πολύ γρήγορα δυνάμωσε. Οι βάρκες, άρχισαν να χτυπούν η μία την άλλη. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τις συγκρατήσουν, αλλ’ αυτό ήταν αδύνατον μέσα στην βροχή και την θύελλα. Επικρατούσε μεγάλη σύγχυση. Οι ψαράδες, φώναζαν με όλη τους την δύναμη και ήταν φοβερό να ακούς κραυγές φοβισμένων ανθρώπων! Λυπήθηκα τον λαό του Θεού και άρχισα να
προσεύχομαι με δάκρυα: 

     ‘Κύριε, κάνε την θύελλα να κοπάσει! Σταμάτησε τα κύματα! Λυπήσου τους πονεμένους ανθρώπους Σου και σώσε τους!’. 

     Και σταμάτησε η θύελλα, γαλήνεψε η θάλασσα, και οι άνθρωποι, με ειρήνη πλέον, ευχαριστούσαν τον Θεό’’. 


     Υπήρξε εποχή που νόμιζα ότι ο Κύριος κάνει θαύματα μόνο με τις προσευχές των αγίων. Τώρα όμως έμαθα ότι ο Κύριος θα κάνει
το θαύμα Του και στον αμαρτωλό, αμέσως μόλις ταπεινωθεί η ψυχή του. Γιατί, όταν ο άνθρωπος μάθει την ταπείνωση, τότε ο Κύριος εισακούει τις προσευχές του

     Πολλοί λένε, από έλλειψη πείρας, ότι ‘‘ο τάδε άγιος έκανε θαύμα’’, αλλά εγώ έμαθα ότι το Άγιο Πνεύμα που ζει μέσα στον άνθρωπο κάνει τα θαύματα. Ο Κύριος ‘‘πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι’’ (Α΄ Τιμ. β΄ 4) για να μένουν αιώνια μαζί Του. Γι’ αυτό και ακούει τις προσευχές του αμαρτωλού ανθρώπου και, αυτό, ή για το όφελος των άλλων ή για αυτού του ίδιου που προσεύχεται». 



ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
(1866–1938)

[Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ (1896–1993): «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», μέρος β΄, Λόγος κ΄ («Ασκητικές σκέψεις, συμβουλές και
παρατηρήσεις
»), σελ. 583–584, 10η έκδοση, Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2003.] 

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Κάρλ Γιάσπερς Αποκάλυψη και Στοχασμός Απόδοση : Στέλιου Σ. Κωσταρόπουλου




Η κατανόηση της αρχέγονης αποκαλύψεως είναι αυτό που αποκαλούμε θεολογία. Η ύπαρξή της σημαίνει και ύπαρξη της αποκαλύψεως. Από πού το συμπεραίνουμε;

Μπορεί κανείς να σκεφθεί ότι αυτή βασίζεται στην πραγματικότητα του Ιησού, όπως τον ανακαλύπτεις στα συνοπτικά Ευαγγέλια με την βοήθεια της κριτικής της ιστορίας. Αλλά ο αληθινός Ιησούς ήταν ανθρώπινος, τελευταίος από τους Εβραίους προφήτες, κήρυκας, εκφραστής της θελήσεως του Θεού, άγγελος κρίσεως, καταδίκης και τιμωρίας. Δεν ήταν ούτε αυτοδιορισμένος Μεσσίας, ούτε αυτοδημιούργητο μυστήριο, ούτε τέλος ο ιδρυτής μιας Εκκλησίας.

Η αποκάλυψη πιστεύεται επίσης ότι βασίζεται στο «κήρυγμα», στη πρώτη διδαχή των Αποστόλων, που αρχίζει με την έννοια του Ιησού ως Χριστού, της μεσσιανικής σημασίας του, βασισμένης στην αποδοχή της αναστάσεώς του.

Εκεί διακρίνουμε την αποκάλυψη από την κατανόησή της. Η Θεολογία προϋποθέτει κατανόηση του κηρύγματος, κι' αυτή η θεολογική κατανόηση
-απαρχή, αναφορικά με την αποκάλυψη καθαυτή, στη Καινή Διαθήκη- επιτρέπει και απαιτεί κριτική και συζήτηση για το αν κατανοούμε σωστά.

