Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Ευάγριος ο Ποντικός: Μοναχική υποτύπωση που διδάσκει πως πρέπει να εκτελείται η άσκηση και η ησυχία


 
Ευάγριος ο Ποντικός
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΟΜΟΣ Α'

    Σύντομη βιογραφία

Ο σοφός και λόγιος Ευάγριος είχε ακμάσει γύρω στο έτος 380. Χειροτονήθηκε αναγνώστης από το Μ. Βασίλειο, και από τον αδελφό του Μ. Βασιλείου, το Γρηγόριο Νύσσης, χειροτονήθηκε διάκονος. Διδάχτηκε τα ιερά γράμματα από το Γρηγόριο το Θεολόγο, τον όποιον έγινε Αρχιδιάκονος, όταν ήταν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, σύμφωνα με την πληροφορία του Νικηφόρου Καλλίστου (βιβλίο ια', κεφάλ. μβ'). Κατόπιν αφού εγκατέλειψε τον κόσμο, ασπάστηκε το μοναχικό βίο. Προικισμένος με οξύτητα νου και με δεινότητα διατυπώσεως, μας άφησε πολλά και διάφορα συγγράμματα. 
Ύστερα από μια ρομαντική περιπέτεια και κατά σύσταση της αγίας Μελάνης της Ρωμαίας, ο Ευάγριος από τον Πόντο, γι' αυτό και Ποντικός καλούμενος, αναχώρησε για την έρημο της Αιγύπτου και υποτάχθηκε στον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο. Πρόκειται για τον αρχιδιάκονο που χειροτόνησε ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης και υπηρέτησε τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο όταν πατριάρχευσε για λίγο διάστημα στην Κωνσταντινουπολη και από τον οποίο στοιχειώθηκε στα θεολογικά γράμματα. Άνδρας με εξαιρετική ευφυΐα, που ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τον αναγνωρίζει ως «λεπτόν εις το νοήσαι και δεινόν εις το φράσαι».
Έγινε περιβόητος σε όλη την Ανατολή και θεωρείται ότι άσκησε αποφασιστική επίδραση στην διαμόρφωση της ασκητικής παραδόσεως και ίσως συγκαταλεγόταν μεταξύ των οσίων της ερήμου, αν τα ωριγενιστικά του φρονήματα δεν τον καθιστούσαν αμφίβολο, που γι' αυτό τον λόγο τον καταδίκασε η Ε' οικουμενική Σύνοδος.
Το γεγονός ότι τα πολλαπλά έργα του βρίσκονται μέσα στην πνευματική παράδοση, δίνει το μέτρο της αξίας του, γι' αυτό και οι ανθολόγοι της Φιλοκαλίας έχουν συμπεριλάβει τη «Μοναχική Υποτύπωση», «Κεφάλαια περί διακρίσεως παθών και λογισμών», όπως και πέντε Κεφάλαια από τα Νηπτικά του, που το περιεχόμενο, η δομή τους, οι οξείες πνευματικές παρατηρήσεις του και οι λεπτές διακρίσεις του επάνω στα ψεκτά πάθη, τους λογισμούς και τις αρετές, τον έχουν καταστήσει διάσημο στην Ανατολή και τη Δύση.
Όπως όλοι οι ασκητικοί και νηπτικοί Πατέρες, έτσι και ο Ευάγριος, αναχωρώντας από τις προϋποθέσεις της ευαγγελικής διδασκαλίας και μέσα στα πλαίσια της μέχρι τότε πνευματικής παραδόσεως, στρέφεται συνεχώς γύρω από τα προβλήματα των λογισμών, των παθών της ψυχής και των αρετών. Η διδασκαλία του απευθύνεται κυρίως προς τους ησυχαστές και κατ' επέκταση προς όλους τους μοναχούς και υποδεικνύει τρόπους ασκήσεως, αποκαλύπτει τις μεθοδείες των δαιμόνων, αναλύει την φύση των ψυχικών παθών και προτείνει τα μέσα αντιμετωπίσεώς τους.
Ο λόγος του σαφής, βαθύς, κοφτερός, διεισδυτικός, με αισθητή την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, τον έχει αναδείξει σε κορυφαίο δάσκαλο της ασκητικής και ησυχαστικής παραδόσεως, μέχρι του σημείου, ώστε ο διάσημος σύγχρονος μας Ρώσος θεολόγος, μακαρίτης ήδη, Γεώργιος Φλωρόφσκυ να τον θεωρεί ως υπόδειγμα εμπειρίας και σκέψεως του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή.
Όλη η μέχρι σήμερα ησυχαστική παράδοση παρουσιάζει μια θαυμαστή ενότητα, φυσικά με τις παραλλαγές της, μέσα στην οποία είναι ενσωματωμένη η διδασκαλία του Ευαγρίου. Παρά το γεγονός ότι ορισμένα ακραία σημεία της δεν γίνονται δεκτά από τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, όμως στην Κλίμακα του μπορεί κανείς να διακρίνει Ευαγριακές θέσεις και εκφράσεις, έστω και αν τον αποκαλεί «θεήλατο», ίσως περισσότερο για τα καταδικασθέντα ωριγενικά του φρονήματα.
Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι τα αποδιδόμενα στον άγιο Νείλο τον Ασκητή «153 Κεφάλαια περί προσευχής», ανήκουν, υπό την πίεση ιστορικών και φιλολογικών στοιχείων, στον Ευάγριο τον Ποντικό, τα οποία παρουσιάζουν πλήρη σχεδόν εναρμόνιση με τη ρωμαλέα και κάπως ελληνική σκέψη του. Άλλωστε ο ίδιος παραπέμπει στα 153 κεφάλαια με τη φράση: «Τις δε και η αιτία του τα νοήματα των αισθητών πραγμάτων χρονίζοντα, διαφθείρειν την γνώσιν, εν τοις περί Προσευχής Κεφαλαίοις ελέχθη». Άλλα κεφάλαια περί προσευχής δεν έγραψε πλην των 153.
Σαν ασκητής με πλούσιες ησυχαστικές και πνευματικές εμπειρίες, ο Ευάγριος μπορεί να θεωρηθεί ως αυτός που ανέπτυξε περισσότερο τη δαιμονολογία των ερήμων και αποκάλυψε τις πιο καταπληκτικές και πιο απίθανες μεθοδείες των πονηρών πνευμάτων, για την περιγραφή των οποίων, όπως γράφει ο ίδιος, αισχύνεται.
Όπως ήδη σημειώσαμε, ο Ευάγριος έχει ασκήσει σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της μεταγενέστερης ησυχαστικής γραμματείας που αναφέρεται στα θεμελιώδη πάθη, ώστε συγγράμματα μεταγενεστέρων ασκητικών πατέρων να θεωρούνται μεταγραφή από τα έργα του, κατά την κρίση συγχρόνων καλών θεολόγων.
Τα περιληφθέντα στη Φιλοκαλία ανθολογήματα από τα έργα του, μπορεί να θεωρηθούν ως τα πιο αντιπροσωπευτικά των βαθύτατων πνευματικών εμπειριών του, της ευρύτατης σκέψεως του και των θαυμαστών και καθαρών συλλήψεών του, που θα ήταν αρκετά αυτά να τον κατατάξουν μεταξύ των Πατέρων της Έρημου, αν, όπως ήδη σημειώσαμε, δεν παγιδευόταν από τα γοητεύοντα την ελληνική σκέψη του ωριγενικά φρονήματα.
Πηγές της διδασκαλίας του Ευαγρίου αποτελούν οι Γραφές. Οι αναφορές στο τετραυάγγελο, στους Αποστόλους, στο ψαλτήρι και στους Προφήτες είναι πυκνότατες, για να θεμελιώσει τις πνευματικές και ασκητικές εμπειρίες του, που ανακεφαλαιώνονται στις θεμελιώδεις ασκητικές πράξεις νηστείας, αγρυπνίας, προσευχής, στην καθαρότητα της ψυχής από ακάθαρτους λογισμούς και στη μελέτη των αγίων Γραφών. Και «τότε, λέει, θα ανατείλει στην καρδιά σου απάθεια και θα δεις στην προσευχή σου νου αστεροειδή».

Μοναχική υποτύπωση που διδάσκει
 πως πρέπει να εκτελείται η άσκηση και η ησυχία

     Στο βιβλίο του προφήτη Ιερεμία λέγεται το εξής• «Να μην πάρεις γυναίκα σ' αυτόν τον τόπο, γιατί λέει ο Θεός για τα αγόρια και τα κορίτσια που γεννιούνται σ' αυτόν τον τόπο, ότι θα αρρωστήσουν και θα πεθάνουν». Τούτο είναι ένδειξη εκείνου που λέει ο Απόστολος• «Εκείνος που ήρθε σε γάμο φροντίζει για τα κοσμικά και πως να αρέσει στη γυναίκα και διαφέρει από τον άγαμο• και η γυναίκα που παντρεύτηκε φροντίζει τα του κόσμου και πως να αρέσει στον άνδρα». Και είναι φανερό ότι εκείνο που είπε ο Θεός στον προφήτη Ιερεμία, το ότι δηλ. «θα αρρωστήσουν και θα πεθάνουν», δεν το είπε μόνο για τα αγόρια και τα κορίτσια που θα γεννηθούν από το γάμο, αλλά ότι και οι σαρκικοί λογισμοί και οι επιθυμίες, που γεννιούνται μέσα στη καρδιά, μέσα στο νοσηρό και άρρωστο και διεφθαρμένο φρόνημα του κόσμου τούτου, θα πεθάνουν και αυτοί και δε θα κληρονομήσουν την επουράνια ζωή. «Ενώ ο άγαμος», λέει ο Απόστολος, «μεριμνά τα του Κυρίου, πως θ' αρέσει στον Κύριο» και πως να γεννήσει τους αειθαλείς και αθάνατους καρπούς της αιώνιας ζωής.

Τέτοιος είναι ο μοναχός. Και τέτοιος πρέπει να είναι. Να απέχει από γυναίκα, να μη γεννά γιο ή θυγατέρα με την έννοια που είπαμε, αλλά να είναι σε όλη του τη ζωή στρατιώτης του Χριστού, ασώματος και αμέριμνος, μακριά από κάθε ανάμιξη σε σκέψεις ή υποθέσεις του κόσμου, όπως λέει και ο Απόστολος• «Κανένας που στρατολογείται δεν μπλέκει στα προβλήματα της ζωής, για να αρέσει σ' αυτόν που τον στρατολόγησε». Σ' αυτή την κατάσταση να βρίσκεται ο μοναχός, αφού μάλιστα εγκατέλειψε όλα τα υλικά πράγματα του κόσμου και τρέχει προς τα καλά και ωραία τρόπαια της ησυχίας. Γιατί η άσκηση της ησυχίας είναι πολύ ωραία και καλή. Πράγματι πολύ ωραία και καλή. Ο ζυγός της είναι χρηστός και το φορτίο της ελαφρό. Γλυκός ο βίος της ησυχίας, η πράξη τερπνή.

Θέλεις λοιπόν αγαπητέ, να αναλάβεις το ζυγό του μοναχικού βίου και να σπεύδεις προς τα τρόπαια της ησυχίας; Άφησε τις φροντίδες του κόσμου, τις αρχές και τις εξουσίες, δηλαδή φύγε από την υλη, γίνε απαθής, έξω από κάθε επιθυμία, για να μπορέσεις έξω από αυτά τα περιστατικά να ησυχάσεις όπως πρέπει. Γιατί αν δε βγάλει κανείς τον εαυτό του έξω από αυτά, δε θα μπορέσει να επιτύχει αυτή την πολιτεία. Και αν για χάρη της φιλοξενίας σου έρθει λογισμός για πολυτελή φαγητά, άφησε τον κατά μέρος και μη πεισθείς διόλου σ' αυτόν, γιατί σου στήνει ενέδρα ο διάβολος• σου στήνει ενέδρα για να σε απομακρύνει από την ησυχία. Έχεις τον Κύριο Ιησού που κατηγορεί την ψυχή που φροντίζει για τέτοια, τη Μάρθα, και λέει• «Φροντίζεις και κοπιάζεις για πολλά, ενώ ένα είναι αναγκαίο», δηλαδή η ακρόαση του θείου λόγου. Γι' αυτό και λέει στη συνέχεια, «Ενώ η Μαρία διάλεξε το καλό μερίδιο που δε θ' αφαιρεθεί απ' αυτήν». Έχεις και το παράδειγμα της χήρας στα Σαρεφθά, με τι φιλοξένησε τον προφήτη. Και αν έχεις μόνον ψωμί, και αν έχεις μόνον αλάτι, και αν μόνο νερό, μπορείς με αυτά να έχεις το μισθό της φιλοξενίας. Και αν δεν έχεις ούτε αυτά, και μόνον με καλή καρδιά υποδεχτείς τον ξένο και τον ωφελήσεις με τα λόγια σου, μπορείς επίσης να λάβεις το μισθό της φιλοξενίας. Έχει λεχθεί, ότι, «Ο λόγος είναι καλό μεγαλύτερο από δώρο». Τέτοια πρέπει να φρονείς ως προς το ζήτημα της ελεημοσύνης. Μην επιθυμήσεις πλούτο για να κάνεις ελεημοσύνη στους φτωχούς. Γιατί και αυτό είναι άπατη του πονηρού που έρχεται από κενοδοξία και βάζει το νου να ανακατεύεται με πολλά πράγματα. Η χήρα του Ευαγγελίου, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κυρίου Ιησού, μόνο με δυο λεπτά ξεπέρασε την προαίρεση και τη δύναμη των πλουσίων, γιατί εκείνοι έριχναν στο γαζοφυλάκιο (χρηματοκιβώτιο) για τους φτωχούς από εκείνα που τους περίσσευαν, ενώ η χήρα έριξε όλα όσα είχε. Όσον άφορα στα ρούχα, μην επιθυμήσεις να έχεις πολλά. Προνόησε μόνο για όσα χρειάζονται στο σώμα.

Άφησε στον Κύριο τη μέριμνα σου και Αυτός θα φροντίσει για σένα, γιατί Αυτός νοιάζεται για μας. Αν έχεις ανάγκη από τροφές ή ρούχα, μην ντραπείς να δεχτείς ό,τι οι άλλοι σου προσφέρουν. Το να μη τα δεχτείς είναι είδος υπερηφάνειας. Και αν και συ έχεις περισσεύματα, δίνε σ' εκείνον που στερείται. Έτσι θέλει ο Θεός να οικονομούνται τα τέκνα Του, να δίνει ο ένας στον άλλο. Γι' αυτό ο Απόστολος γράφει• «Το περίσσευμα σας να συμπληρώνει το υστέρημα εκείνων, ώστε και το περίσσευμα εκείνων να συμπληρώσει το δικό σας υστέρημα και να γίνει ισότητα, όπως είναι γραμμένο: Όποιος είχε πολλά, δεν περίσσεψε• κι οποίος είχε λίγα, δεν στερήθηκε». Έχοντας λοιπόν τα αναγκαία για τον παρόντα καιρό, μη μεριμνάς για το μέλλον ούτε για μια ημέρα ή εβδομάδα ή μήνες. Όταν ξημερώσει η αυριανή ημέρα, θα σου δώσει αυτή τα απαραίτητα, όταν μάλιστα εσύ ζητάς τη βασιλεία των ουρανών και τη δικαιοσύνη του Θεού, όπως λέει ο Κύριος• «Ζητείτε τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη Του, και όλα αυτά θα σας δοθούν επιπλέον».

     Μην αποκτήσεις δούλο, μην τυχόν ο εχθρός μέσω αυτού προκαλέσει σκανδαλισμό και θορυβήσει το πνεύμα σου και ζητήσεις πολυτελέστερες τροφές. Τότε δε θα μπορέσεις να φροντίζεις μόνο για τον εαυτό σου. Και αν ακόμη παρακινηθείς σε τέτοιο λογισμό για χάρη της σωματικής αναπαύσεως, εσύ να σκέφτεσαι το καλύτερο• και αυτό είναι η πνευματική ανάπαυση. Επειδή πράγματι η πνευματική ανάπαυση είναι ανώτερη από τη σωματική. Και αν ακόμη σου έρθει η σκέψη να πάρεις δούλο για να τον ωφελήσεις, μην πεισθείς σε ένα τέτοιο λογισμό. Γιατί αυτό δεν είναι δικό μας έργο, αλλά των κοινοβιατών πατέρων. Μόνο για τον εαυτό σου να φροντίζεις και ν' αγωνίζεσαι στη ζωή της ησυχίας. Μη θελήσεις να συγκατοικήσεις με ανθρώπους που έχουν υλικό φρόνημα και βρίσκονται σε περισπασμούς• η μόνος σου να κατοικείς, η μαζί με αδελφούς που δεν φρονούν τα υλικά, αλλά έχουν το ίδιο φρόνημα με σένα. Εκείνος που κατοικεί με ανθρώπους υλόφρονες και πολυάσχολους, οπωσδήποτε θα λάβει μέρος στις ασχολίες τους και θα γίνει δούλος ανθρωπίνων διαταγών, κι ακόμη θα λάβει οπωσδήποτε μέρος σε ματαιολογίες και σε όλα τα άλλα δεινά τους, οργή, λύπη, μανία για τα υλικά και φόβο των σκανδάλων. Και μη συμπαρασυρθείς σε μέριμνες γονέων και συγγενικές φιλίες, αλλά και τις συνεχείς συναναστροφές μαζί τους να αποφεύγεις μήπως σε αρπάξουν και σε αποτραβήξουν από την ησυχία του κελιού σου και σε φέρουν στις δικές τους υποθέσεις και περισπασμούς. Γιατί ό Κύριος λέει• «Άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους και συ ακολούθησε με».

Αν το κελί σου είναι σε τέτοιο μέρος ώστε να το φτάνουν εύκολα, φύγε από αυτό και μην το λυπηθείς και μην παρασυρθείς από την αγάπη προς αυτό. Όλα κάνε τα και κατόρθωνε τα, για να μπορέσεις να ησυχάσεις και να ευκαιρείς και να φροντίζεις να βρεθείς μέσα στο θέλημα του Θεού και στον αγώνα κατά των αοράτων εχθρών. Αν δεν μπορείς εύκολα να ησυχάσεις στα μέρη σου, τότε πάρε την απόφαση να πας άλλου όπου θα είσαι άγνωστος, και πάνω σ' αυτή τη σκέψη να παρορμάς το λογισμό σου. Γίνε σαν ένας άριστος έμπορος, δοκιμάζοντας τα πάντα για την ησυχία και όσα είναι ήσυχα και χρήσιμα, αυτά να τα κρατάς με όλη σου τη δύναμη. Αλλά σου λέω, αγάπα τον ξενιτεμό, γιατί αυτός σε γλυτώνει από τα δεινά περιστατικά της πατρίδας σου και σε κάνει να απολαμβάνεις μόνο τα καλά της ησυχίας. Απόφευγε τη διαμονή στις πόλεις και εγκαρτέρησε στη διαμονή στην έρημο. Γιατί λέει ό άγιος Δαβίδ• «Να, έφυγα μακριά• εγκαταστάθηκα στην έρημο». Αν είναι δυνατό, διόλου μην πατήσεις σε πόλη. Γιατί δε θα δεις εκεί τίποτε το καλό, τίποτε το χρήσιμο, τίποτε που να σε ωφελήσει στην ασκητική σου ζωή. Γιατί λέει πάλι ο άγιος: «Είδα να επικρατεί στην πόλη παρανομία και αντιλογία».

     Να επιζητείς λοιπόν τους ερημικούς και χωρίς περισπασμούς τόπους. Μη δειλιάσεις από το βούισμά τους. Αν δεις εκεί και φαντασίες δαιμόνων, μη φοβηθείς, ούτε να αποφύγεις το στάδιο της ψυχικής μας ωφέλειας. Υπόμεινε χωρίς φόβο και θα δεις τα μεγαλεία του Θεού, τη βοήθεια, την φροντίδα Του, και όλη την πληροφορία περί της σωτηρίας σου. «Περίμενα υπομονετικά -λέει ο μακάριος άνθρωπος (Δαβίδ)- αυτόν που θα μ' έσωζε από λιποψυχία και από καταιγίδα». Μη νικήσει την προαίρεσή σου επιθυμία ρεμβασμού, γιατί η περιπλάνηση με επιθυμία μεταβάλλει τον άκακο νου. Από τον ρεμβασμό πολλοί πειρασμοί προκύπτουν. Να φοβάσαι το σφάλμα και να είσαι στέρεος και αμετακίνητος στο κελί σου. Αν έχεις φίλους, απόφευγε τις συχνές συναντήσεις τους. Γιατί αν τους συναναστρέφεσαι αραιά, θα είσαι πιο ωφέλιμος σ' αυτούς. Αν καταλάβεις ότι θα σε βλάψουν, καθόλου μην πλησιάσεις. Φίλους πρέπει να έχεις αυτούς που ωφελούν και βοηθούν στον ησυχαστικό σου βίο. Απόφευγε τις συναναστροφές των πονηρών και φιλόνικων ανθρώπων και μη συγκατοικήσεις με κανένα από αυτούς. Μένε μακριά από τις πονηρές προθέσεις τους, γιατί ούτε του Θεού γίνονται, ούτε καν παραμένουν κοντά. Οι φίλοι σου να είναι άνδρες ειρηνικοί, αδελφοί πνευματικοί, πατέρες άγιοι. Γιατί και ο Κύριος έτσι ονομάζει τους φίλους αυτούς• «Μητέρα μου και αδελφοί μου είναι αυτοί που κάνουν το θέλημα του ουράνιου Πατέρα μου». Με ανθρώπους που απασχολούνται εδώ κι εκεί, μη συναναστρέφεσαι. Μην πας μαζί τους σε συμπόσιο, μην τυχόν και σε τραβήξουν στις απατηλές ασχολίες τους και σε οδηγήσουν μακριά από την προσήλωση σου στο έργο της ησυχίας. Γιατί μπορούν να το κάνουν αυτό. Μη βάζεις το αυτί σου στα λόγια τους, και μην παραδεχτείς τις γνώμες τους, γιατί είναι πράγματι επιζήμιες. Ο πόνος και ο πόθος της καρδιάς σου να στρέφονται προς τους πιστούς της γης για να ζηλέψεις το πένθος τους. «Τα μάτια μου στρέφονται στους πιστούς της γης για να καθίσουν μαζί μου», λέει ο Δαβίδ. Και αν κανείς από εκείνους που ζουν σύμφωνα με την αγάπη του Θεού σε προσκάλεσε να φάτε μαζί, και θέλεις να πας, πήγαινε, αλλά γύρισε το ταχύτερο στο κελί σου. Αν είναι δυνατό, μη κοιμηθείς ποτέ έξω από το κελί σου για να μείνει για πάντα μαζί σου η χάρη της ησυχίας και θα εκτελείς την ησυχαστική εργασία στο κελί σου χωρίς εμπόδια.

Μην επιθυμείς τα καλά και δαπανηρά φαγητά «οποία σπαταλά, πέθανε αν και είναι ζωντανή», γράφει ο Απόστολος. Μη χορτάσεις με ξένα φαγητά, για να μην τα επιθυμείς και σου έρθει πόθος για τα ξένα τραπέζια, γιατί είναι γραμμένο• «Μην ξεγελαστείς από το χόρτασμα της κοιλιάς σου». Αν δεις ότι σε προσκαλούν συνεχώς έξω από το κελί σου, απόφευγε να πηγαίνεις, γιατί είναι επιζήμια η παραμονή έξω από το κελί σου• αφαιρει τη χάρη, σκοτίζει το φρόνημα, μαραίνει το θειο πόθο. Παρατήρησε ένα κεραμικό σκεύος γεμάτο κρασί• όταν μείνει πολύ καιρό σε ένα μέρος ασάλευτο, κάνει το κρασί καθαρό και ευωδιαστό, όταν όμως μετακινείται εδώ και εκεί, τότε το κρασί γίνεται στυφό και αηδιαστικό. Παρομοίασε τον εαυτό σου λοιπόν με το κρασί και ωφελήσου από το παράδειγμα αυτό. Κόβε τις σχέσεις με τους πολλούς, μήπως ο νους σου περιπέσει σε δεινά περιστατικά και ταράξει την ησυχαστική σου κατάσταση.

     Φρόντιζε να εργάζεσαι αν είναι δυνατόν ημέρα και νύχτα, για να μην επιβαρύνεις κανέναν ή μάλλον και για να δίνεις σε άλλους, όπως συμβουλεύει ο Απόστολος Παύλος, για να νικήσεις έτσι και τον δαίμονα της ακηδίας και να αποδιώξεις και όλες τις άλλες επιθυμίες του εχθρού. Γιατί στην αργία είναι προσαρμοσμένος ο δαίμονας της ακηδίας, και όπως λένε, περικυκλώνεται από επιθυμίες όποιος δεν έχει εργασία. Από την εμπορική δοσοληψία δεν θα διαφύγεις την αμαρτία. Είτε λοιπόν πουλάς, είτε αγοράζεις, ζημιώσου λίγο από την αξία του πράγματος μήπως με το να απαιτείς την ακριβή τιμή, φτάσεις στους τρόπους της φιλοκέρδειας και καταντήσεις σ' εκείνα που βλάπτουν την ψυχή, δηλαδή σε φιλονικίες, ψεύτικους όρκους, σε αλλαγή των λόγων σου, και μ' αυτά γίνεις πρόξενος ατιμίας και καταισχύνης στην έντιμη αξία του μοναχικού • βίου. Γι' αυτό πρόσεχε στις δοσοληψίες σου. Αν προτιμάς το καλύτερο, και σου είναι δυνατόν, άφησε αυτή την φροντίδα της δοσοληψίας σε άλλον έμπιστο άνθρωπο, για να μένεις καλόκαρδος και να έχεις χαρούμενες και αγαθές τις ελπίδες σου. Αυτά είναι τα αναγκαία για την ησυχία.
Και τώρα θα σου πω και όσα επακολουθούν στην ησυχία, και συ άκουε και κάνε εκείνα που σου λέω. Αφού καθίσεις στο κελί σου, συμμάζεψε το νου σου και θυμήσου την ημέρα του θανάτου, δες το σώμα σου νεκρό, εννόησε τη συμφορά, πόνεσε, παρατήρησε καλά και αποστρέψου τη ματαιότητα του κόσμου• εννόησε τόσο τη μετριοπάθεια όσο και το ζήλο, για να μπορέσεις να μένεις για πάντα στο σκοπό της ησυχίας και να μην εξασθενήσεις. Θυμήσου την κατάσταση στον άδη. Σκέψου, πως άραγε είναι οι ψυχές στον άδη; Σε ποια πικρότατη σιωπή; Σε ποιόν φοβερότατο στεναγμό; Σε πόσο μεγάλο φόβο και αγωνία; Σε ποια αναμονή; Θυμήσου την ακατάπαυστη οδύνη, το ψυχικό και ατελεύτητο δάκρυ. Αλλά θυμήσου και την ημέρα της αναστάσεως κατά την Δευτέρα Παρουσία και το πως θα παρασταθούμε εμπρός στο Θεό. Να φαντάζεσαι το φοβερό και φρικώδες εκείνο δικαστήριο. Φέρε στο νου σου τι περιμένει όσους αμαρτάνουν την αισχύνη και τη ντροπή ενώπιον του Θεού και του Χριστού Του, ενώπιον των αγγέλων, αρχαγγέλων, εξουσιών και όλων των ανθρώπων. Όλες τις κολάσεις, το αιώνιο πυρ, τον ατελεύτητο σκώληκα, τον τάρταρο, το σκότος, το τρίξιμο των δοντιών, τους φόβους και τα βασανιστήρια. Φέρε τώρα στο μέσο και τα αγαθά που έχουν ετοιμαστεί για τους δικαίους. Παρρησία με το Θεό Πατέρα και το Χριστό, με όλους τους χορούς αγγέλων, αρχαγγέλων, εξουσιών και των λοιπών, βασιλεία ουρανών και τα χαρίσματα της, τη χαρά και την απόλαυση. Έχε στη μνήμη σου και τις δύο καταστάσεις. Και για την κρίση των αμαρτωλών στέναζε και δάκρυζε. Βάλε επάνω σου τα σημεία του πένθους από φόβο μήπως και συ είσαι με τους αμαρτωλούς. Για τα αγαθά που περιμένουν τους δίκαιους να χαίρεσαι, να αγαλλιάς και να ευφραίνεσαι. Και φρόντισε αυτά να τα απολαύσεις κι από εκείνα να αποξενωθείς. Κοίταξε μην τα λησμονήσεις ποτέ, είτε μέσα στο κελί σου είσαι, είτε έξω, μην απομακρύνεις από αυτά το νου σου, για ν' αποφύγεις τουλάχιστον με αυτά τους ακάθαρτους και βλαβερούς λογισμούς.
     Να νηστεύεις με όλη σου τη δύναμη ενώπιον του Κυρίου. Αυτό θα καθαρίσει τις ανομίες σου και τις αμαρτίες σου, αυτό λαμπρύνει την ψυχή, αγιάζει το φρόνημα, διώχνει τους δαίμονες και φέρνει τον άνθρωπο κοντά στον Θεό. Αφού φας μια φορά την ημέρα, μην επιθυμήσεις και δεύτερη φορά, για να μη γίνεις πολυδάπανος και ταράξεις το φρόνημα σου. Και από αυτό θα μπορέσεις να εξοικονομείς τα αναγκαία για έργα αγαθοεργίας και να νεκρώσεις του ίδιου του σώματος σου τα πάθη. Αν γίνει συνάντηση αδελφών και είναι ανάγκη να φας και δυο και τρεις φορές, μη λυπηθείς και μη σκυθρωπάσεις. Να χαίρεσαι μάλλον γιατί υποχώρησες σε μια ανάγκη και να ευχαριστείς το Θεό που τήρησες τον νόμο της αγάπης και θα έχεις οπωσδήποτε τον ίδιο το Θεό οικονόμο της ζωής σου. Καμιά φορά εξαιτίας ασθένειας συμβαίνει να πρέπει να φας και δυο και τρεις και περισσότερες φορές. Και τότε πάλι να μη λυπάσαι, γιατί στις αρρώστιες δεν είναι ανάγκη να κρατάς τους σωματικούς κόπους της ασκήσεως, αλλά να υποχωρείς σε μερικά, για να έχεις τη δύναμη να γυμνάζεσαι στους ίδιους κόπους της ασκήσεως. Σχετικά με την αποχή από τις τροφές, δεν εμπόδισε τίποτε ο θείος λόγος, αλλά είπε• «Σάς έδωσα τα πάντα σαν να είναι χόρτα και λάχανα, τρώτε χωρίς να εξετάζετε τίποτε», και• «Δεν μολύνει τον άνθρωπο ό,τι τρώει». Το να απέχομε λοιπόν από τροφές, αυτό είναι της δικής μας προαιρέσεως και κόπος της ψυχής.
Την αγρυπνία, την χαμαικοιτία και τις άλλες κακοπάθειες, ευχαρίστως να υπομένεις, αποβλέποντας στη μέλλουσα δόξα η οποία πρόκειται να σου δοθεί μαζί με όλους τους αγίους, γιατί τα παθήματα της ζωής αυτής δεν έχουν καμιά αξία σε σύγκριση με τη μέλλουσα δόξα. Αν έχεις μικροψυχία, να προσεύχεσαι, όπως λέει η Γραφή. Να προσεύχεσαι με φόβο, με τρόμο, με πόνο, προσεκτικά, στοχαστικά, άγρυπνα. Έτσι πρέπει να προσευχόμαστε, και μάλιστα γιατί έχουμε δόλιους και διεστραμμένους εχθρούς. Γιατί όταν μας βλέπουν να προσευχόμαστε, τότε και αυτοί επιτίθενται δραστήρια εναντίον μας και υποβάλλουν στο νου μας εκείνα που δεν πρέπει να θυμόμαστε η να εννοούμε την ώρα της προσευχής, για να αιχμαλωτίσουν το νου μας και να κάνουν αργή, μάταιη και ανώφελη την δέηση και ικεσία μας. Γιατί πράγματι είναι μάταιη και ανωφελής η προσευχή, η δέηση και η ικεσία όταν δεν γίνεται με φόβο και τρόμο, προσεκτικά και άγρυπνα. Εκτός από αυτό, όταν παρουσιαστεί κανείς σε άνθρωπο βασιλιά, με φόβο και τρόμο και προσοχή υποβάλλει την αίτηση του• πόσο μάλλον στο Θεό τον Κύριο των πάντων και στο Χριστό το Βασιλιά των βασιλευόντων και Άρχοντα των αρχόντων, πρέπει όμοια να στεκόμαστε και με τον ίδιο τρόπο να κάναμε την ικεσία και δέηση μας; Πολύ περισσότερο βέβαια. Γιατί Αυτόν και όλο το νοερό πλήθος των Αγγέλων και οι χοροί, με φόβο Τον υπηρετούν και με τρόμο δοξολογούν, ψάλλοντας ακατάπαυστα ύμνο, μαζί με τον Άναρχο Πατέρα και το Πανάγιο και Συναΐδιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στου: αιώνες των αιώνων. Αμήν.