Αφότου το κήρυγμα μεταδίδεται με ανθρώπινους όρους, απολήγει αναπότρεπτα στην κατανόηση και συνακόλουθα στη Θεολογία, άσχετα με το πόσο πίσω πηγαίνουμε. Το ακούμε με μέτρα ανθρώπινα. Δεν μπορούμε να σύρουμε διαχωριστική γραμμή μεταξύ της απαιτούμενης υπακοής και της συνακόλουθα απαιτούμενης κριτικής συζητήσεως, μεταξύ αποκαλύψεως και κατανοήσεως. Βέβαια, η απαίτηση για υπακοή, που εμπεριέχεται στην αποκάλυψη, προηγείται της τάσεως να γίνει το κήρυγμα γενικά καταληπτό, όμως με την απαρχή ακριβώς της κατανοήσεως πέφτει σε λανθάνουσα κατάσταση. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι μένει σα σημείο συσχετίσεως, όπως νοείται τούτο στη γλώσσα, αν και καθαυτό εξεταζόμενο από καθαρά γλωσσική άποψη στερείται μεταδοτικότητος.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ, υπό Πανοσιολ. Αρχιμ. κ. Γρηγορίου Παπαθωμά, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών. (Φανάρι, Εορτή των Τριών Ιεραρχών



Πάλιν ημιν η ετήσιος μνήμη
Των του κόσμου φωστήρων εξέλαμψε
Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου
Και Ιωάννου του Χρυσοστόμου,
Των πιστών τας καρδίας φωτίζουσα
Τοις υπέρ Χριστού διά Σταυρού αυτών αγωνίσμασι.


Με παρόμοια και ανάλογα λόγια,
Παναγιώτατε Δέσποτα και Σεπτή των Αρχιερέων Χορεία,
Εξοχώτατε κ. Υπουργέ,
Σεβαστοί πατέρες και Φιλέορτοι πάντες,
Αγαπητοί συνδιδάσκαλοι και Αγαπημένα μας παιδιά,

ονοματίζει σήμερα η Εκκλησία μας και τιμά τη μνήμη των Τριών Ιεραρχών και Οικουμενικών Διδασκάλων. Στ’ αλήθεια, γιατί τάχα οι τρεις αυτοί άγιοι να είναι τόσο σημαντικοί, ώστε να τους αποκαλούμε «Οικουμενικούς Διδασκάλους» και μάλιστα να διεκδικούν αυτοί την ιστορική αποκλειστικότητα ως προστάτες των Γραμμάτων και ολοκλήρου της Παιδείας; Η απάντηση θαρρώ πως είναι καθοριστική για την βαθύτερη και ουσιαστική κατανόηση του πολλαπλού μηνύματος της σημερινής εορτής. Και είναι ιδιαίτερα πολλαπλό το μήνυμα, γιατί φέρει μέσα του προοπτικές και ορίζοντες προσανατολισμού και βιοτής για μικρούς και μεγάλους, και ειδικότερα για όσους εμπλέκονται άμεσα στην επίπονη απόπειρα πραγματώσεως αυτής της Παιδείας, δηλ. τους εκπαιδευτικούς, τους ποιμένες, τους γονείς και τα παιδιά.