Read more:http://www.egolpion.com/evagrios_askhsh.el.aspx#ixzz49Ta3nBHi

Ευάγριος ο Ποντικός :Κεφάλαια περί διακρίσεως παθών και λογισμών


 
Ευάγριος ο Ποντικός
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΟΜΟΣ Α'

    Σύντομη βιογραφία
Ο σοφός και λόγιος Ευάγριος είχε ακμάσει γύρω στο έτος 380. Χειροτονήθηκε αναγνώστης από το Μ. Βασίλειο, και από τον αδελφό του Μ. Βασιλείου, το Γρηγόριο Νύσσης, χειροτονήθηκε διάκονος. Διδάχτηκε τα ιερά γράμματα από το Γρηγόριο το Θεολόγο, τον όποιον έγινε Αρχιδιάκονος, όταν ήταν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, σύμφωνα με την πληροφορία του Νικηφόρου Καλλίστου (βιβλίο ια', κεφάλ. μβ'). Κατόπιν αφού εγκατέλειψε τον κόσμο, ασπάστηκε το μοναχικό βίο. Προικισμένος με οξύτητα νου και με δεινότητα διατυπώσεως, μας άφησε πολλά και διάφορα συγγράμματα. 
Ύστερα από μια ρομαντική περιπέτεια και κατά σύσταση της αγίας Μελάνης της Ρωμαίας, ο Ευάγριος από τον Πόντο, γι' αυτό και Ποντικός καλούμενος, αναχώρησε για την έρημο της Αιγύπτου και υποτάχθηκε στον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο. Πρόκειται για τον αρχιδιάκονο που χειροτόνησε ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης και υπηρέτησε τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο όταν πατριάρχευσε για λίγο διάστημα στην Κωνσταντινουπολη και από τον οποίο στοιχειώθηκε στα θεολογικά γράμματα. Άνδρας με εξαιρετική ευφυΐα, που ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τον αναγνωρίζει ως «λεπτόν εις το νοήσαι και δεινόν εις το φράσαι».
Έγινε περιβόητος σε όλη την Ανατολή και θεωρείται ότι άσκησε αποφασιστική επίδραση στην διαμόρφωση της ασκητικής παραδόσεως και ίσως συγκαταλεγόταν μεταξύ των οσίων της ερήμου, αν τα ωριγενιστικά του φρονήματα δεν τον καθιστούσαν αμφίβολο, που γι' αυτό τον λόγο τον καταδίκασε η Ε' οικουμενική Σύνοδος.
Το γεγονός ότι τα πολλαπλά έργα του βρίσκονται μέσα στην πνευματική παράδοση, δίνει το μέτρο της αξίας του, γι' αυτό και οι ανθολόγοι της Φιλοκαλίας έχουν συμπεριλάβει τη «Μοναχική Υποτύπωση», «Κεφάλαια περί διακρίσεως παθών και λογισμών», όπως και πέντε Κεφάλαια από τα Νηπτικά του, που το περιεχόμενο, η δομή τους, οι οξείες πνευματικές παρατηρήσεις του και οι λεπτές διακρίσεις του επάνω στα ψεκτά πάθη, τους λογισμούς και τις αρετές, τον έχουν καταστήσει διάσημο στην Ανατολή και τη Δύση.
Όπως όλοι οι ασκητικοί και νηπτικοί Πατέρες, έτσι και ο Ευάγριος, αναχωρώντας από τις προϋποθέσεις της ευαγγελικής διδασκαλίας και μέσα στα πλαίσια της μέχρι τότε πνευματικής παραδόσεως, στρέφεται συνεχώς γύρω από τα προβλήματα των λογισμών, των παθών της ψυχής και των αρετών. Η διδασκαλία του απευθύνεται κυρίως προς τους ησυχαστές και κατ' επέκταση προς όλους τους μοναχούς και υποδεικνύει τρόπους ασκήσεως, αποκαλύπτει τις μεθοδείες των δαιμόνων, αναλύει την φύση των ψυχικών παθών και προτείνει τα μέσα αντιμετωπίσεώς τους.
Ο λόγος του σαφής, βαθύς, κοφτερός, διεισδυτικός, με αισθητή την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, τον έχει αναδείξει σε κορυφαίο δάσκαλο της ασκητικής και ησυχαστικής παραδόσεως, μέχρι του σημείου, ώστε ο διάσημος σύγχρονος μας Ρώσος θεολόγος, μακαρίτης ήδη, Γεώργιος Φλωρόφσκυ να τον θεωρεί ως υπόδειγμα εμπειρίας και σκέψεως του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή.
Όλη η μέχρι σήμερα ησυχαστική παράδοση παρουσιάζει μια θαυμαστή ενότητα, φυσικά με τις παραλλαγές της, μέσα στην οποία είναι ενσωματωμένη η διδασκαλία του Ευαγρίου. Παρά το γεγονός ότι ορισμένα ακραία σημεία της δεν γίνονται δεκτά από τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, όμως στην Κλίμακα του μπορεί κανείς να διακρίνει Ευαγριακές θέσεις και εκφράσεις, έστω και αν τον αποκαλεί «θεήλατο», ίσως περισσότερο για τα καταδικασθέντα ωριγενικά του φρονήματα.
Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι τα αποδιδόμενα στον άγιο Νείλο τον Ασκητή «153 Κεφάλαια περί προσευχής», ανήκουν, υπό την πίεση ιστορικών και φιλολογικών στοιχείων, στον Ευάγριο τον Ποντικό, τα οποία παρουσιάζουν πλήρη σχεδόν εναρμόνιση με τη ρωμαλέα και κάπως ελληνική σκέψη του. Άλλωστε ο ίδιος παραπέμπει στα 153 κεφάλαια με τη φράση: «Τις δε και η αιτία του τα νοήματα των αισθητών πραγμάτων χρονίζοντα, διαφθείρειν την γνώσιν, εν τοις περί Προσευχής Κεφαλαίοις ελέχθη». Άλλα κεφάλαια περί προσευχής δεν έγραψε πλην των 153.
Σαν ασκητής με πλούσιες ησυχαστικές και πνευματικές εμπειρίες, ο Ευάγριος μπορεί να θεωρηθεί ως αυτός που ανέπτυξε περισσότερο τη δαιμονολογία των ερήμων και αποκάλυψε τις πιο καταπληκτικές και πιο απίθανες μεθοδείες των πονηρών πνευμάτων, για την περιγραφή των οποίων, όπως γράφει ο ίδιος, αισχύνεται.

Όπως ήδη σημειώσαμε, ο Ευάγριος έχει ασκήσει σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της μεταγενέστερης ησυχαστικής γραμματείας που αναφέρεται στα θεμελιώδη πάθη, ώστε συγγράμματα μεταγενεστέρων ασκητικών πατέρων να θεωρούνται μεταγραφή από τα έργα του, κατά την κρίση συγχρόνων καλών θεολόγων.
Τα περιληφθέντα στη Φιλοκαλία ανθολογήματα από τα έργα του, μπορεί να θεωρηθούν ως τα πιο αντιπροσωπευτικά των βαθύτατων πνευματικών εμπειριών του, της ευρύτατης σκέψεως του και των θαυμαστών και καθαρών συλλήψεών του, που θα ήταν αρκετά αυτά να τον κατατάξουν μεταξύ των Πατέρων της Έρημου, αν, όπως ήδη σημειώσαμε, δεν παγιδευόταν από τα γοητεύοντα την ελληνική σκέψη του ωριγενικά φρονήματα.
Πηγές της διδασκαλίας του Ευαγρίου αποτελούν οι Γραφές. Οι αναφορές στο τετραυάγγελο, στους Αποστόλους, στο ψαλτήρι και στους Προφήτες είναι πυκνότατες, για να θεμελιώσει τις πνευματικές και ασκητικές εμπειρίες του, που ανακεφαλαιώνονται στις θεμελιώδεις ασκητικές πράξεις νηστείας, αγρυπνίας, προσευχής, στην καθαρότητα της ψυχής από ακάθαρτους λογισμούς και στη μελέτη των αγίων Γραφών. Και «τότε, λέει, θα ανατείλει στην καρδιά σου απάθεια και θα δεις στην προσευχή σου νου αστεροειδή».
   
Κεφάλαια περί διακρίσεως παθών και λογισμών

       Πρώτοι δαίμονες που αντιστέκονται και πολεμούν στην πρακτική άσκηση της αρετής είναι οι δαίμονες εκείνοι που τους έχει ανατεθεί να πειράζουν τους ανθρώπους στη γαστριμαργία και τη φιλαργυρία κι εκείνοι που παρακινούν στη φιλοδοξία. Οι άλλοι δαίμονες έρχονται πίσω τους και παραλαμβάνουν εκείνους που προσβάλλουν οι πρώτοι. Γιατί δεν μπορεί να πέσει κανείς στα χέρια του δαίμονα της πορνείας, αν δεν πέσει πρωτύτερα στη γαστριμαργία. Και δεν μπορεί να τον ταράξει ο θυμός, αν αυτός δεν πολεμά πρώτα για φαγητά, η χρήματα, η δόξα. Και δεν μπορεί να περιπέσει κανείς στον δαίμονα της λύπης, αν δεν υποστεί πρωτύτερα τη στέρηση όλων αυτών. Ούτε θα διαφύγει κανείς την υπερηφάνεια, που είναι το πρώτο γέννημα του διαβόλου, αν δεν εξορίσει τη ρίζα όλων των κακών, τη φιλαργυρία, αφού κατά τον Σολομώντα, «η φτώχεια κάνει τον άνθρωπο ταπεινό». Και γενικά, δεν μπορεί να περιπέσει ο άνθρωπος σε δαίμονα αν δεν καταπληγωθεί από τους παραπάνω πρωτοστάτες και αρχηγούς δαίμονες, δηλ. της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας και της φιλοδοξίας.
Γι' αυτό και ο διάβολος με αυτούς τους τρεις λογισμούς πολέμησε τότε τον Σωτήρα στην έρημο. Πρώτα Του πρότεινε να μεταβάλει τις πέτρες σε ψωμιά. Έπειτα, Του υποσχέθηκε τον κόσμο αν έπεφτε και τον προσκυνούσε- και τρίτο, Του είπε ότι αν τον ακούσει, θα δοξαστεί επειδή δεν θα πάθει τίποτε από το πέσιμο. Ο Κύριος αναδείχτηκε ανώτερος σε όλα και διέταξε το διάβολο να φύγει πίσω• διδάσκοντας με αυτά ότι δεν είναι δυνατό να αποκρούσομε το διάβολο, αν δεν καταφρονήσομε τους τρεις αυτούς λογισμούς.

2. Όλοι οι δαιμονικοί λογισμοί εισάγουν στην ψυχή ιδέες των αισθητών πραγμάτων, τις οποίες ο νους, αφού δώσει μορφή τις στριφογυρίζει μέσα του. Και από αυτό γνωρίζει το δαίμονα που τον πλησίασε. Παραδείγματος χάρη, αν έρθει στο νου μου το πρόσωπο εκείνου που με ζημίωσε ή με έβρισε, τότε είναι φανερό πως ήρθε ο λογισμός της μνησικακίας. Αν πάλι μας γίνει κάποια υπόμνηση χρημάτων η δόξας, από αυτό γίνεται γνωστός ο δαίμονας που μας στενοχωρεί. Και στους άλλους λογισμούς επίσης από το πράγμα που σου υποβάλλει στο νου θα καταλάβεις ποιος δαίμονας βρίσκεται δίπλα σου και σου υποβάλλει το λογισμό.
Αλλά δεν λέω ότι όλες οι μνήμες των πραγμάτων αυτών προέρχονται από τους δαίμονες. Επειδή και ο ίδιος ο νους όταν μπαίνει σε κίνηση από τον άνθρωπο ξαναφέρνει τις παραστάσεις των γεγονότων. Αλλά όσες μνήμες τραβούν μαζί τους θυμό η επιθυμία έξω από τις φυσικές ανάγκες, εκείνες είναι οπωσδήποτε από τους δαίμονες. Γιατί από την ταραχή που προκαλούν αυτές οι δυνάμεις, ο νους αμαρτάνει με τη διάνοια και πολεμά επειδή δεν μπορεί να δεχτεί τη φαντασία του νομοθέτη Θεού. Επειδή αυτή η λαμπρότητα παρουσιάζεται στο λογικό κατά τον καιρό της προσευχής, όταν απουσιάζουν τα νοήματα των υλικών πραγμάτων.
3. Δεν θα μπορέσει ο άνθρωπος να απομακρύνει τις εμπαθείς ενθυμήσεις, αν δεν φροντίσει να απαλλαγεί από την επιθυμία και το θυμό. Και την επιθυμία θα την εξαντλήσεις με νηστείες, αγρυπνίες και χαμαικοιτίες. Ενώ το θυμό θα τον εξημερώσεις με μακροθυμίες, ανεξικακίες, αμνησικακίες και ελεημοσύνες. Γιατί από αυτά τα δύο πάθη αποτελούνται όλοι σχεδόν οι δαιμονικοί λογισμοί, οι οποίοι ρίχνουν τον νου στον όλεθρο και την απώλεια. Και είναι αδύνατο να νικήσει κανείς αυτά τα πάθη, αν δε γίνει ανώτερος από φαγητά και χρήματα και δόξα και αν δεν περιφρονήσει αυτά, και δεν περιφρονήσει ακόμα και το σώμα του, μη αντιστεκόμενος σε κείνους που επιχειρούν πολλές φορές να το ραπίσουν.
Είναι πολύ αναγκαίο να μιμηθούμε εκείνους που κινδυνεύουν στη θάλασσα και πετούν τα σκεύη στο πέλαγος λόγω της βίας των άνεμων και των κυμάτων. Αλλά σ' αυτό ας προσέξομε μήπως πετάξομε τα σκεύη για να μας δουν οι άνθρωποι (και μας επαινέσουν), επειδή έτσι στερούμαστε το μισθό μας. Και θα πάθομε άλλο ναυάγιο χειρότερο από το προηγούμενο, από το δαιμονικό άνεμο της κενοδοξίας. Γι' αυτό το λόγο ο Κύριος μας στα Ευαγγέλια, διδάσκοντας τον κυβερνήτη νου, λέει: «Προσέχετε να μην κάνετε την ελεημοσύνη σας μπροστά στους ανθρώπους, με σκοπό να σας δουν. Αν την κάνετε έτσι, δεν έχετε μισθό από τον επουράνιο Πατέρα σας». Και πάλι• «Όταν προσεύχεστε, δε θα είστε όπως οι υποκριτές. Αυτοί αγαπούν να προσεύχονται στις συναγωγές και στις πλατείες, για να φανούν στους ανθρώπους. Σάς λέω, ναι, έχουν λάβει το μισθό τους. Και όταν νηστεύετε, μη γίνεστε σκυθρωποί καθώς οι υποκριτές. Αφανίζουν τα πρόσωπα τους για να φανούν στους ανθρώπους ότι νηστεύουν. Σάς λέω, ναι, έχουν λάβει το μισθό τους». Αλλά πρέπει να προσέξομε εδώ το Γιατρό των ψυχών, πως με την ελεημοσύνη θεραπεύει το θυμό και με την προσευχή καθαρίζει το νου, ενώ με τη νηστεία καταμαραίνει την επιθυμία. Από αυτά αποκτά ύπαρξη ο νέος Αδάμ, ο Αδάμ που ξανακαινουργώνεται και γίνεται όμοιος με την εικόνα του δημιουργού του, του Χριστού, στον οποίο λόγω της απάθειας δεν υπάρχει διάκριση αρσενικού ή θηλυκού, και εξαιτίας της μιας πίστεως στο Χριστό, δεν υπάρχει ειδωλολάτρης και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος και ελεύθερος. Αλλά όλα και σε όλα ο Χριστός.

4. Ας εξετάσομε με ποιο τρόπο στον ύπνο μας οι δαίμονες σχηματίζουν και αποτυπώνουν στο νου μας διάφορες φαντασίες. Αυτό κανονικά συμβαίνει στο νου ή με το να βλέπει με τα μάτια, ή με το ν' ακούει με τ' αυτιά, ή με οιαδήποτε άλλη αίσθηση, ή δια μέσου της μνήμης η οποία αποτυπώνει στο νου ανακινώντας όσα έλαβε μέσω του σώματος. Μου φαίνεται λοιπόν ότι οι δαίμονες θέτουν σε κίνηση τη μνήμη και παρουσιάζουν μορφές στο λογικό του ανθρώπου. Γιατί βέβαια το σώμα είναι ανενέργητο στον ύπνο. Πως λοιπόν κινούν την μνήμη, θέλομε να μάθομε. Μάλλον δια μέσου των παθών. Και αυτό γίνεται φανερό από το ότι οι καθαροί και απαθείς δεν παθαίνουν τέτοιο πράγμα. Υπάρχει όμως και κάποια κίνηση της μνήμης φυσική που κινείται από εμάς, ή από τις άγιες (αγγελικές) δυνάμεις, κατά την οποία συναντιόμαστε και συναναστρεφόμαστε με αγίους. Αλλά ας προσέξομε, επειδή εκείνες τις εικόνες που δέχεται η ψυχή μαζί με το σώμα, αυτές κινεί η μνήμη χωρίς το σώμα. Και αυτό είναι φανερό από το ότι πολλές φορές το παθαίνομε αυτό στον ύπνο, όπου το σώμα είναι ήρεμο. Γιατί όπως μπορούμε να βάλομε στο νου μας νερό και με δίψα και χωρίς δίψα, έτσι μπορούμε να βάλομε στο νου μας χρυσό με πλεονεξία και χωρίς πλεονεξία. Και στα άλλα ισχύει το ίδιο. Να βρίσκομε όμως τέτοιες η τέτοιες διαφορές φαντασιών είναι γνώρισμα της πανουργίας των δαιμόνων. Αλλά ακόμη και τούτο ας γνωρίζομε, ότι και τα εξωτερικά πράγματα χρησιμοποιούν οι δαίμονες στα όνειρα, όπως τον ήχο των κυμάτων όταν ταξιδεύει κανείς.