Πριν από όλα, το μυστικό της επιτυχίας του κολοσσιαίου έργου των Τριών Ιεραρχών ευρίσκεται στο γεγονός ότι επέτυχαν ένα τόλμημα που μέχρι τότε άλλοι δεν το αποτολμούσαν ή αποτύγχαναν. Και το τόλμημα συνίσταται στο ότι έφεραν σε αληθινή συνάντηση δύο κόσμους που μέχρι την εποχή τους ενυπήρχαν και συμπεριφέρονταν ως δύο κόσμοι διαμετρικά αντίθετοι: από τη μια μεριά του Ελληνισμού, που μεσουρανούσε από την αυγή ακόμα της αρχαιότητος, και από την άλλη του Χριστιανισμού, που μόλις τότε εξερχόταν από τους διωγμούς και τις γονικές κατακόμβες. Δεν εστάθηκαν όμως προκατειλημμένοι μπροστά στο γεγονός ότι οι θιασώτες και οι σαρκωτές των διωγμών κατά μυριάδων μαρτύρων ήταν φορείς του πνεύματος που ξεπηδούσε μέσα από τον Ελληνισμό της αρχαιότητος και της ειδωλολατρίας. Αντίθετα, ενέσκυψαν και θέλησαν να δουν βαθύτερα. Γιατί διαπίστωσαν με το οξύ πνεύμα που τους διέκρινε, πως μέσα και πίσω από την ανελέητη πολεμική των διωγμών κρύβονταν ασίγαστη η δίψα για την Αλήθεια και μια ακοίμητη λαχτάρα για την ζήση της. Γι’ αυτό και τόλμησαν, προχώρησαν και νίκησαν. Εμελέτησαν σε βάθος και εμπεριστατωμένα την αρχαία φιλοσοφία και την αρχαιοελληνική κληρονομιά. Κάτοχοι οι ίδιοι της Ελληνικής παιδείας, εγνώριζαν από μέσα τις αδυναμίες του αρχέγονου Ελληνισμού, αλλά προ πάντων τις αναζητήσεις του. Και το εγχείρημα που επραγματοποίησαν ήταν να προσλάβουν και να βαπτίσουν τον Ελληνισμό στα νάματα του Χριστιανισμού. Και μέσα από εκείνη την κολυμβήθρα ξεπήδησε ένας καινούργιος κόσμος, του οποίου η ονομασία προδίδει τόσο την καταγωγή του όσο και τους δημιουργούς του, ή, ακριβέστερα, προέκυψε μια καινούρια σύνθεση – και επιτρέψτε μου τον όρο και τον νεολογισμό: η Εκκλησιακή Καθολικότητα και Ορθοδοξία, η Ορθοδοξία της Εκκλησίας. Αυτή είναι που στη συνέχεια μεγαλούργησε ως τρόπος υπάρξεως αλλά και ως τρόπος ζωής σε παγκόσμια κλίμακα και σε ολόκληρη την Οικουμένη. Οι Τρεις Ιεράρχες είναι εκείνοι που επέτυχαν οντολογικά η σύνθεση αυτή να είναι και Ορθοδοξία της ζωής και Ορθοδοξία της Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, την Εκκλησιακή Ορθοδοξία την οφείλουμε στην Θεολογία τους και στην διδασκαλία τους. Εάν ερωτούσαμε όσους εμελέτησαν και όσους ενεβάθυναν στην διδακαλία τους, θα μας έλεγαν και ότι και οι τρεις έφθασαν στα απώτερα ύψη Θεολογίας και κανείς μεταγενέστερος δεν τους ξεπέρασε. Οι δύο πρώτοι, ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος, είναι οι δύο Καππαδόκες, που με τον άνωθεν φωτισμό διαφώτισαν και διασαφήνισαν σε κάθε της πτυχή την Τριαδικότητα του Θεού, και κανείς μετά από αυτούς δεν προσέθεσε κάτι καινούργιο. Το ίδιο ισχύει και με τον τρίτο άγιο των Τριών Ιεραρχών, τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Κανείς μετά από αυτόν δεν τροποποίησε κάτι από την Θεία Λειτουργία του, ούτε αποπειράθηκε να φτιάξει κάποια άλλη. Αυτή η Θεία Λειτουργία που εκρυστάλλωσε ο Χρυσόστομος, παραμένει αξεπέραστη σε Ανατολή και Δύση, και φθάνει μέχρι τις ημέρες μας και μέχρι τους αιώνες, και είναι αυτή που μας χαρίζει τον αρραβώνα της Βασιλείας και μας εντάσσει ήδη και σωματικά σε αυτήν.  Αυτά θα αποτελούσαν δύο από τα πάμπολλα παραδείγματα που θα μπορούσαμε ενδεικτικά να παραθέσουμε, και που συνιστούν αυτό που αποκάλεσα πιο πάνω: Εκκλησιακή Ορθοδοξία των Τριών Ιεραρχών.

Σήμερα όμως αυτή η Εκκλησιακή Καθολικότητα, η πατερική αυτή σύνθεση μετατράπηκε στους χώρους μας και στην παράδοσή μας σε ιδεολογία εθνική, σε ιδεολογία κρατική και στην πράξη σε ιδεολογία ατομικιστική ενώ είχαμε πανανθρώπινο χρέος να διατηρήσουμε ατόφια αυτήν την σύνθεση και αυτόν τον τρόπο υπάρξεως και ζωής μπροστά στα μάτια τόσων μυριάδων ανθρώπων και προ πάντων μπροστά στα μάτια της κάθε νέας γενιάς. Αν η Εκκλησιακή Ορθοδοξία γίνει ιδεολογία, όσο και αν αυτή αποτελεί συνεκτικό κρίκο μιας ομάδος ανθρώπων, δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι για πολύ και δεν μπορεί ποτέ να αποτελέσει καθολικό τρόπο ζωής. Να γιατί σήμερα, ενώ υποτίθεται ότι όλοι μας εμφορούμαστε από την ίδια στάση ζωής απέναντι στην Εκκλησία και την Ορθοδοξία της, δεν μπορούν αυτά τα δύο να μας ενώσουν, να μας συνδέσουν, να μας κάνουν ένα σώμα, μια ψυχή, έναν λαό, και να συνεχίσουμε έτσι το εκκλησιαστικό γίγνεσθαι που οι Πατέρες μας εκληροδότησαν σε εμάς. Αλλά αναλωνόμαστε σε προσωπικές ή ομαδικές διαμάχες ιδεολογικής καθαρά υφής με αποτέλεσμα τόσο η Εκκλησία όσο και η Ορθοδοξία της να μετατρέπονται σε ουτοπία και σε ζωή απηρχαιωμένη. Να γιατί σήμερα επίσης, ενώ όλοι μας απευθυνόμαστε προς τα έξω και προς τρίτους αγωνιζόμενοι ειλικρινά να φανερώσουμε στον κόσμο τους δύο αυτούς ταυτόσωμους σηματοδότες της πανανθρώπινης ζωής, οι άνθρωποι εύκολα τα απορρίπτουν ως ανεδαφικά, ως ουτοπία, ως μη έχοντα κανένα, μα κανένα μήνυμα για την σύγχρονη ζωή.

Πρώτοι εμείς, λοιπόν, αλλοτριώσαμε το μεγαλείο της κληρονομιάς των Πατέρων μας, των Τριών Ιεραρχών, που εορτάζουμε σήμερα, γιατί αλλοιώσαμε το περιεχόμενο του τρόπου ζωής που αυτοί εσμίλεψαν πνευματικά και πολιτισμικά και έθρεψαν τόσες και τόσες γενιές, αλλά και τόσους «λαούς, φυλές κα γλώσσες, με τα μεγαλεία του Θεού» . Και αυτή η αλλοτρίωση είχε μια διπλή συνέπεια: ούτε οι άλλοι να ζουν στην πνοή ενός νέου – εν Χριστώ – οντολογικού τρόπου ζωής, ούτε και εμείς να μένουμε ικανοποιημένοι, με αποτέλεσμα να αναζητούμε τους άλλους τρόπους ζωής που δεν ταιριάζουν ούτε στην κληρονομιά μας, ούτε στις αναζητήσεις μας. Εάν για παράδειγμα λάβουμε υπ’ όψιν μας τα τεκταινόμενα τελευταίως στο ελλαδικό γίγνεσθαι, στο αναλογικά πρόσφατο αυτό κρατικό σχήμα του υπερτρισχιλιετούς Ελληνισμού, θα δούμε ότι μας δέρνει και μας ταλαιπωρεί ένας ανίατος μιμητισμός σε όλο το φάσμα της ζωής, γιατί εγκαταλείψαμε την δημιουργική πολιτισμική κληρονομιά των Πατέρων μας και το πρωτοπόρο τους γίγνεσθαι και δημιουργείν, και προσδεθήκαμε στο άρμα αλλά και στη συνεχή αναζήτηση ξένων οντολογικών προτύπων. Οι Τρεις αυτοί Άγιοι μας ανέδειξαν πρωτοπόρους, και σήμερα εμείς εφθάσαμε να είμαστε αποπροσανατολισμένοι και ουραγοί. Γι’ αυτό και το μήνυμα της εορτής των Τριών Ιεραρχών είναι επίκαιρο, αφυπνιστικό, προσανατολιστικό και αλάνθαστος ενδείκτης της πορείας μας.

Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν πρωτίστως οι στυλοβάτες της Εκκλησιακής Ορθοδοξίας, η οποία Εκκλησιακή Ορθοδοξία, ας το επαναλάβουμε ακόμα μία φορά, δεν έχει καμία σχέση με εθνικισμούς και κρατισμούς που υποδουλώνουν το πνεύμα σε ενδοκοσμικές σκοπιμότητες. Είναι κατηγορία πνευματική, οντολογική, πολιτισμική και εσχατολογική. Αγκαλιάζει όλον τον κόσμο. Δεν γνωρίζει φύλα, φυλές, χρώματα, θρησκευτικές ομολογίες («ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ» ). Γι’ αυτό και έγκριτα η Ιστορία τους προσέφερε με παρρησία την εύστοχη ονομασία «Οικουμενικοί Διδάσκαλοι» και «Πόλου νοητού αστέρες σελασφόροι». Γιατί εχάρισαν στον κόσμο όχι μόνον το «ευ ζην», αλλά γιατί άνοιξαν κυρίως τον δρόμο του «εσχατολογικώς ευ ζην». Και αυτής της κληρονομιάς είμαστε κληρονόμοι. Μιας κληρονομιάς που δεν συγκρίνεται με τα πλούτη, με εξουσίες κα με όλα τα μεγαλεία του κόσμου. Να γιατί – και μόνον έτσι εξηγείται γιατί – όλοι οι μάρτυρες και όλοι οι άγιοι, που προβάλλει η Εκκλησία μας καθημερινά μέσα στο χρόνο ως πρότυπα και οδηγούς στη ζωή μας, έδιναν τα πάντα και στο τέλος την ζωή τους την ίδια, για να γίνουν μέτοχοι και κοινωνοί αυτού του μεγαλείου που ανθρώπινες λέξεις και ανθρώπινες γλώσσες αδυνατούν να περιγράψουν και να ορίσουν.