5. Πολύ βοηθάει στους σκοπούς των δαιμόνων ο θυμός μας όταν κινείται αντίθετα προς τη φύση, και είναι χρησιμότατος σ' αυτούς για κάθε πανουργία και εφεύρεση κακού. Γι' αυτό δεν παύουν οι δαίμονες να αναταράζουν το θυμό ημέρα και νύχτα. Αλλά όταν δουν ότι δεσμεύσαμε το θυμό με την πραότητα, τότε τον εξαπολύουν με ευλογοφανείς δικαιολογίες. Έτσι τον κάνουν οξύτατο για να τον χρησιμοποιήσουν για τους θηριώδεις λογισμούς τους. Γι' αυτό είναι ανάγκη να μην τον ερεθίζομε μήτε για δίκαιες μήτε για άδικες υποθέσεις και να μη δίνομε κακό ξίφος στους δαίμονες• πράγμα που γνωρίζω ότι πολλοί κάνουν, και ανάβουν από θυμό για μικρές και μηδαμινές αφορμές. Πες μου, για ποιο πράγμα τόσο γρήγορα φιλονικείς, αφού περιφρόνησες και φαγητά και χρήματα και δόξα; Και γιατί τρέφεις το σκύλο (θυμό), αφού υποσχέθηκες ότι δεν θα έχεις τίποτα; Αν αυτός γαυγίζει και επιτίθεται κατά των ανθρώπων, είναι φανερό ότι κάτι κατέχει και το φυλάει. Αλλά εγώ είμαι πεπεισμένος ότι ένας τέτοιος άνθρωπος είναι μακριά από την καθαρή προσευχή, γιατί γνωρίζω ότι ο θυμός είναι αφανιστής του είδους αυτού της προσευχής. Εκτός από αυτό, θαυμάζω ότι ο θυμώδης λησμονεί τους αγίους που συμβουλεύουν σχετικά. Ο Δαβίδ, λόγου χάρη, λέει• «Πάψε να οργίζεσαι και άφησε το θυμό». Ο Εκκλησιαστής πάλι παραγγέλλει• «Απομάκρυνε το θυμό από την καρδιά σου και βγάλε την κακία από πάνω σου». Και ο Απόστολος προστάζει• «Να υψώνεις σε προσευχή κάθε στιγμή και σε κάθε τόπο καθαρά χέρια, χωρίς οργή και κακές σκέψεις». Γιατί δεν διδασκόμαστε από την παλιά και συμβολική συνήθεια των ανθρώπων, που διώχνουν τους σκύλους από τα σπίτια τους κατά την ώρα της προσευχής; Αυτό φανερώνει ότι δεν πρέπει όσοι προσεύχονται να έχουν στην ψυχή τους το θυμό. Και (είναι γραμμένο): «Το κρασί τους είναι σαν το θυμό των δρακόντων». Οι Ναζιραίοι όμως δεν έπιναν κρασί.
Για το θέμα του να μη μεριμνούμε για ενδύματα και φαγητά, περιττό νομίζω να γράφω, γιατί ο ίδιος ο Σωτήρας στα Ευαγγέλια το απαγορεύει λέγοντας• «Μην αφήσετε την ψυχή σας να απασχοληθεί με το τι θα φάτε ή τι θα πιείτε ή τι θα φορέσετε». Γιατί αυτό είναι των εθνικών και των απίστων και εκείνων που δεν έχουν εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Κυρίου και αρνούνται το Δημιουργό. Και είναι τελείως ξένο για Χριστιανούς, αφού πιστεύουν ότι και τα δύο σπουργίτια που πουλιούνται ένα ασσάριο βρίσκονται κάτω από την επιστασία των άγιων αγγέλων. Αλλά κι αυτό είναι συνήθεια των δαιμόνων: μετά τούς ακάθαρτους λογισμούς να εισάγουν στο πνεύμα μας και τις σκέψεις για ανήσυχη φροντίδα, για να απομακρυνθεί ο Ιησούς, από τη συρροή του όχλου των σκέψεων στον τόπο της διάνοιας, και να μείνει χωρίς καρπό ο λόγος, πνιγμένος μέσα στις σκέψεις της ανήσυχης φροντίδας. Αφού λοιπόν απορρίψομε αυτούς τους λογισμούς, όλη την φροντίδα για τη συντήρηση μας ας την αναθέσομε στον Κύριο, αρκούμενοι στα παρόντα• και ζώντας φτωχική ζωή και φορώντας πενιχρή ενδυμασία, ας ξεντυθούμε όλα όσα μας οδηγούν στην κενοδοξία. Κι αν κανείς νομίζει ότι είναι άσχημο το να φορά πενιχρά ρούχα, ας παρατηρεί τον Απόστολο Παύλο, πως υποφέροντας με λιγοστά ρούχα στην παγωνιά, περίμενε το στεφάνι της δικαιοσύνης. Αλλά επειδή ο Απόστολος ονόμασε αυτόν τον κόσμο θέατρο και στάδιο, ας δούμε αν είναι δυνατόν, γεμάτος με λογισμούς ανήσυχης φροντίδας, να τρέξει κανείς γοργά για να πάρει το βραβείο για το οποίο μας καλεί από ψηλά ο Θεός, ή να παλέψει με τις αρχές, με τις εξουσίες, με τους κοσμοκράτορες του σκότους του κόσμου τούτου. Εγώ δεν το γνωρίζω αυτό, παραδειγματιζόμενος κι από αυτή τη χειροπιαστή εικόνα• δηλαδή ο δρομέας θα εμποδιστεί αν φορά χιτώνα και θα περιτυλιχτεί, όπως ο νους από τους λογισμούς της μέριμνας, αν είναι αληθινός και ο λόγος που λέει ότι ο νους μένει κοντά στον θησαυρό του. «Όπου -λέει- είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας».

6. Οι λογισμοί, άλλοι διακόπτουν και άλλοι διακόπτονται. Διακόπτουν οι πονηροί λογισμοί τους αγαθούς. Και διακόπτονται από τους αγαθούς, οι πονηροί λογισμοί. Λοιπόν, το Άγιο Πνεύμα προσέχει στον λογισμό που θα κυριαρχήσει και σύμφωνα μ' εκείνον μας κατακρίνει η μας δέχεται. Για παράδειγμα• έχω ένα λογισμό φιλοξενίας για τον Κύριο, αλλά ο λογισμός αυτός με την επέμβαση του διαβόλου διακόπτεται, γιατί ο πονηρός μου υποβάλλει να φιλοξενήσω για χάρη της φιλοδοξίας. Αντίθετα, έχω λογισμό φιλοξενίας για να επιδειχθώ στους ανθρώπους. Αλλά έρχεται καλύτερος λογισμός και τον διακόπτει κατευθύνοντας την αρετή της φιλοξενίας στον Κύριο, χωρίς να με αναγκάζει να φιλοξενώ για χάρη των ανθρώπων.
7. Οι διαφορές μεταξύ των αγγελικών, των ανθρωπίνων και των δαιμονικών λογισμών, αφού μελετήσαμε πολύ και παρατηρήσαμε, καταλάβαμε ότι είναι οι εξής: Οι αγγελικοί εξετάζουν τις φύσεις των πραγμάτων και ερευνούν και εξιχνιάζουν τους πνευματικούς λόγους τους. Για παράδειγμα• για ποιο λόγο έγινε ο χρυσός και γιατί είναι σπαρμένος σαν άμμος βαθιά μέσα στη γη και βρίσκεται με πολύ κόπο. Και πως, αφού βρεθεί πλένεται με νερό, μπαίνει στη φωτιά και τότε παραδίνεται στους τεχνίτες για να κατασκευάσουν τη λυχνία της σκηνής του μαρτυρίου και το θυμιατήριο και τα μικρά θυμιατήρια και τις κούπες, από τις όποιες μετά τη χάρη του Σωτήρα σ' εμάς, δεν πίνει πλέον ο βασιλιάς της Βαβυλώνας. Ενώ του Κλεόπα η καρδιά καίγεται από αυτά τα μυστήρια.
Ο δαιμονικός λογισμός ούτε τα γνωρίζει αυτά, ούτε τα καταλαβαίνει. Φέρνει με αναίδεια στο νου μόνη την απόκτηση του χρυσού και προλέγει την τροφή και τη δόξα που θα προκύψει από αυτόν. Ο ανθρώπινος πάλι λογισμός ούτε την απόκτηση του χρυσού ζητάει, ούτε εξετάζει τίνος σύμβολο είναι ο χρυσός, αλλά απλώς φέρνει στο νου τη μορφή του, χωρίς πάθος και πλεονεξία. Το ίδιο συμβαίνει και με τα άλλα πράγματα, όπου το λογικό, σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα, γυμνάζεται μυστικά.
8. Υπάρχει ένας δαίμονας που λέγεται πλάνος και που έρχεται στους αδελφούς κατά την αυγή. Αυτός περιπλανά το νου από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι, για να κάνει αθώες τάχα συναντήσεις. Με κάποιους γνώριμους κάνει συναπαντήματα μακρότερα και καταστρέφει την πνευματική του κατάσταση εξαιτίας αυτών που συναντά. Και λίγο-λίγο ο νους απομακρύνεται από τη γνώση του θεού και φτάνει σε λησμοσύνη της αρετής και της μοναχικής υποσχέσεως. Πρέπει λοιπόν ο αναχωρητής να παρατηρεί αυτόν το δαίμονα από που έρχεται και που καταλήγει. Γιατί βέβαια δεν κάνει μάταια ούτε τυχαία το μεγάλο αυτό κύκλο, αλλά με σκοπό να καταστρέψει την πνευματική κατάσταση του αναχωρητή, και αφού πάρει φωτιά ο νους και μεθύσει από τις πολλές φανταστικές συναντήσεις, να πέσει κατευθείαν στον δαίμονα της πορνείας ή της οργής ή της λύπης, οι οποίοι καταστρέφουν τελείως την λαμπρότητα της πνευματικής του καταστάσεως.
Εμείς όμως, αν έχομε σκοπό να μάθομε λεπτομερώς την πανουργία αυτού του δαίμονα, ας μην του αποκριθούμε αμέσως, ούτε να του αναγγείλομε ότι γνωρίζομε τους σκοπούς του, πως κανονίζει διανοητικά τις συναντήσεις αυτές και με ποιο τρόπο οδηγεί σιγά-σιγά τον νου προς τον πνευματικό θάνατο, επειδή θα φύγει από μας. Δεν καταδέχεται να κάνει τις πανουργίες του ενώ εμείς γνωρίζομε περί τίνος πρόκειται. Και δε θα μάθομε τίποτε από εκείνα που θέλαμε να μάθομε. Αλλά να τον αφήσομε και άλλη μία ημέρα η και δεύτερη ακόμη, για να ολοκληρώσει τη σκευωρία του, για να μάθομε καλά την πανουργία του και ύστερα αφού τον ελέγξομε με λογικά επιχειρήματα, να τον αναγκάσομε να φύγει. Επειδή όμως στον καιρό του πειρασμού συμβαίνει να είναι θολός ο νους και να μη βλέπει με ακρίβεια όσα γίνονται, ας γίνει τούτο μετά την αναχώρηση του δαίμονα. Αφού καθίσεις, θυμήσου μόνος σου τι σου συνέβη, από που άρχισες και που πήγες, σε ποιόν τόπο σε συνέλαβε το πνεύμα της πορνείας ή της λύπης ή της οργής και πάλι πως συνέβησαν αυτά. Μάθε τα καλά αυτά και παράδωσε τα στη μνήμη σου, για να έχεις υλικό να τον ελέγχεις όταν σε πλησιάζει, και κατηγόρησε τον κρυφό σκοπό του, και δε θα τον ακολουθήσεις του λοιπού. Αν θέλεις να τον φέρεις σε κατάσταση μανίας, έλεγξέ τον ευθύς μόλις έρθει και φανέρωσε του με λόγια και τον πρώτο τόπο που μπήκες και το δεύτερο και τον τρίτο. Γιατί πολύ οργίζεται, μη υποφέροντας τη ντροπή. Κι ας είναι απόδειξη ότι του μίλησες όπως πρέπει, το ότι έφυγε από σένα ό λογισμός. Γιατί είναι αδύνατο να σταθεί όταν ελέγχεται φανερά. Κι αφού νικηθεί αυτός ο δαίμονας, τότε έρχεται ύπνος πολύ βαρύς και νέκρωση με μεγάλη ψυχρότητα των βλεφάρων και πάρα πολλά χασμουρητά και βάρος στους ώμους, τα οποία όλα διαλύει με συνεχή και δυνατή προσευχή το Πνεύμα το Άγιο.

9. Πάρα πολύ βοηθά το μίσος κατά των δαιμόνων στη σωτηρία μας και είναι κατάλληλο για την εργασία της αρετής. Κι όμως αυτό το μίσος, δεν μπορούμε να το ανατρέφομε και να το αυξάνομε μέσα μας σαν ένα καλό γέννημα, επειδή τα φιλήδονα πονηρά πνεύματα το διασκορπίζουν και προσκαλούν πάλι την ψυχή σε φιλία και οικειότητα μαζί τους. Αλλά αυτή τη φιλία ή μάλλον τη δυσκολοθεράπευτη γάγγραινα, ο Γιατρός των ψυχών τη θεραπεύει με την εγκατάλειψη• επιτρέπει να πάθομε κάτι φοβερό από αυτούς νύχτα και ημέρα. Και έπειτα η ψυχή ξαναγυρίζει στο αρχικό μίσος κατά των δαιμόνων, μαθαίνοντας να λέει προς τον Κύριο όπως ο Δαβίδ• «Τους μισούσα με μίσος τέλειο, έγιναν εχθροί μου». Γιατί μισεί με τέλειο μίσος τους δαίμονες, εκείνος ο οποίος μήτε με πράξη μήτε με τη διάνοια αμαρτάνει, και αυτό είναι αλάνθαστο γνώρισμα της μέγιστης και πρώτου βαθμού απάθειας.

10. Όσον αφορά στο δαίμονα εκείνο που κάνει την ψυχή αναίσθητη στα πνευματικά, τι να πω; Εγώ φοβούμαι να γράφω γι' αυτόν: Πως η ψυχή βγαίνει έξω από την πνευματική της κατάσταση όταν έρχεται ο δαίμονας αυτός, και ξεντύνεται τον φόβο του Κυρίου και την ευλάβεια. Και την αμαρτία δεν την λογαριάζει για αμαρτία, και την παρανομία δεν τη νομίζει παρανομία, και την κόλαση και την αιώνια κρίση και καταδίκη τα θυμάται σαν απλά λόγια, και γελά περιφρονητικά όταν ακούει για το αιώνιο πυρ. Και τάχα ομολογεί το Θεό, τις εντολές Του όμως δεν τις γνωρίζει. Όταν παρακινείται η ψυχή στην αμαρτία, χτυπάς τα στήθη σου, άλλ' αυτή δεν το αισθάνεται. Της ομιλείς από τις Άγιες Γραφές, και αυτή έχει πωρωθεί και δεν ακούει. Της παριστάνεις πόσο ντροπή είναι η αμαρτία μπροστά στους ανθρώπους και αυτή δεν το λογαριάζει, σαν το χοίρο που έκλεισε τα μάτια και έσπασε το φραγμό.
Τον δαίμονα αυτόν της αναισθησίας τον φέρνουν λογισμοί κενοδοξίας που πολυκαίρισαν στην ψυχή. Του οποίου αν δε λιγόστευε ο αριθμός των ημερών, δεν θα σωζόταν κανένας άνθρωπος, γιατί είναι από εκείνους που έρχονται σπάνια στους αδελφούς. Και η αιτία είναι φανερή. Γιατί στις συμφορές των άλλων και στα βάσανά τους από ασθένειες ή στις ταλαιπωρίες όσων είναι στις φυλακές ή στον αιφνίδιο θάνατο άλλων, εξορίζεται ο δαίμονας αυτός της αναισθησίας• γιατί η ψυχή συγκινείται και κατανύγεται σιγά-σιγά και έρχεται σε συμπάθεια, και διαλύεται το πέτρωμα της ψυχής που επιφέρει αυτό το δαιμόνιο. Αυτά τα πράγματα εμείς δεν τα έχομε, εξαιτίας της ερήμου και της σπανιότητας των ασθενών από ανάμεσα μας. Αυτόν τον δαίμονα θέλοντας να εξορίσει ο Κύριος, διέταξε στα Ευαγγέλια να επισκεπτόμαστε τους ασθενείς και τους φυλακισμένους• «Ήμουν άρρωστος, λέει, και ήρθατε σε μένα». Όμως ας γνωρίζομε και τούτο: Όποιος αναχωρητής έπεσε σ' αυτόν τον δαίμονα και όμως δεν δέχτηκε λογισμούς πορνείας, ούτε εγκατέλειψε το κελί του από ακηδία, αυτός δέχτηκε υπομονή και σωφροσύνη από τον ουρανό και είναι μακάριος για την απάθεια αυτή. Όσοι υποσχέθηκαν να ασκούν τη θεοσέβεια, και επιθυμούν να συναναστρέφονται με κοσμικούς, ας φυλάγονται από αυτόν το δαίμονα της αναισθησίας. Γιατί εγώ ντρέπομαι και τους ανθρώπους να λέω και να γράφω γι' αυτόν περισσότερα.

11. Όλοι οι δαίμονες διδάσκουν στην ψυχή τη φιληδονία και μόνο ο δαίμονας της λύπης δεν καταδέχεται να το κάνει αυτό, αλλά σ' όσους μπαίνει, διαφθείρει τους λογισμούς τους, κόβοντας κάθε ηδονή της ψυχής και ξεραίνοντας την με τη λύπη, αφού του άνθρωπου του λυπημένου ξεραίνονται τα οστά. Και όταν τον πολεμά μέτρια, κάνει τον αναχωρητή δόκιμο και άξιο, γιατί τον πείθει να μην πλησιάζει κανένα πράγμα του κόσμου και να αποφεύγει κάθε ηδονή. Όταν επιμείνει πολύ αυτός ο δαίμονας γεννά λογισμούς που συμβουλεύουν την αυτοκτονία η αναγκάζουν σε φυγή μακριά από τον τόπο που βρίσκεται κανείς. Πράγμα που νομίζω έπαθε ο άγιος Ιώβ, όταν τον ενοχλούσε ο δαίμονας αυτός, γιατί λέει• «Μακάρι να μπορούσα να φονεύσω τον εαυτό μου ή να παρακαλέσω άλλον να το κάνει αυτό». Αυτού του δαίμονα σύμβολο είναι η οχιά, της οποίας το δηλητήριο όταν δίνεται με μέτρο γίνεται αντίδοτο στα δηλητήρια των άλλων θηρίων, όταν όμως δίνεται πολύ φονεύει και το ίδιο το ζώο. Σ' αυτό το δαιμόνιο παρέδωσε ο Παύλος αυτόν που αμάρτησε στην Κόρινθο. Γι' αυτό ξαναγράφει, λέγοντας στους Κορίνθιους να δείξουν σ' αυτόν αγάπη, μήπως από την υπερβολική λύπη τον καταπιεί ο διάβολος. Αλλά και ωφέλιμη μετάνοια προξενεί αυτό το πνεύμα με το να θλίβει τους ανθρώπους. Γι' αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, εκείνους που τους κεντούσε αυτό το πνεύμα και κατέφευγαν στο Θεό, τους ονόμαζε «γεννήματα εχιδνών» και έλεγε• «Ποιος σάς έδειξε να ξεφύγετε από τη μελλοντική οργή; Δώστε λοιπόν καρποφορία άξια της μετάνοιας και μη θαρρέψετε λέγοντας, πατέρας μας είναι ο Αβραάμ». Όμως ο καθένας που μιμήθηκε τον Αβραάμ και έφυγε μακριά από την πατρίδα του και από τους συγγενείς του, αυτός έγινε δυνατότερος και από αυτόν τον δαίμονα της λύπης.