Αλλά οι Τρεις Ιεράρχες δεν εστάθηκαν σε θεωρητικά κατασκευάσματα, προχώρησαν κατ’ αρχήν βαθύτερα. Πριν απ’ όλα καθόρισαν την σχέση που μπορεί να διέπει τον δάσκαλο με τον μαθητή, μία πρακτική και μία διάσταση Παιδείας, που σήμερα δυστυχώς έχουν ατονίσει αρκετά. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα πει χαρακτηριστικά: «Ουδέν ούτω προς διδασκαλίαν επαγωγόν, ως το φιλείν και το φιλείσθαι» . «Τίποτε καλύτερο δεν διέπει την διδασκαλία παρά μόνο η αγάπη, δηλ. να αγαπά ο δάσκαλος και να αγαπάται από τον μαθητή». Δεν βλέπει άλλο κίνητρο διδασκαλίας ο Χρυσόστομος παρά μόνον την αγάπη για το παιδί. Να που βρίσκεται η ιδιαιτερότητα του διδάσκοντα. Πρώτος ο διδάσκαλος αγαπά και αυτή η αγάπη του εστιάζεται στο να χειραγωγήσει το παιδί από την φυσική αμάθεια σε πλατείς ορίζοντες όχι μόνον γνώσεως αλλά και τρόπου ζωής. Και ο τρόπος ζωής στον οποίο θα εθίσει ο διδάσκων το παιδί δεν είναι άλλος παρά η αγάπη! Και όταν μάθουν τα παιδιά μας να αγαπούν, θα ξέρουν τότε και τις αποκτηθείσες γνώσεις να αξιοποιήσουν σωστά, και να ζήσουν ρεαλιστικά και αρμονικά στο οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον. Συχνά πιστεύουμε πως ο διδάσκων μιλά από θέση υπεροχής και αυθεντίας. Οι Τρεις Ιεράρχες προτείνουν μίαν άλλη θέση, αυτήν της καρδιάς του παιδιού! Το παιδί αντιλαμβάνεται πολύ εύκολα την αγάπη του δασκάλου, όταν αυτός μπορεί να αγαπά, και τότε τον τοποθετεί μες στην καρδιά του, χωρίς να μπορεί να κρύψει την αγάπη του γι’ αυτόν. Η αποδοχή του διδάσκοντα σημαίνει αυτόματα και αποδοχή αυτών που επαγγέλλεται. Γι’ αυτό και η αγάπη προηγείται πάντοτε της παροχής των οποιωνδήποτε γνώσεων. Όσοι διδάσκοντες εξεκίνησαν αντίστροφα, ή δεν κατάφεραν να αγαπήσουν το παιδί ή απέτυχαν οικτρά στην εκπαιδευτική τους απόπειρα. Δεν υπάρχει ίσως ωραιότερη στιγμή για τον εκπαιδευτικό από αυτήν που θα νιώσει ότι η παιδαγωγική του σπορά είχε καρπούς γνώσεων αλλά και αγάπης. Όταν θα νοιώσει τους μαθητές του να τον αγαπούν. Και τα παιδιά ξέρουν να αγαπούν. Ίσως και τότε να είναι η στιγμή της συνειδητοποιήσεως για τον διδάσκοντα πως το παιδί, το κάθε παιδί, γίνεται μέρος του εαυτού του, νους εκ του νοός του και καρδία εκ της καρδίας του, μέρος της υπάρξεως του. Έτσι, λοιπόν, η σχέση που διέπει διδάσκοντες και μαθητές είναι σχέση αγαπητική, σχέση προσωπική και σχέση αμοιβαιότητος. «Ουδέν ούτω προς διδασκαλίαν επαγωγόν, ως το φιλείν και φιλείσθαι» .

Οι Τρεις Ιεράρχες πληθωρικά απευθύνουν μηνύματα και παραινέσεις και προς τους γονείς. Γονείς, λένε, μην ξεχνάτε πως τα παιδιά σας είναι πρόσωπα, ως εικόνες του Τριαδικού Θεού, τρυφερές υπάρξεις και ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Κάθε ενέργειά σας έχει βαθύ αντίκτυπο στην ευαίσθητη ύπαρξη τους. Πάνω από όλα όμως τα παιδιά προσβλέπουν προς τους μεγάλους, γονείς αλλά και διδάσκοντες, και η συμπεριφορά των μεγάλων είναι αυτή που καθορίζει το ήθος και την ψυχική διάπλαση, την διαμόρφωση οντολογικού φρονήματος αλλά και την μετέπειτα συμπεριφορά τους. Για να νοιώσουμε καλύτερα την βαρύτητα αυτών των λόγων, θα ήθελα να παραθέσω την χαρακτηριστική φράση του Γρηγορίου, όντας αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, για τον αδελφικό του φίλο τον Βασίλειο, σχολιάζοντας την μεγάλη αποδοχή που είχαν τα λόγια του, από τον λαό της Καππαδοκίας, αλλά και ολοκλήρου της Οικουμένης: «Βροντή σείο λόγος, αστεροπή δε βίος» . «είναι ο λόγος σου βροντή, γιατί η ζωή σου είναι αστραπή».