12. Όποιος νίκησε το θυμό, αυτός νίκησε τους δαίμονες. Όποιος είναι δούλος του θυμού, αυτός είναι ξένος από το μοναχικό βίο και από τους δρόμους του Σωτήρα μας, αφού αυτός ο Κύριος, όπως λέει η Γραφή, «διδάσκει στους πράους ανθρώπους τους δρόμους Του». Γι' αυτό και δύσκολα κυριεύεται ο νους των αναχωρητών όταν καταφεύγει στην πεδιάδα της πραότητας, επειδή καμιά αρετή σχεδόν δεν φοβούνται οι δαίμονες, όσο την πραότητα. Αυτή την αρετή την είχε ο μέγας Μωυσής και ονομάστηκε «πράος περισσότερο από όλους τους ανθρώπους». Και ο άγιος Δαβίδ έκρινε ότι η πραότητα είναι άξια να την θυμάται και ο Θεός• «Θυμήσου, έλεγε, το Δαβίδ και όλη την πραότητα του». Αλλά και αυτός ο Σωτήρας μας διέταξε να γίνομε μιμητές της πραότητας Του, λέγοντας• «Μάθετε από μένα ότι είμαι πράος και ταπεινός και θα βρείτε ανάπαυση στην ψυχή σας». Όποιος νηστεύει από φαγητά και ποτά, ερεθίζει όμως τον θυμό με πονηρούς λογισμούς, αυτός είναι όμοιος με πλοίο που ταξιδεύει στο πέλαγος και έχει δαίμονα για πλοίαρχο. Γι' αυτό ας προσέξομε τον σκύλο μας, δηλαδή το θυμό, και ας τον διδάξομε να σκοτώνει μόνο τους λύκους και όχι να τρώει τα πρόβατα, αλλά να δείχνει πραότητα προς όλους τους ανθρώπους.

13. Απ' όλους τους λογισμούς, μόνο ο λογισμός της κενοδοξίας έχει αφθονία υλικού και περιλαμβάνει ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο και ανοίγει κρυφά τις πόρτες σ' όλους τους δαίμονες, σαν πονηρός προδότης κάποιας πόλεως. Γι' αυτό και πολύ εξευτελίζει το νου του αναχωρητή γεμίζοντας τον με πολλά λόγια και ασχολίες και καταστρέφει τις προσευχές του με τις οποίες προσπαθεί να θεραπεύσει τα τραύματα της ψυχής του. Αυτόν το λογισμό τον μεγαλώνουν με την ήττα τους όλοι μαζί οι δαίμονες και μέσω αυτού εισέρχονται και πάλι στις ψυχές, κι έτσι κάνουν την τελευταία κατάσταση χειρότερη από την πρώτη. Από αυτόν το λογισμό γεννιέται και ο λογισμός της υπερηφάνειας, ο λογισμός που κατακρήμνισε από τον ουρανό στη γη το σατανά που είχε πριν τη σφραγίδα της ομοιώσεως με το Θεό και το στεφάνι της ομορφιάς. Να ξεφύγεις λοιπόν από αυτόν τον λογισμό της κενοδοξίας και να μην αργοπορήσεις, για να μη παραδώσομε τη ζωή μας σε άλλους και το βίο μας σ' αυτούς που δεν έχουν έλεος, δηλ. στους δαίμονες. Αυτόν τον δαίμονα τον διώχνει η επίμονη προσευχή και το να μην κάνει κανείς θεληματικά η να λέει τίποτε από εκείνα που βοηθούν στην καταραμένη κενοδοξία.

14. Μόλις ο νους του αναχωρητή νιώσει λίγη απάθεια, τότε αποκτώντας άλογο κενοδοξίας τρέχει με αυτό στις πόλεις κουβαλώντας μέσα του καθαρή επιθυμία για δόξα και έπαινο. Τότε, κατά θεία οικονομία, αφού επιτεθεί εναντίον του το πνεύμα της πορνείας και αφού τον αποκλείσει σε μία μάντρα των χοίρων, τον μαθαίνει να μην αφήνει το κρεβάτι του πριν από την τέλεια υγεία, ούτε να μιμείται τους άτακτους άρρωστους, οι οποίοι ενώ έχουν ακόμη υπολείμματα της ασθένειας τους, βγαίνουν στο δρόμο και πηγαίνουν παράκαιρα σε λουτρά και παθαίνουν υποτροπή της ασθένειας τους. Γι' αυτό ας καθόμαστε στο κελί μας και ας προσέχομε τους εαυτούς μας μάλλον, για να προκόβομε στην αρετή και να γινόμαστε δυσκίνητοι προς την κακία. Και ασχολούμενοι με τη γνώση των θείων, να δεχόμαστε πλήθος ιερών σκέψεων. Και καθώς θ' ανυψωνόμαστε πάλι, ν' αξιωνόμαστε να βλέπομε καθαρότερα το φως του Σωτήρα μας.

15. Δεν μπορώ να γράφω όλες τις κακουργίες των δαιμόνων. Και όσα κακά μηχανεύονται, ντρέπομαι να τα διηγηθώ λεπτομερώς, επειδή φοβούμαι να μην υποστούν βλάβη οι πιο άδολοι και άκακοι που θα τα διαβάσουν. Πλην όμως θα διηγηθώ τις πανουργίες του δαίμονα της πορνείας και άκουσε τις. Όταν κανείς αποκτήσει την απάθεια του επιθυμητικού μέρους της ψυχής του και οι αισχροί λογισμοί γίνουν ψυχρότεροι, τότε παρουσιάζει άνδρες και γυναίκες να παίζουν μεταξύ τους και κάνει τον αναχωρητή να γίνει θεατής αισχρών πραγμάτων και σχημάτων. Άλλ' αυτός ο πειρασμός δεν είναι από εκείνους που πολυκαιρίζουν. Επειδή η επίμονη προσευχή και ο πολύ περιορισμένος τρόπος ζωής με νηστεία, αγρυπνία και γύμναση σε πνευματικές θεωρίες, διώχνουν αυτόν τον πειρασμό σαν άνυδρο σύννεφο. Συμβαίνει ακόμη και αγγίζει τις σάρκες για να τις ξεσηκώσει στην παράλογη διέγερση, και άλλα πάρα πολλά επινοεί αυτός ο πονηρός, τα οποία δεν είναι ανάγκη να τα φανερώσομε και να τα γράψομε. Πολύ βοηθάει εναντίον των λογισμών αυτών ο υπερβολικός θυμός εναντίον αυτού του δαίμονα. Αυτόν το θυμό τον φοβάται πολύ όταν ξεσηκώνεται σφοδρός εναντίον των λογισμών και καταστρέφει τα σχέδια του. Και αυτό σημαίνει το «να θυμώνετε, αλλά να μην αμαρτάνετε». Αυτός ο θυμός είναι χρήσιμο φάρμακο στη ψυχή κατά των πειρασμών.
Μιμείται αυτόν το δαίμονα και ο δαίμονας της οργής, με το να δημιουργεί πλαστές φαντασίες για γονείς ή φίλους ή συγγενείς ότι βρίζονται από ανάξια πρόσωπα, και ξεσηκώνει το θυμό του αναχωρητή να πει ή να κάνει κάτι κακό εναντίον τους. Σ' αυτά πρέπει να προσέχομε, και να απομακρύνομε γρήγορα τον νου μας από τις φαντασίες αυτές, για να μην πολυκαιρίσουν και γίνουν αναμμένος δαυλός στην ώρα της προσευχής. Σ' αυτούς τους πειρασμούς πέφτουν περισσότερο οι θυμώδεις και ευέξαπτοι, οι οποίοι είναι μακριά από την καθαρή προσευχή και την γνώση του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.

16. Τα νοήματα αυτού του αιώνα, ο Κύριος, όπως τα πρόβατα στον καλό βοσκό, τα παρέδωσε στον άνθρωπο. Και είναι γραμμένο• «Έδωσε σε κάθε άνθρωπο το νόημα μέσα στο νου του», αφού ένωσε με τον άνθρωπο την επιθυμία και την οργή για βοήθεια του, για να εξορίζει με το θυμό τα νοήματα των λύκων δαιμόνων, και με την επιθυμία να αγαπά τα πρόβατα αν και πολλές φορές τον χτυπούν βροχές και άνεμοι. Του έδωσε ακόμη ο Κύριος και νομή για να βόσκει τα πρόβατα, και τόπο χλόης και νερό αναπαύσεως, και άρπα και κιθάρα και ραβδί και στήριγμα, για να τραφεί και να ντυθεί από αυτό το νοητό ποίμνιο και να μαζέψει χορτάρι του βουνού. Γιατί λέει• «Ποιος βόσκει ένα κοπάδι και δεν τρώει από το γάλα του;»
Πρέπει λοιπόν ο αναχωρητής να φυλάγει νύχτα και ημέρα αυτό το ποίμνιο, μήπως κανένα πρόβατο το φάνε τα θηρία η πέσει στους ληστές. Κι αν συμβεί τίποτα τέτοιο στο δασώδες φαράγγι, ευθύς να το αρπάξει από το στόμα του λιονταριού και της αρκούδας. Και τρώγεται από τα θηρία η σκέψη για τον αδελφό μας, αν βόσκει μέσα μας με μίσος• και η σκέψη της γυναίκας, αν γυρίζει στο μυαλό με αισχρή επιθυμία• και η σκέψη του ασημιού και του χρυσαφιού, αν κατοικεί μέσα μας ενωμένη με την πλεονεξία• και τα νοήματα των θείων χαρισμάτων, αν βόσκουν στη διάνοιά μας ενωμένα με την κενοδοξία. Και στα υπόλοιπα νοήματα το ίδιο θα συμβεί, όταν κλέβονται από τα πάθη. Και δεν πρέπει να φυλάγομε τους λογισμούς μας μόνο την ημέρα, αλλά και τη νύχτα, αγρυπνώντας. Γιατί μπορεί με την αισχρή και πονηρή φαντασία να χάσεις το πρόβατο. Και αυτό εννοούν τα λόγια του αγίου Ιακώβ: «Δεν σου έφερα πρόβατο σκοτωμένο από θηρία. Εγώ αναπλήρωνα τα κλεμμένα της ημέρας και τα κλεμμένα της νύχτας. Και κατάντησα να με καίει ο ήλιος την ημέρα και να υποφέρω την παγωνιά της νύχτας. Κι έφευγε ο ύπνος από τα μάτια μου». Αν τώρα από τον πολύ κόπο έρθει ακηδία, τότε ας πάμε λίγο στην πέτρα της θείας γνώσεως, ας πάρομε την άρπα κι ας χτυπήσομε με τις αρετές τις χορδές της γνώσεως. Ας βοσκήσομε πάλι τα πρόβατα κάτω από το όρος Σινά, για να μας καλέσει κι εμάς ο Θεός των πατέρων μας από τη βάτο και να μας αποκαλύψει τη γνώση των υπερφυσικών Του ενεργειών.

17. Τη λογική φύση που θανατώθηκε από την κακία, την ανασταίνει ο Χριστός με τη θεωρία της αιωνιότητας. Και ο Πατέρας Του, την ψυχή που πέθανε το θάνατο του Χριστού, την ανασταίνει δια μέσου της γνώσεως Του. Και αυτό εννοεί ο Παύλος, λέγοντας• «Αν έχομε πεθάνει μαζί με το Χριστό, πιστεύομε ότι και θα ζήσομε μαζί Του».

18. Όταν ο νους ξεντυθεί τον παλαιό άνθρωπο και ντυθεί τον άνθρωπο της χάρης, τότε θα δει και την κατάσταση του κατά τον καιρό της προσευχής όμοια με σάπφειρο ή με ουράνιο χρώμα. Αυτή την κατάσταση την ονομάζει η Γραφή «τόπο Θεού» που τον είδαν οι πρεσβύτεροι πάνω στο όρος Σινά.

19. Οι ακάθαρτοι δαίμονες, άλλοι πειράζουν τον άνθρωπο ως άνθρωπο• άλλοι τον πειράζουν σαν άλογο ζώο. Οι πρώτοι έρχονται και μας βάζουν σκέψεις κενοδοξίας ή υπερηφάνειας ή φθόνου ή κατηγορίας, οι οποίες δεν ενοχλούν τα ζώα. Ενώ οι δεύτεροι μας κινούν παρά φύση το θυμό και την επιθυμία. Αυτά τα πάθη είναι κοινά σ' εμάς και τ' άλογα ζώα και τα καλύπτει η λογική φύση μας. Γι' αυτό λέει το Άγιο Πνεύμα προς τους λογισμούς που συμβαίνουν στους ανθρώπους• «Εγώ είπα, είστε θεοί και όλοι σας γιοι του Υψίστου• εσείς πεθαίνετε σαν άνθρωποι και πέφτετε σαν ένας από τους άρχοντες». Προς τους λογισμούς που κινούνται παράλογα τι λέει; «Μη γίνεστε σαν το άλογο και τον ημίονο, που δεν έχουν καμιά σύνεση. Με γκέμια και χαλινάρι θα σφίξεις τα σαγόνια αυτών που δε σε πλησιάζουν». Αν τώρα η ψυχή που αμαρτάνει πρέπει να πεθάνει, φανερό είναι ότι οι άνθρωποι ως άνθρωποι πεθαίνουν και από ανθρώπους θάβονται, ενώ οι άλογοι, όταν θανατωθούν, δηλ. καταπέσουν, θα φαγωθούν από γύπες και κοράκια. Τα νεογέννητα αυτών, άλλα επικαλούνται τον Κύριο, άλλα ανακατώνονται μέσα στο αίμα των πτωμάτων. Εκείνος που έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει.

20. Όταν ο εχθρός σε πλησιάσει και σε πληγώσει και θέλεις, όπως λέει η Γραφή, να γυρίσεις το μαχαίρι στην καρδιά του, κάνε ως εξής• ανάλυσε μέσα σου το λογισμό που σου υπέβαλε, ποιος είναι, από τι αποτελείται και ποιο είναι εκείνο το σημείο που στεναχωρεί περισσότερο τον νου. Και εξηγούμαι. Ας υποθέσομε ότι σου ήρθε λογισμός φιλαργυρίας. Διαίρεσε αυτόν το λογισμό σε τέσσερα μέρη: στο νου που δέχτηκε το λογισμό, στην έννοια του χρυσού, στον ίδιο το χρυσό και στο φιλάργυρο πάθος. Και τότε ρώτησε: Ποιο απ' όλα αυτά είναι αμαρτία; Ο νους; Μα αυτός είναι εικόνα του Θεού. Η έννοια του χρυσού; Κανείς που έχει νου δε θα πει τέτοιο πράγμα. Ο χρυσός; Και τότε γιατί έγινε; Έπεται λοιπόν ότι αιτία της αμαρτίας είναι το φιλάργυρο πάθος, το οποίο στην ουσία του δεν υπάρχει, ούτε έννοια πράγματος είναι, αλλά είναι μια μισάνθρωπη ηδονή που γεννιέται από το αυτεξούσιο και αναγκάζει το νου να κάνει κακή χρήση των κτισμάτων του Θεού• την ηδονή αυτή ο νόμος του Θεού προστάζει να την αποκόπτομε. Και με την έρευνά σου αυτή θα καταστραφεί ο λογισμός, καθώς θα αναλύεται στη θεωρητική του βάση, αλλά θα φύγει από σένα και το δαιμόνιο, αφού θα υψωθεί η διάνοιά σου από τη γνώση αυτή.
Αν δεν θέλεις να μεταχειριστείς το δικό του μαχαίρι εναντίον του και έχεις πόθο να τον καθυποτάξεις με τη δική σου σφεντόνα, τότε πάρε πέτρα μέσα από το τσομπάνικο σακούλι σου και εξέταζε τη θεωρία του λογισμού αυτού. Πως δηλαδή άγγελοι και δαίμονες πλησιάζουν το δικό μας κόσμο, ενώ εμείς δεν πλησιάζομε στους κόσμους τους; Γιατί ούτε τους αγγέλους μπορούμε να ενώσομε με το Θεό περισσότερο από ότι είναι ενωμένοι, ούτε τους δαίμονες θέλομε να τους κάνομε πιο ακάθαρτους απ' ό,τι είναι. Και πως ξέπεσε από τον ουρανό ο εωσφόρος που ανατέλλει το πρωί και τσακίστηκε στη γη; Αυτός θεώρησε τη θάλασσα σαν λεκάνη και τον τάρταρο της αβύσσου σαν αιχμάλωτο του• αναβράζει την άβυσσο όπως το φυσερό τη φωτιά στο χαλκουργείο, και ταράζει όλους, από την κακία του θέλοντας να εξουσιάζει τα πάντα. Η θεωρία αυτών των πραγμάτων πληγώνει πάρα πολύ το δαίμονα και τρέπει σε φυγή το στράτευμα του. Αλλά αυτά συμβαίνουν σ' εκείνους που έχουν ήρεμα καθαριστεί από τα πάθη τους και βλέπουν σ' ένα βαθμό τις αιτίες και τους λόγους των γεγονότων. Οι ακάθαρτοι όμως δεν γνωρίζουν τη θεωρία αυτή, ούτε και αν τη μάθουν από άλλους και τη λένε και την ξαναλένε θ' ακουστούν, εξαιτίας της σκόνης και του θορύβου που δημιουργείται από τα πάθη τους κατά τον πόλεμο των δαιμόνων. Γιατί πρέπει το στράτευμα των αλλοφύλων να ηρεμήσει, για να βγει μόνος ο Γολιάθ και να συμπλακεί με το Δαβίδ μας. Παρόμοια ας χρησιμοποιήσαμε και τη διαίρεση του πολέμου και την τακτική για όλους τους ακάθαρτους λογισμούς.

21. Όταν οι ακάθαρτοι λογισμοί φυγαδευτούν γρήγορα, ας αναζητήσομε την αιτία, από που δηλαδή προέρχεται αυτό. Ποιο από τα δύο συμβαίνει επειδή σπανίζει το αντικείμενο του ακάθαρτου λογισμού και είναι δύσκολο να προμηθευτούμε το υλικό, ή εξαιτίας της απάθειας μας δεν υπερίσχυσε ο εχθρός; Παράδειγμα• αν κανένας αναχωρητής βάλει στο νου του να γίνει επίσκοπος, δεν φαντάζεται πολύ καιρό αυτόν το λογισμό (γιατί είναι απραγματοποίητος), και είναι φανερό ότι συμβαίνει το πρώτο. Αν όμως κάποιος γίνει επίσκοπος μίας τυχαίας πόλεως και εξακολουθεί να σκέφτεται όπως πριν, αυτός είναι μακάριος για την απάθεια του. Αν εξετάσομε και για τους άλλους λογισμούς, θα δούμε ότι ο τρόπος αυτός έχει όμοια εφαρμογή. Αυτά είναι ανάγκη να τα γνωρίζομε, για να έχομε προθυμία και δύναμη• για να ξέρομε αν διαπεράσαμε τον Ιορδάνη και είμαστε κοντά στις φοινικιές ή μήπως είμαστε ακόμα στην έρημο και μας χτυπούν οι αλλόφυλοι.
Πολύ πανούργος μου φαίνεται ο δαίμονας της φιλαργυρίας και δεινός στο να εξαπατά τους ανθρώπους. Όταν από την τέλεια απάρνηση του κόσμου (εκ μέρους του μοναχού) βρεθεί στα στενά, υποκρίνεται αμέσως τον οικονόμο και φίλο των φτωχών υποδέχεται με τη γνησιότερη φιλοξενία τους ξένους, που ποτέ δεν τον επισκέπτονται, στέλνει βοήθεια σε άλλους που έχουν ανάγκη, επισκέπτεται τις φυλακές της πόλεως και εξαγοράζει δήθεν εκείνους που πουλήθηκαν ως δούλοι• υποδεικνύει επίσης την προσκόλληση σε πλούσιες γυναίκες. Άλλους πάλι τους συμβουλεύει να υποταχθούν σε κάποιους που έχουν γεμάτο πουγγί. Και έτσι αφού εξαπατήσει λίγο-λίγο την ψυχή, την τυλίγει με τους λογισμούς της φιλαργυρίας και την παραδίνει στον δαίμονα της κενοδοξίας. Αυτός φέρνει τότε στο νου ένα πλήθος ανθρώπων που δοξάζουν τον Κύριο για τα καλά αυτά έργα που (κατά φαντασία) έγιναν, και μετά από λίγο του παρουσιάζει και άλλους να συνομιλούν ότι πρέπει αυτός να δεχτεί την ιεροσύνη. Του προμαντεύει ότι αυτός που είναι ιερέας θα πεθάνει και δεν θα ξεφύγει τον θάνατο ό,τι και να κάνει. Κι έτσι ο ταλαίπωρος νους αφού δεθεί μέσα σε τέτοιους λογισμούς, φιλονικεί μ' εκείνους που δεν τον παραδέχονται• ενώ σ' εκείνους που τον παραδέχονται, χαρίζει δώρα με προθυμία και τους δέχεται με ευγνωμοσύνη. Μερικούς άλλους που διαφωνούν, τους παραδίνει στους δικαστές και παραγγέλλει να εξοριστούν από την πόλη. Όταν λοιπόν μπουν και αρχίσουν να στριφογυρίζουν στο μυαλό του όλοι αυτοί οι λογισμοί, ευθύς παρουσιάζεται ο δαίμονας της υπερηφάνειας, ο οποίος στέλνει εναντίον του αστραπές συνεχείς στον αέρα του κελιού και φτερωτά θηρία και τελευταία προξενεί στέρηση του λογικού. Εμείς όμως αφού παρακαλέσομε να λείψουν και να χαθούν αυτοί οι λογισμοί, ας ζήσομε φτωχικά με ευχαριστία. Γιατί τίποτε δε φέραμε στον κόσμο κι είναι φανερό ότι ούτε να πάρομε τίποτε μαζί μας μπορούμε. Κι όταν έχομε τροφή και σκεπάσματα, σ' αυτά ας αρκεστούμε• κι ας θυμόμαστε τον Παύλο που λέει• «Ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία».

22. Όλοι οι ακάθαρτοι λογισμοί όταν πολυκαιρίσουν εξαιτίας των παθών μέσα μας, ρίχνουν το νου στην καταστροφή και τον αφανισμό. Όπως η σκέψη του ψωμιού πολυκαιρίζει μέσα στο μυαλό του πεινασμένου λόγω της πείνας του και η σκέψη του νερού στον διψασμένο λόγω της δίψας του, έτσι και οι σκέψεις των χρημάτων η των αισχρών λογισμών που γεννιούνται από τα φαγητά, χρονίζουν στο μυαλό του άνθρωπου εξαιτίας της εμπάθειας του. Το ίδιο συμβαίνει και όσον αφορά στις σκέψεις της κενοδοξίας και τις διάφορες άλλες. Και δεν είναι δυνατόν όταν ο νους πνίγεται μέσα σε εμπαθείς σκέψεις, να παρασταθεί ενώπιον του Θεού και να στεφανωθεί με το στεφάνι της δικαιοσύνης. Γιατί από αυτούς τους λογισμούς παρασυρμένος ο τρισάθλιος νους, παραιτήθηκε από το δείπνο της γνώσεως του Θεού, όπως εκείνος που αναφέρεται στα Ευαγγέλια. Και πάλι εκείνος που δέθηκε χέρια και πόδια και ρίχτηκε στο σκότος το εξώτερο, από τέτοιους λογισμούς είχε υφασμένο το ένδυμά του• και γι' αυτό εκείνος ο Βασιλιάς που τον κάλεσε, έκρινε ότι δεν ήταν άξιος να γίνει δεκτός στο γάμο. Λοιπόν, ένδυμα γάμου είναι η απάθεια της ψυχής, η οποία αρνήθηκε τις κοσμικές επιθυμίες. Ποια είναι τώρα η αιτία από την οποία τα νοήματα των αισθητών πραγμάτων, όταν πολυκαιρίσουν, διαφθείρουν την πνευματική γνώση, το έχομε πει στα κεφάλαια περί προσευχής.

23. Από τους δαίμονες που αντιστέκονται στην πρακτική άσκηση των αρετών, τρεις είναι αρχηγοί, τους οποίους ακολουθεί η στρατιά των αλλοφύλων, δηλ. των δαιμόνων και αυτοί οι τρεις, πρώτοι κάνουν πόλεμο και με ακάθαρτους λογισμούς διεγείρουν την ψυχή στην κακία. Αυτοί είναι οι δαίμονες της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας και της φιλοδοξίας. Αν λοιπόν επιθυμείς καθαρή προσευχή, κράτησε το θυμό. Και αν αγαπάς τη σωφροσύνη, κράτησε την κοιλιά σου και μην της δώσεις ψωμί μέχρι τον τέλειο χορτασμό και βασάνιζέ την με τη δίψα. Αγρύπνα στην προσευχή και διώξε μακριά σου τη μνησικακία. Λόγια του Αγίου Πνεύματος να μη λείπουν από το στόμα σου, και κτύπα τις πόρτες των Γραφών με τα χέρια των αρετών. Τότε θα ανατείλει η απάθεια της καρδιάς και θα δεις το νου σου στην προσευχή σου σαν αστέρι, δηλαδή γεμάτον από θείο φως.


Μερικά από τα νηπτικά κεφάλαια του Ευάγριου

1. Ο μοναχός πρέπει να ζει πάντοτε σαν να πρόκειται αύριο να πεθάνει. Και πάλι να μεταχειρίζεται το σώμα σαν να έχει να ζήσει πολλά χρόνια. Γιατί το πρώτο απομακρύνει την ακηδία και τον κάνει προθυμότερο, ενώ το δεύτερο φυλάει σωστό και ακέραιο το σώμα και διατηρεί ισορροπημένη την εγκράτεια.
2. Εκείνος που πλησίασε και άγγιξε τη θεία γνώση και απολαμβάνει την ηδονή που προέρχεται από αυτή, δεν θα πεισθεί ποτέ στον δαίμονα της κενοδοξίας, και αν του προσφέρει όλες τις ηδονές του κόσμου. Γιατί τι μεγαλύτερο μπορεί να του υποσχεθεί από την πνευματική θεωρία; Όσο όμως δεν έχομε γευτεί την πνευματική γνώση, ας εργαζόμαστε πρόθυμα την πρακτική αρετή, και με αυτό δείχνομε στο Θεό, ότι όλα τα κάνομε για να Τον γνωρίσομε.
3. Ανάγκη να εκθέσομε και τους δρόμους που ακολούθησαν εκείνοι οι μοναχοί που πρόκοψαν και να τείνομε σ' αυτούς τους δρόμους. Γιατί πολλά καλά έπραξαν και είπαν, μεταξύ των οποίων και τούτο που λέει κάποιος από αυτούς: ότι η σκληρότερη και ισορροπημένη δίαιτα, όταν ενωθεί με την αγάπη, φέρνει γρηγορότερα το μοναχό στο λιμάνι της απάθειας.
4. Πήγα κάποτε το καταμεσήμερο στον άγιο Μακάριο και επειδή καιγόμουν από τη δίψα, ζήτησα νερό να πιώ. Αυτός μου είπε: «Αρκέσου στη σκιά, γιατί πολλοί αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε οδοιπορία η πλέουν στη θάλασσα και στερούνται και τη σκιά». Κατόπιν, καθώς συζητούσαμε για την εγκράτεια, μου είπε: «Έχε θάρρος παιδί μου• γιατί εγώ είκοσι χρόνια τώρα, ούτε το ψωμί, ούτε το νερό, ούτε τον ύπνο χόρτασα, αλλά το ψωμί μου το έτρωγα με το ζύγι, το νερό το έπινα με το μέτρο, και όσο για ύπνο, ακουμπούσα λίγο στον τοίχο και κοιμόμουν λίγο στα κλεφτά.»
5. Το νου που περιπλανιέται τον σταματά η ανάγνωση, η αγρυπνία και η προσευχή. Την επιθυμία όταν ανάβει, την μαραίνει πείνα και κόπος και αποτράβηγμα από τους ανθρώπους. Το φρενιασμένο θυμό τον καταπαύει η ψαλμωδία, η μακροθυμία και το έλεος. Τα υπερβολικά και παράκαιρα είναι λιγόκαιρα- βλάπτουν μάλλον και δεν ωφελούν.