Έτσι, λοιπόν, και εμείς, αγαπητοί γονείς και αγαπητοί διδάσκαλοι, για να είναι ο λόγος μας βροντή και να ακούγεται από τα παιδιά μας, χρειάζεται η ζωή μας να είναι αστραπή, κρυστάλλινη, δυναμική και διάφανη. Απατώνται όσοι πιστεύουν ίσως ότι τα παιδιά μας ακούν μόνο τα λόγια μας και αγνοούν ή αδιαφορούν για το ήθος μας. Ο ιερός άμβων θέλει στο σημείο αυτό να καταθέσει ενώπιον Σας την εμπειρία του ως εκπαιδευτικού. Η βιοτή μας είναι αυτή που γίνεται κομιστής των λόγων μας μπροστά στα γεμάτα αναζήτηση μάτια των παιδιών και τον ανέγγιχτο ψυχικό τους κόσμο. Αυτή βεβαιώνει την αληθινότητά τους. Χωρίς βιοτή παιδαγωγική ενδεδειγμένη, το εκπαιδευτικό μας έργο δεν έχει κύρος μπροστά στα μάτια των παιδιών. Οι Τρεις Ιεράρχες εδώ δανείζονται έναν πολύ μικρό λόγο του Χριστού, όταν Εκείνος απέστειλε τους μαθητές Του να διδάξουν (σ)τον κόσμο, ο οποίος λέει λακωνικά: «του ποιήσαι και διδάξαι» . Να το θεμέλιο της διδαχής και της διδασκαλίας. Πρώτα θα ποιήσει ο διδάσκων και μετά θα διδάξει. Πρώτα θα ποιήσει ο γονιός και ύστερα το παιδί θα ακολουθήσει το παράδειγμά του. Πώς θα περίμενε κανείς να ενεργήσει θετικά το παιδί, όταν το παράδειγμα των μεγάλων που το χειραγωγούν, γονιών ή εκπαιδευτικών, είναι αρνητικό; Πώς το παιδί θα διάγει εν ειρήνη, όταν οι μεγάλοι με την αρνητική τους συμπεριφορά του διαταράσσουν τον αρμονικό του κόσμο; Πώς το παιδί θα αποδώσει δικαιοσύνη, όταν βλέπει τους μεγάλους τριγύρω του να αδικούν κατάφωρα, ασύστολα, σε βάρος των άλλων; Πώς τα παιδιά μας θα ασχοληθούν με τα μεγάλα και υψηλά, όταν βλέπουν τους μεγάλους να αναλώνονται σε μικρότητες και ανούσιος διαξιφισμούς; Πώς, τέλος, το παιδί θα καλλιεργήσει ενότητα και συνεργασία, όταν βλέπει τους μεγάλους να φατριάζουν, να διχάζονται, να υποβλέπει και να υποσκάπτει ο ένας τον άλλον, χωρίς να ομονοούν; «Βροντή σείο λόγος, αστεροπή δε βίος» .

Θεωρώντας ότι αναμεταδίδω τον απόηχο της διδασκαλίας των Τριών Ιεραρχών με ένα σχήμα, θα μπορούσα να πω πως την κάθε χώρα στον κόσμο, δυο παράγοντες, δυο φορείς την κυβερνούν: οι πολιτικοί άρχοντες και οι διδάσκοντες εκπαιδευτικοί, αλλά με μία …μικρή διαφορά: οι πολιτικοί άρχοντες κυβερνούν την κάθε χώρα του σήμερα, μα οι διδάσκοντες εκπαιδευτικοί την κάθε χώρα του αύριο. Όντας, λοιπόν, «κυβερνήτες» της νέας γενιάς που ανατέλλει στο νέο παγκοσμιοποιημένο κοινωνικό ορίζοντα, καλούμαστε όλοι μας, να χαράξουμε πορεία, μέσα από την οποία θα περάσει το ιστορικό γίγνεσθαι του αύριο. Η δική μας στάση και οι δικές μας επιλογές θα είναι αυτά που θα εγκαλέσουν την μνήμη ή την λήθη της Ιστορίας. Οι Τρεις Ιεράρχες μας κληροδότησαν παράδειγμα: υπήρξαν Οικουμενικοί Διδάσκαλοι!...

Τέλος, σε εσάς, αγαπημένα μας Παιδιά, θα ήθελα να απευθύνω τον τελευταίο λόγο. Αν με ερωτούσατε τι τάχα θα είχα να σας προτείνω ως σηματοδότη στην προσωπική σας πορεία, θα σας απαντούσα ανεπιφύλακτα:  τους τρεις Ιεράρχες!... Σας βεβαιώνω πως έχουν όλα τα χαρακτηριστικά που επίμονα αναζητά ένα παιδί, ένας έφηβος, ένας νέος, και θα εκπληρώσουν απόλυτα τις αυγινές σας προσδοκίες. Σας καλώ να κάμετε κάτι που θέλω να πιστεύω ότι θα είναι σταθμός στην ζωή σας.

Βρισκόμαστε στο χώρο της Μητέρας μας Εκκλησίας, του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου. Είναι αυτό που επί αιώνες ολόκληρους κράτησε άσβεστη τη δάδα της Παιδείας των Τριών Ιεραρχών. Είναι επίσης ο χώρος που συστήθηκε ιστορικά το Πανδιδακτήριο, το πρώτο Πανεπιστήμιο συνόλου του κόσμου, εκείνο της Μαγναύρας, ως απότοκο του Πνεύματος και της Παιδείας των Τριών Ιεραρχών. Το Πατριαρχείο μας αποδείχτηκε πρότυπο της καλλιέργειας των Γραμμάτων και της διαχρονικής Παιδείας, αναδεικνύοντας μεγάλους διδασκάλους, που υπηρέτησαν την Εκκλησία και το Γένος. Το ίδιο και σήμερα, στην ίδια προοπτική, διακρίνεται αυτό σε ολάκερη την Οικουμένη. Η Μητέρα αυτή Εκκλησία ιστορικά, και ελεύθερη αλλά και Σταυρωμένη, καλλιέργησε με συνέπεια τα Γράμματα και την Παιδεία. Και εσείς έχετε το ιστορικό προνόμιο να ζείτε, να σπουδάζετε και να κινείσθε στους κόλπους της. Να επιδοθείτε στις σπουδές σας συνολικά. Να μελετήσετε τους Πατέρες, να τους καταστήσετε σηματοδότες στην πορεία σας. Με οδηγό, αρωγό κα συνοδοιπόρο τον άρχοντα των Πατέρων του Πατριαρχείου μας, τον Οικουμενικό μας Πατριάρχη, να πορευθείτε στη ζωή σας. Η Μητέρα Εκκλησία έχει φροντίσει, ώστε η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή να είναι ένα πρότυπο. Μαζί με τη Φυσική, τα Μαθηματικά, τη Φιλοσοφία, τα οποία ήταν τα θεμελιώδη μελετήματα των Αρχαίων Ελλήνων, η Σχολή αυτή και τα άλλα Ιστορικά Σχολεία της Πόλεως, το Ζάππειο και το Ζωγράφειο, τα οποία απέδωσαν και συνεχίζουν αταλάντευτα να αποδίδουν καρπούς, καλλιεργούν και τις νέες επιστήμες που προέκυψαν στην ιστορική διαδρομή της ανθρωπότητος, όπως ακριβώς θα το ήθελαν οι Τρεις Ιεράρχες. Έτσι, θα αποδειχτείτε αληθινοί Ρωμιοί, διάδοχοι και συνεχιστές των Αγίων που τιμούμε σήμερα, εσείς, η ελπίδα και το καμάρι της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, της Μεγάλης Μάνας μας, η απαντοχή του Γένους και της πονεμένης Ρωμιοσύνης.

Εσείς, παιδιά μας αγαπημένα, που αποτελείται την παρηγοριά του σήμερα και την ελπίδα του αύριο, δώστε εσείς την βεβαιότητα της νιότης, του «άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρονες» του αρχαίου χορού των Σπαρτιατών, που στην απλή γλώσσα μεταφράζεται «εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροί σας», στηριγμένοι στο αρχέτυπο Παιδείας και στην οικουμενικότητα των Τριών Ιεραρχών. Πάρτε πυξίδα και προχωρείτε θαρρετά. Οι Τρεις Ιεράρχες είναι η πυξίδα σας, αυτοί είναι τα «πυξία του Πνεύματος» . Και να είστε σίγουροι πως θα γίνετε σηματοδότες, σηματοδότες ζωής, σηματοδότες πολιτισμού, σηματοδότες του νέου Ευρωπαϊκού και παγκοσμιοποιημένου οικουμενικού πολιτισμού, και πάνω απ’ όλα, σηματοδότες της αενάου Εκκλησιακής Ορθοδοξίας.