Read more:http://www.egolpion.com/evagrios_diakrisis.el.aspx#ixzz49TZdACq4

Οσίου Εφραίμ του Σύρου: Περί Ορθού Βίου


Α Σ Κ Η Τ Ι Κ Α
Οσίου Εφραίμ του Σύρου
ΠΕΡΙ  ΟΡΘΟΥ  ΒΙΟΥ
ΚΕΦΑΛΑΙΑ   ΕΝΝΕΝΗΝΤΑ

Ευλόγησον Πάτερ.
α. Ορέγεσαι ορθόν βίον; Επιμελού την ταπεινοφροσύνην, διότι χωρίς αυτής ορθός βίος δεν δύναται να υπάρξη.
β. Οδοιπόρος ανήρ όστις απώλεσε την αρχήν της οδού, εν τη αλλοδοπή χώρα ο τοιούτος πλανάται˙ και ο απομακρύνας εαυτόν εκ της οδού των τα­πεινών, δεν θέλει στήσει την σκηνήν αυτού εις τας κατοικίας των οσίων.
γ. Εργάζου εν ταπεινοφροσύνη πάν­τα τα έργα σου, εν ονόματι του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού˙ και τοιουτο­τρόπως θέλει υψωθή ο καρπός σου εις τον ουρανόν˙ διότι η υπερηφάνεια ομοιά­ζει με υψηλόν δένδρον σεσηπός, το οποίον πανταχόθεν έχει τους κλάδους εύθραυστους˙ και όστις αναβή ταχέως κατακρημνίζεται εκ του ύψους.
δ. Αρχή της εγκαταλείψεως του αν­θρώπου είναι το ν' απομακρύνηται από της ταπεινοφροσύνης· και ο εγκαταλει­φθείς υπό του Θεού θέλει πνίγη ως ο Σαούλ, υπό πονηρού πνεύματος.
ε. Πνιγμόν φοβερόν νόμιζε την συμπλοκήν των αμαρτιών, και το να αναβαίνη εκ της πλημμύρας αυτών έως της ώρας του θανάτου.
ς. Εάν κατανοήσης ακριβώς, θέλεις εύρει τας παγίδας του εχθρού κεχρισμένας δια μέλιτος και γλυκύτητος, και εάν τις θέλη να γευθή το μέλι, υπό παγίδος θέλει συλληφθή.
ζ. Μη επιθυμής το τοιούτον μέλι, και δεν θέλεις συλληφθή υπό παγίδος˙ διότι η γλυκύτης αυτού επί τέλους γεμί­ζει από χολήν και πικρίαν τους επιθυμούντας αυτό.
η. Αγάπα ταπεινοφροσύνην, και υπό παγίδος διαβολικής δεν θέλεις συλλη­φθή ποτέ˙ διότι θέλεις γίνει ανώτερος των παγίδων του Έχθρου˙ διότι ανα­κουφίζεσαι πάντοτε από το οξύτατον πτερόν της ταπεινοφροσύνης.
θ. Εάν ίδης τινά νεανιευόμενον, ωραίον την όψιν, και λαμπρόν κατά το φόρεμα, παρακολουθούμενον υπό πλή­θους ανθρώπων, μη ζηλότυπης, μηδέ θορύβου άλλ' έχε εις τον νουν σου, ότι μετ' ολίγον θέλεις ιδή αυτόν σβεννύμενον διότι εξήνθησαν και διέλαμψαν οι πολιτευθέντες κατά το θέλημα του Θεού.
ι. Οι φρόνιμοι και ευαρεστήσαντες εις τον Κύριον, δεν προσείχον εις τας λαμπρότητας του βίου˙ γινώσκοντες κα­λώς, ότι ως άνθος χόρτου ταχέως θέλουσι ξηρανθή˙ ημείς δε οι αμελείς, εάν ίδωμεν πολυσαρκίαν ανθρώπου, ερυ­θρού˙ κατά τας παρειάς, τον άνθρωπον τούτον μακαρίζομεν, αν και ήναι ασε­βέστατος˙ μακράν ημών ρίψαντες τον επίπονον βίον, δεν γινώσκομεν οποίον αξίωμα έχει ο βίος των ασκητών τού­του χάριν η σωφροσύνη εμισήθη παρ' ημών, και η αγιοσύνη εβδελύχθη.
ια. Ας μη προσέχωμεν αδελφοί εις παιδικά παιγνίδια, άλλ' ας αναλάβωμεν πάντοτε τέλειον βίον, ίνα μη στερηθώμεν της χαράς των ασκητών, και παραδοθώμεν εις αιωνίαν κόλασιν.
ιβ. Μακάριος ο λιπανθείς δια των α­γαθών ελπίδων, και λαμπρυνθείς εις αγα­θούς συλλογισμούς˙ διότι η δόξα τούτου είναι μεγάλη και αθάνατος.
ιγ. Ας επιδιώξωμεν την ησυχίαν ώστε θεωρούντες τα αμαρτήματα ημών, να ταπεινωθώμεν πάντοτε, και ουχί να θρέψωμεν τον λογισμόν δι' οιήσεως ή πονηρίας, καθώς τα ιοβόλα ζώα.
ιδ. Ας αγαπήσωμεν την ησυχίαν, δια ν' αποκτήσωμεν καθαράν καρδίαν, και φυλαχθή άσπιλος ο ναός, τον οποίον ενεπιστεύθησαν εις ημάς, από της φθο­ράς των αμαρτιών.
ιε. Καλή είναι η προσευχή μετά στε­ναγμών και δακρύων, ταύτα όμως να χύνωνται ησύχως˙ το δε να κράζωμεν δια ν' ακουώμεθα είναι σημείον ανθρωπαρεσκείας· ο δε εν γνώσει και πίστει προσευχόμενος, τον Κύριον ενώπιον αυ­τού βλέπει, καθότι εν αυτώ ζώμεν, και κινούμεθα και εσμέν.
ιστ. Εάν επωρώθη η καρδία σου, κλαίε ενώπιον του Θεού, δια να επιστάζη εις σε φωτισμόν γνώσεως, και μη σκόπτε τους μετά θερμότητος καρδίας βοώντας προς τον ουρανόν.
ιζ. Όστις σκώπτει τους φιλόπονους, κατέστησεν εαυτόν δούλον εις τον Δό­λιον, εκτελών τα μυσαρά θελήματα εκεί­νου˙ ο τοιούτος δεν θέλει εύρει χαράν την ητοιμασμένην εις τους δούλους του Κυρίου.
ιη. Συ δε ασκητά εν γνώσει εκτελεί τα έργα σου πάντοτε, και ας μη δώσωμεν αφορμήν εις τους ζητούντας αφορμήν.
ιθ. Ουαί εις τον ανελεήμονα, και ουαί εις τον δόλιον, και ουαί εις τον τρυφηλόν διότι θέλει συναντήσει αυτόν ο πικρός άδης˙ διότι υπόδουλον καθι­στά εαυτόν χάριν γαστριμαργίας, και τον Θεόν καταφρονεί, ίνα αρχήν και εξουσίαν ευρη εν τω ματαίω τούτω βίω. Ήλθεν εξαίφνης ο θάνατος, εξήρανε τον λαιμόν, όστις τα λαμπρά φαγητά εδέχετο συχνά˙ κατήργησε την εξουσίαν, δια της οποίας περιεφρόνει τον ποιήσαντα αυτόν ερρίφθη λοιπόν εις την γην, ως κοπρία, του αθλίου το σώμα, και η ψυχή πορεύεται εις τον ίδιον αυ­τής τόπον.
κ. Τα τερπνά του βίου θεωρών, πρό­σεχε μη ελκυσθής˙ διότι εις αυτά είναι κεκρυμμένη η παγίς του θανάτου. Διότι ο αλιεύς δεν ρίπτει γυμνόν το άγκιστρον.
κα. Την επιθυμίαν ο Εχθρός, ως δό­λωμα εν αγκίστρω μεταχειρίζεται, ίνα ολόκληρον την ψυχήν επισύρη εις σεαυτόν υπόδουλον ο Μιαρός.
κβ. Η πρώτη συλληφθείσα ψυχή, είναι παγίς εις άλλας προς το θέλημα εκείνου, εγγκλυκαίνουσα τας αδοκιμάστους ψυχάς εις την πικρίαν του Δρά­κοντος. Διότι και η πέρδιξ συλληφθείσα θέλει γίνει ως δόλωμα εις τας μη συλληφθείσας υπό των βρόχων διότι ο κυ­νηγός στήνει τους βρόχους ολόγυρα αυ­τής, και θηρεύει τας καλώς πετώσας.
κγ. Κοπίαζε εις την αρετήν, και μη βαρύνεσαι εις τους κόπους διότι χωρίς κόπων η αρετή δεν γνωρίζεται.
κδ. Εις τους κόπους έχε άνω το όμ­μα της ψυχής, και θεωρών την χαράν εκείνην δεν θέλεις παραιτήσει τους κό­πους.
κε. Κοπιάζων κοπίαζε μετά κόπου, δια ν' αποφυγής των ματαίων κόπων τους κόπους· διότι οι κόποι των δικαίων καρπούς ζωής βλαστάνουσιν οι δε των αμαρτωλών είσι πλήρεις αγχόνης.
κς. Κατά το θέλημα του Θεού υπόμεινον τας θλίψεις του παρόντος βίου, και δεν θέλει ματαιωθή η ελπίς σου προς τους αγίους διότι ο ζυγός του Εχθρού, έχει εν εαυτώ την λύπην, ήτις γεννά τον θάνατον.
κζ. Οι ζώντες μάτοιον βίον, τους εν γνώσει κοπιάζοντας θέλουσι να υποσκελίσωσιν, ίνα μη έχωσι πλησίον τον έλεγχον η δε κατάπτωσις εκείνων αναδει­κνύει εστεφανωμένους τους αθλητάς της ευσεβείας.
κη. Γένου ταπεινόφρων, δια να μη ζημιωθής κανέν εκ των όσων καλώς ειργάσθης εάν δε αποβάλης την ταπεινοφροσύνην, μετά των ματαιοπόνων θέ­λεις καταταχθή.
κθ. Θέλεις να χειραγωγής ψυχήν, α­σφάλιζε σεαυτόν πάντοτε ως συνετός, ίνα μη καταποντισθής υπό ηδονικών λογισμών, και το ναυάγιον γίνη εντός του λιμένος.
λ. Εάν θέλης να ήσαι λιμήν ασφα­λής, στερέωσον τα σίδηρα και τας άγκυ­ρας, δια να μη σαλευθώσιν ευκόλως υπό του λαίλαπος των ηδονών, και γίνης ναυάγιον αντί λιμένος.
λα. Μη έμπλεκε άγκυραν μετά αγκύ­ρας, εάν απέμεινεν ελαφρόν τι εν σοι δια να μη παρασυρθής υπό των παθών ευ­κόλως˙ διότι όστις θέλει να ανασύρη τον πεσόντα εις τον λάκκον, οφείλει να έχη ανδρείον λογισμόν, δια να μη παρασυρθή υπό της αγκύρας εκείνου εις τον αυ­τόν βόθρον διότι οι εμπαθείς λόγοι ό­ταν εύρωσι τόπον, ως άγκιστρον έλκουσι την ψυχήν.
λβ. Φεύγε πάντοτε τας επιβλαβείς συνομιλίας, και θέλει είσθαι πάντοτε η ψυχή σου εν ησυχία μεγάλη.
λγ. Βλαβερός γίνεται ο μοναχός, όταν δεν πράττη εν συνέσει πνευματική πάν­τα τα έργα αυτού διότι ο Υιός και Λό­γος θέλει να ώμεν πάντες ακέραιοι και σοφοί.
λδ. Εάν δεν εθερμάνθης πολύ υπό του Αγίου Πνεύματος, μη θέλης ν' α­κούσης ξένους λογισμούς διότι θέλεις εύρει εν αυτοίς διττόν πόλεμον πρώτον μεν δια της ενθυμήσεως των ακουσθέντων μολύνεις την ψυχήν σου δεύτερον δε θέλεις γίνει εχθρός εις τον εξομολογούμενον, όταν γενναίως δεν αποδιώξη μετά πάθη δια της σταυροφόρου δυνά­μεως, αλλά περιπέση και πάλιν εις αυτά εξ αμελείας. Εκείνος δε ο πνευματικός, εάν ήναι συνετός, προσποιείται ότι ελησμόνησε τα αμαρτήματα του εξομολογηθέντος.
λε. Καθώς όταν τις έχη περιστεράν εις τον οίκον, και εύρου σα εκείνη θηρίδα ανεωγμένην ήθελεν εκπετάξει εκτός της οικίας, ουχί μετά ράβδου ή λίθου κράζει αυτήν να επανέλθη, αλλά ρίπτων σίτον, μετά φρονήσεως ζητεί να συλλα­βή αυτήν. Ούτω λοιπόν και όστις θέλει να καθαρίση τον ρύπον των λογισμών, έχει ανάγκην πολλής συνέσεως και εμ­πειρίας.
λς. Εάν αναγινώσκης, μη επιδίωκε μόνον το ρητορικόν και γοργόν, μηδέ περί τούτου μόνον να φροντίζης δια να μη πληγώση την καρδίαν σου ο δαίμων της αυταρέσκειας· αλλά κιχρείζου εκ των όσων ανέγνωσας τά ιάματα της ψυ­χής, καθώς η φρόνιμη μέλισσα επισυνάγει εκ των ανθέων το μέλι.
λζ. Καθώς κενόδοξος ανήρ, ενώ εί­ναι πένης, ονομάζει εαυτόν βασιλέα· ού­τω και μοναχός τρώγων κρυφίως, και εις την τράπεζαν των αδελφών υποκρινόμενος ολιγοφαγίαν και εγκράτειαν, δεν είναι ασκητής· ο τοιούτος υφαίνει ιστόν αράχνης˙ διότι δεν βαδίζει την οδόν των αγίων, αλλά την των ανθρωπαρέσκων.
λη. Εάν απηρνήθης τον κόσμον, επιμελού το έργον σου, δια να επιτυχής τον ζητούμενοι μαργαρίτην διότι τινές απαρνηθέντες τον κόσμον, ανεχώρησαν εκ του βίου, άλλοι μεν και εκστρατείαν αφήσαντες, άλλοι δε και πλούτον διαμοιράσαντες· τελευταίον όμως υπό του ιδίου θελήματος παρασυρθέντες, κατέπεσον διότι ουδέν πράγμα είναι ταλαιπωρότερον, από το να κυριεύηται τις υπό του ιδίου θελήματος, και να μη πολιτεύηται κατά το θέλημα του Θεού˙ διότι ούτοι μεν υπεκρίθησαν, Οτι απεμακρύνθησαν εκ της καθολικής πύλης των πραγμάτων του βίου, δια του πα­ραθύρου όμως ευρίσκονται εις τα ενδό­τερα.
λθ. Τα αυτά πάσχουσιν οι τοιούτοι με τους υιούς Ισραήλ, οίτινες αφού εξήλθον της σιδηράς καμίνου, και διε­σώθησαν της Ερυθράς θαλάσσης, και έλαβον τόσας χάριτας, έπειτα παρασυρ­θέντες υπό του ιδίου θελήματος εναυάγησαν εις την ξηράν και εκ τοσούτου πλήθους των ηριθμησμένων, δύο εσώθησαν, οι φυλάξαντες οσίως τον λόγον του Κυρίου, και τον Ύψιστον μη πικράναντες.
μ. Οι απαρνηθέντες τον κόσμον, ου­δέν κοινόν έχουσι μετά του κόσμου˙ ού­τοι και εις εξουσίαν αν τεθώσιν, ως μη άρχοντες είσιν˙ εάν δε εκβληθώσι της α­ξίας, οι αυτοί είσι κατά τον λογισμόν. Οι δε απομακρυθέντες του ευσεβούς λογισμού προς μεν τας γλυκύτητας του κόσμου ευ­ρίσκονται έτοιμοι, και ο αγών αυτόν δεν είναι πλέον περί αρετής˙ αλλά τον ζυγόν απόρριψαντες επιμελεστέρως οικοδόμουσιν όσα προ πολλού καλώς κατέστρεψαν καθώς παρθένος σεμνότατη και πεφυλαγμένη εις θάλαμον, η οποία διέφθει­ρε τας αισθήσεις αυτής, και αποβάλουσα την αιδώ αναισχύντως, πράττει τα ασυγ­χώρητα, και μήτε Θεόν φοβείται, μήτε ανθρώπους εντρέπεται˙ αλλά δεν θέλει διαφύγει τας χείρας του Θεού διότι η ημέρα θέλει φανερώσει το έργον εκά­στου, διότι θέλει δοκιμασθή εις το πυρ.
μα. Μακάριος ο δι έργου κηρύσσων την αρετήν διότι το να λέγη τις τα της αρετής, και να πράττη τα εναντία, δεν σώζεται˙ καθώς και ο διαλεγόμενος περί σωφροσύνης, και πράττων τα αισχρά, δεν θέλει επιτύχει το βραβείον.
μβ. Μη ταράττησαι όταν βλέπης τους φιλήδονους πράττοντας αφόβως τας α­σωτίας· διότι το άνθος αυτών είναι γεμάτον από δυσωδίαν το δε άνθος των φιλαρέτων διαλάμπον εις το φως, είναι πεπληρωμένον ευωδίας. Επίμενε λοιπόν εις την αρετήν, ίνα θαυμασθής και παρ αυτών των σαρκικών, και φιλήδονων ανθρώπων διότι αν και προφανώς δεν θέλουσι να ποιώσι τούτο, άλλ' εντός ε­αυτών μακαρίζουσι τους εργάτας των αρετών.
μγ. Όταν ίδης σώματα, τα οποία λάμπουσι δια της επιμελείας προς αισχρόν έρωτα, μη θαυμάζης δια ταύτα, μηδέ ας σε εξαπατά του δέρματος το χρώμα, όπερ μετ' ολίγον εις κόνιν θέλει μεταβληθή, αλλά ψάλλε μετά στεναγ­μού έν σεαυτώ, λέγων «Μνήσθητι, Κύ­ριε, ότι χους εσμέν άνθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού, ούτως εξανθήσεί ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ και ούχ υπάρξει, και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού το δε έλεος του Κυρίου από του αιώνος και έως του αιώνος επί τους φοβούμε­νους αυτόν»· και τοιουτοτρόπως δια της χάριτος του Θεού, δεν θέλεις αιχμαλωτισθή υπό του Πονηρού.
μδ. Παρακαλεί τον Κύριον μετά πό­νου, όπως σοι χαρίση πνεύμα τελείας σωφροσύνης, ίνα και εις τας νυκτερινός φαντασίας διαφυγής τας επιβουλάς του Πονηρού, ως όταν τις διώκηται υπό θηρίου ή υπό πυρός, και πηδά από δώ­ματος εις δώμα, δια να φλογισθή υπό του πυρός.
με. Καθώς δεν είναι δυνατόν άνευ κόπου ν' αγοράση τις γράμματα ή τεχνην δια χρημάτων, ούτω δεν είναι δυ­νατόν να γίνη τις μοναχός άνευ επιμε­λείας και μεγάλης υπομονής.
μστ. Καθώς έχεις την κεφαλήν προτιμοτέραν παρά πάντα τα λοιπά μέλη του σώματος σου, και είτε λίθος κατέλθη επάνω σου, είτε ρόπαλον, είτε ξίφος, τα λοιπά μέλη του σώματος προτείνεις, θέλων να προφύλαξης την κεφαλήν από την πληγήν, διότι γινώσκεις, ότι εκτός αυτής δεν είναι δυνατόν να ζήση τις· τοιουτοτρόπως ας ήναι προτιμότερα πάντων η πίστις της αγίας και ομοου­σίου Τριάδος, διότι χωρίς αυτής να ζη τις την πραγματικήν ζωήν, είναι των αδυνάτων.
μζ. Εν όλη καρδία σου έλπιζε εις τον Κύριον, και θέλεις διαφύγει επιβουλάς κακούργων διότι δεν θέλει παρα­βλέψει ο Κύριος τους δουλεύοντας αυτόν.
μη. Επεθύμει η Αιγύπτια ν' απατήση τον φιλόθεον Ιωσήφ, και δια της βίας έσυρεν αυτόν προς τον διεστραμμένον σκοπόν ο δε νέος εδρόσιζε την ιδίαν ψυχήν δια της μνήμης του Παντοκράτορος, διό να μη καταφλεχθή υπό πυρός άνεμου· προεφύλαττε δε τας αι­σθήσεις, δια να μη δώση χώραν εις αλ­λότριους συλλογισμούς, και γίνη αιχμά­λωτος υπό ασέμνου γυναικός· διότι εθεώρει πάντοτε αυτήν, ως παγίδα θανά­του˙ και υπομείνας τον πειρασμόν, έλαβε τον στέφανον, και έγεινε βασιλεύς της Αιγύπτου.
μθ. Εφαντάσθησαν οι παράνομοι της Βαβυλώνος να εξεγερθώσι κατά ψυ­χής οσίας, δια να μιάνωσιν αυτήν αισχρώς αυτή δε έχουσα βοηθόν τον Θεόν τον Ύψιστον, τούτους κατέβαλεν ευ­κόλως˙ συστήσαντες δε συνέδριον οι πα­ράνομοι κατά της μακάριας, δια να την βλάψωσι, καθώς αυτοί ενόμιζον, δεν εγνώρισαν οι ανόητοι, ότι εν αυτώ έμελλον να δεχθώσιν απόφασιν θανάτου˙ διότι δεν θέλει εμπαιχθή ο ακοίμητος Οφθαλμός.
ν. Εν τη στενή και τεθλιμμένη οδώ ας βαδίσωμεν αδελφοί, ίνα γενόμενοι τίμιοι, φρουρόν εχομεν τον Θεόν.
να. Οι μαργαρίται πάντοτε φυλάττονται εις τα ενδότερα δωμάτια˙ τα δε άχρηστα σκεύη ρίπτονται εις τας πλα­τείας, ως κοπρία.
νβ. Εάν τις σε υβρίζη, και σοι είπη όσα κακά έπραξας, σεαυτόν μάλλον μέμφου, και ούχι εκείνον˙ διότι συ κατήσχυνας σεαυτόν δια των έργων, τα οποία δεν ηνέχθης ν' ακούσης δια του λόγου μόνον μη ζητής να σιωπήση ο άλλος δια της απειλής του θυμού˙ αλλά σεαυτόν διόρθωσον ίνα μη πράττης τα κακά˙ διότι η δυσωδία του έργου σε εφανέρωσε, διότι υπάρχεις επίβουλος της ψυχής σου.
νγ. Διάζευξον σεαυτόν από των αθεμίτων πράξεων δια της μετανοίας, και υβριστού κατηγορία ας μη σε φοβίση.
νδ. Ανθίστασε κατά της αμαρτίας, ω της ζωής εργάτα, και μη φοβού την παρουσίαν του πειρασμού˙ διότι δεν θέ­λει βλάψει η δοκιμή τον γενναίον αθλητήν.
νε. Πρέπει λοιπόν ημείς δια του θείου πυρός, ν' αντιστεκόμεθα εις το πυρ της αμαρτίας˙ καθώς η πλίνθος ενώ είναι ωμή, είναι αδύνατος και εύθρυπτος, όταν δε τεθή εις το πυρ και ψηθή, γίνεται πρόσκομμα του πυρός, και φραγμός του ύδατος˙ και καθώς εις πήλινον αγγείον είναι το ύδωρ, ούτω και η κάμινος κρατεί έσωθέν της την εξαφθείσαν φλόγα˙ αυτή δε η κάμινος εκ πλίν­θων είναι κτισμένη.
νστ. Γενού και συ στιβαρός εις τους πειρασμούς, και εις τας θλίψεις, και ενάντιου εις εκκαιούσας ηδονάς, ίνα μη διαλυθής ως η ωμή πλίνθος υπό στα­γόνων βροχής.
νζ. Μη νόμιζε αγαθόν, ό,τι συ ποιείς ως καλόν, αλλά το μαρτυρούμενον υπό ανδρών ευσεβών.
νη. Άκουε την φωνήν του Κυρίου, ίνα σε βοηθήση και τας χείρας του επιβάλη εις τους θλίβοντας σε, και τους εχθρούς σου ταπείνωση˙ δια να μη ακού­σης ως παρήκοος. «Εξαπέστειλεν αυ­τούς κατά τας επιθυμίας των καρδιών αυτών, και θέλοισι πορευθή εις τας ιδίας αυτών βουλάς.
νθ. Αγωνίζου να μη δουλεύης εις το ίδιόν σου θέλημα˙ άλλ υπήκοος γε­νού εις τους φοβούμενους τον Κύριον˙ και δια του ελέους του Θεού, θέλουσι συντρίψει την κεφαλήν του Δράκοντος. Ενόσω δε υποτάσσεσαι ευκόλως εις τα ίδια σου θελήματα, γίνωσκε, ότι μακράν απέχεις της τελειότητος, και όσον απέ­χεις της τελειότητος, τοσούτον ανάγκην έχεις παιδείας και διδασκαλίας.
ξ. Υπόμεινον την θλίψιν εν Κυρίω, δια να σε περιλάβη χαρά˙ υπόμεινον τον κόπον δια να εύρης τον πλούσιον μισθόν.
ξα. Όστις φεύγει τον πόλεμον, ουδέ λάφυρα θέλει κρατήσει˙ και όστις φεύ­γει παιδείαν, δεν θέλει λάβει κληρονομίαν μετά των φρονίμων.
ξβ. Ανάβα εις ύψος και θέλεις Ιδεί τα γήινα πάντα ταπεινά και ευτελή˙ αφού δε καταβής εκ του ύψους, οικίσκον ασβεστωμένον θέλεις θαυμάσει.
ξγ. Ανάβα εις την γνώσιν, ω εργάτα της ευσέβειας, και ως όχημα θέλει σε βαστάξει, και εκ πολλών προσκομμάτων θέλει σε διαφυλάξει˙ διότι δεν θέλει αφήσει τον αγαπητόν αυτής να λέγη ή να πράττη προς καταστροφήν των ακουόντων.
ξδ. Οσμή γνώσεως εις άνδρα είναι το να αιτιάται εαυτόν πάντοτε˙ και ενώ αιτιάται εαυτόν, να μη κατακρίνη τον έτερον δια τα αυτά εγκλήματα.
ξε. Δια τούτο λοιπόν είναι αγνώμων ο ονειδίζων τον σύνδουλόν του˙ τον περιπεσόντα εις πειρασμόν μη κατακρίνης γελών, αλλά προσεύχου συνεχώς, να μη εισέλθης εις πειρασμόν διότι ο σκοτισθείς την καρδίαν υπό λαίλαπος λογι­σμών, και κατανικηθείς υπό παθών, άνθρωπον δεν εντρέπεται και Θεόν δεν φοβείται˙ και αν μεν ήναι δυνάστης, ευκόλως πράττει τα κακά˙ εάν δε ήναι α­σθενής και πτωχός, θαρρών εις την δυστροπίαν του, αναισχύντως και αυτός πράττει τα κακά.
ξζ. Μη γίνου φιλήδονος και καταφρονητής˙ άκουε δε του Ιεροψάλτου βοώντος˙ « Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν, ως εκλείπει καπνός, εκλιπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώ­που πυρός, ούτως απολούνται οι αμαρ­τωλοί από προσώπου Θεού˙ και οι δί­καιοι ευφρανθήτωσαν.»
ξη. Έλαβες κελλίον, ω μοναχέ, προ­σεύχου συνεχώς εν ταπεινή καρδία, κα­θώς οι τρεις παίδες εν τη καμίνω του πυρός, και μη ποίησης σεαυτόν σπήλαιον ληστών, πράττων τα ασυγχώρη­τα, δια να μη αισχυνθής κατά την ημέραν της κρίσεως, ότε αποκαλύπτωνται τα κρυπτά των ανθρώπων.
ξθ. Οαμελής κατά την ώραν του θερισμού, δεν θέλει έχει εις τον οίκον αυτού αφθονίαν σίτου˙ και ο καταφρονών εν τη παρούση ζωή, ευρίσκεται εκ­τός της παρηγοριάς των δικαίων εν και­ρώ των αμοιβών.
ο. Έρχεται εις ημάς καιρός, αδελφοί, πλήρης φόβου και τρόμου οπότε αποκαλύπτονται όσα επράξαμεν εν κρύπτω και σκοτία˙ και ουαί εις την ψυχήν την μη έχουσαν τον Κύριον βοηθόν.
οα. Έλθετε, ας σκεφθώμεν φιλόχριστοι, αδελφοί, δια το τέλος εκάστου εξ ημών, πως διακείμενα εν τω ματαίω τούτω βίω˙ διότι είναι μάταιος ο διάγων μετά των ματαίως ζώντων, μακάριοι δε είσιν όσοι εμπορεύθησαν καλώς εις τού­τον τον βίον.
οβ. Καθώς πλούσιος ανήρ όστις πλέει με ούριον άνεμον, και κείτεται εις στρώ­μα, και έχει τα όμματα προς τα άνω, και ελπίζει χαράν, και ίστανται μάγειροι ετοιμάζοντες τα φαγητά, και παρακολου­θεί στίφος στρατιωτών, και επήλθεν ε­ξαίφνης λαίλαψ, και συνετάραξε την θά­λασσαν˙ και συνέτριψε το πλοίον, και αυτός μονώτατος απορριφθείς από κυ­μάτων εις νήσους ακατοίκητους γεμούσας θηρίων, κράζει και οδύρεται, και ουδείς ακούει αυτόν τύπτει το πρόσω­πον, όλον το σώμα του ταράττεται, και καθ' εκάστην ώραν προσμένει τον θά­νατον ο προ ολίγου σοβαρός τήκεται υπό του λιμού και του φόβου, και ξη­ραίνεται υπό της δίψης, και ουδείς τον παρηγορεί˙ ούτω και ημείς οι αμελείς πάσχομεν επί της ξηράς διότι ενώ τρυφώμεν εις τον μάταιον τούτον βίον, έρ­χεται αίφνης ο θάνατος, αρπάζει τον α­μελή, τον ρίπτει εις φοβερούς τόπους, όπου θέλουσι κολασθή πάντες οι αμαρ­τωλοί, οι καταθρυνήσαντες πάντοτε τον ίδιον Δεσπότην.
ογ. Ας συλλογισθώμεν καλώς εις ποιον φόβον ευρίσκεται ο ύπό κυμάτων τιναχθείς εις τόπους ακατοίκητους, και μη έχων εντελώς παρηγορίαν τινός˙ λοι­πόν ας συλλογισθώμεν εις ποίον φόβον ευρίσκεται ο ρηθείς αμαρτωλός εις τον τόπον της κολάσεως.
οδ. Η καρδία μου στενάζει, και οι οφθαλμοί μου επιθυμούσι δάκρυα, και η αμαρτία μου αιχμαλωτίζει τον νουν μου, δια να μη έλθω εις κατάνυξιν, και δεηθώ εις τον Κύριον μετά πικρών δα­κρύων, ίνα μη ριφθώ εις το σκότος το εξώτερον.
οε. Ο ελευθερώσας τον λαόν σου εκ χειρός του Φαραώ, και εκ καμίνου σιδη­ράς, και διασώσας αυτούς δια της Ερυ­θράς θαλάσσης, ελευθέρωσον και ημάς εκ των ανομιών ημών, όπως εύρωμεν χάριν ενώπιον σου, όταν μέλλης να κρίνης ζώντας και νεκρούς.
οστ. Ενόσω εις ημάς υπάρχει δύναμις ας δουλεύσωμεν τον Κύριον εν ευθύτητι καρδίας, ίνα εν καιρώ θλίψεως εύρω­μεν αυτόν βοηθόν, ώστε να μας λύτρω­ση εκ μεγάλων κινδύνων.
οζ. Τους δουλεύοντας αυτόν εν καθαρώ καρδία θέλει δοξάσει δια δόξης απεριγράπτου˙ διότι η δόξα των αγίων δεν έχει τέλος.
οη. Κατέπιε το κήτος τον προφήτην Ιωννάν, δια προσταγής Θεού, και ως εις οίκον τινά εφυλάττετο εν τη κοιλία του κήτους˙ εβυθίσθη η κεφαλή του εις σχισμάς ορέων, και περιεκύκλωσεν αυτόν άβυσος βαθύτατη κατέβη εις γην, της οποίας οι μόχλοι είναι δυνατώτατοι˙ και εκεί προσευχόμενος εβόα, λέγων ούτω. «Ας αναβή εκ φθοράς η ζωή μου, Κύ­ριε ο Θεός μου» ανέσχισεν η προσευχή τον βυθόν, έκοψε τον αέρα, ανέβη εις τους ουρανούς, και εισήλθεν εις τα ώτα του Κυρίου˙ μάλλον δε αυτός ο Κύριος ο πληρών τα σύμπαντα, δεν απείχε μα­κράν του γνησίου δούλου.
οθ. Προσέταξεν ο Θεός το κήτος, και εξέμεσε τον προφήτην Ιωνάν, και ως αν απέβη από πλοίον ήρχισε το κή­ρυγμα.
π. Τρίζουσιν οι αμαρτωλοί τους ο­δόντας των κατά των δικαίων πειρα­σμοί εφορμώσι˙ στεφανούνται οι όσιοι˙ αισχύνονται οι ασεβείς, οίτινες εβουλεύθησαν κακά κατά των αγίων του Θεού.
πα. Εδιώκετο ποτε από πονηράν γυ­ναίκα Ηλιού ο Θεσβίτης, ο δε Κύριος δι ορνέου έτρεφε τον προφήτην. Εις δε τους αμαρτωλούς ήλθε πείνα μεγάλη.
πβ. Με άρμα πύρινον ανελήφθη ο προφήτης Ηλιού ˙ η δε άνομος Ιεζάβελ πεσούσα εκ του ύψους της οικίας της κατά γης κατεσυντρίφθη, και κατεβρώθη εις τας πλατείας της πόλεως.
πγ. Έβαλον οι παράνομοι τον προ­φήτην Ιερεμίαν εις τον λάκκον του βορβόρου, διότι δεν ανείχοντο να ακούσωσι λόγον θεοσέβειας. Ήκουσε την τόλμην αυτών ο Αβδεμέλεχ ο αιθίοψ, και επει­δή ήτο καθαρός κατά την ψυχήν, και λαμπρός κατά την πίστιν, ήλεγξε τον βα­σιλέα Σεδεκίαν επί παρανομία˙ έλαβεν εξουσίαν, ανέσυρε τον προφήτην εκ του βορβόρου και έτυχεν ευλογίας.
πδ. Επήλθον οι Εχθροί εναντίον του λαού των Εβραίων, όστις εβασάνιζε πάντοτε τους προφήτας του Θεού, και παρεδόθη υπό του Θεού εις χείρας των εχθρών. Είδον οι εχθροί τον προφήτην του Θεού, τον έλυσαν εκ των δεσμών, και προσέφερον εις αυτόν δώρα˙ διότι εθεώρουν αυτόν ευσεβέστατον. Διό α καθώς ο βαστάζων τον λύχνον φωτίζει τους παρόντας, τοιουτοτρόπως και η α­ρετή λάμπει, βαστάζουσα πάντοτε την δόξαν.
πε. Έβαλον τον προφήτην Δανιήλ οι ασεβείς, διότι ήτο θεοσεβής, εις τον λάκκον των λεόντων, δια να καταφαγωθή παρ αυτών˙ και δεν εγνώρισαν οι ά­νομοι, ότι τούτο ήθελε τους καταισχύ­νει˙ ο δε Κύριος δια χειρός Αββακούμ, και δι αγίου αγγέλου εις τον πιστόν δούλον του απέστειλε φαγητόν. Τα δε άγρια θηρία αφού είδον τον προφήτην εις το μέσον των, έσκυψαν και προσεκύνησαν αυτόν διότι δύναμις ουράνιος έ­φραξε τα στόματα των λεόντων, δια να μη βλάψωσι τον δίκαιον.
πς. Ανέσυραν τον προφήτην από του μέσου των θηρίων, και εξηλέγχετο εκ τούτου η ασέβεια αυτών, διότι είδον αυ­τόν ως νυμφίον εξελθόντα του νυμφι­κού θαλάμου, ακτινοβολούν τα κατά το πρόσωπον, και λάμποντα εκ δόξης.
πζ. Δικαίως εδίσταζον οι Βαβυλώ­νιοι μήπως τάχα ησθένησαν τα άγρια θηρία, ώστε δεν ηδύναντο να τρώγωσι σώματα ανθρώπων διότι ενώ έμεινεν ε­πτά ημέρας ο εκλεκτός του Θεού μεταξύ των επτά λεόντων, ουδεμία βλάβη ευρέ­θη εις αυτόν. Την δε εβδόμην ημέραν ήλθεν ο βασιλεύς να πενθήση τον δίκαι­ον κύψας δε εις τον λάκκον, βλέπει αυ­τόν καθήμενον ως ποιμένα μεταξύ των προβάτων του. Δια τούτο δικαίως αμφέβαλλον οι άπιστοι δια την σωτηρίαν του. Ότε όμως ερρίφθησαν εις τον λάκκον οι εχθροί του δικαίου, και είδον αυτούς, ότι εσπαράχθησαν μεληδόν, και τα ο­στά των ελεπτύνθησαν, εθαύμασαν καθ'υπερβολήν και εβόησαν. «Ισχυρός και μέγας είσαι, Κύριε, ο Θεός του Δανιήλ!»
πη. Οι τρεις παίδες Ανανίας, Αζαρίας και Μισαήλ, επειδή δεν επροσκύνησαν την χρυσήν εικόνα του Ναβουχοδονόσορος, αφού εδέθησαν δυνατά, ερρί­φθησαν εις την ανημμένην κάμινον˙ το δε πυρ δεν ετόλμησε να εγγίση τας τρί­χας των˙ άλλ' εξελθούσα η φλόξ κατέκαυσεν εκείνους, οίτινες ήναψαν και επύρωσαν την κάμινον.
πθ. Ταύτα λοιπόν συλλογιζόμενοι, ω γνήσιοι αδελφοί, ας μη ευρεθώμεν αδό­κιμοι εις τον καιρόν των πειρασμών δι­ότι μεγαλύνονται οι θεοφιλείς.
Υ. Ενόσω εχομεν δύναμιν ας δουλεύωμεν τον Κύριον μετά φόβου, και ευ­θείας καρδίας, και καλής προαιρέσεως˙ ίνα βοηθήση την ασθένειαν ημών, και αναδείξη ημάς στεφανηφόρους εις την βασιλείαν αυτού.
Αμήν


ΨΗΦΙΟΙΠΟΙΗΣΗ:
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
[14/2/2010]


Read more:http://www.egolpion.com/efraim-or8os-bios.el.aspx#ixzz49TZE7aR7

ΟΙ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΙΣΜΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥΓέροντος Ιωσήφ

ΟΙ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΙΣΜΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΕΣΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ

ΚΑΤΗΧΗΣΗ 14η

ΟΙ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΙΣΜΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Γέροντος Ιωσήφ


       Αδελφοί και πατέρες, σε προηγούμενη κατήχηση αναφερθήκαμε στις σωματικές πράξεις, ως βοηθητικά μέσα της έμπρακτης μετάνοιας. Σήμερα θα αναφερθούμε στις εντολές, που βρίσκονται στους μακαρισμούς του Κυρίου μας και όπως οι θείοι Ευαγγελιστές μας τους περιγράφουν. Θα προσπαθήσουμε με τη βοήθεια της εμπειρίας των Πατέρων μας, να αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίο καταλήγει κάποιος στο έπαθλο τον θείου μακαρισμού, που θα είναι ο σκοπός της πίστης και του αγώνα μας.
Πρώτη εντολή και καθήκον ο θείος φόβος. «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Παρ. α, 7). Ο φόβος του Κυρίου, δεν είναι ο κατά κόσμο πανικός της δειλίας και του τρόμου, αλλά η υποταγή στο θέλημα αυτού που αγαπούμε. Προέρχεται από αγάπη και σεβασμό, όπως συμβαίνει στα παιδιά, που η φροντίδα και η σπουδή τους είναι να μη λυπήσουν το φιλόστοργο πατέρα τους, τον οποίο δεν φοβούνται, αλλά αγαπούν. Αυτό λέγεται «φόβος του Πατρός». Τέτοιο φόβο και μεις χρωστούμε στο Θεό και Πατέρα μας. Με την επήρεια αυτού του φόβου, επειδή δεν θέλουμε να προσκρούσουμε στην αγάπη του, τηρούμε με ακρίβεια τις εντολές του.
Όπως κάθε αρχή γίνεται από το Θεό, έτσι και στους θείους μακαρισμούς. Η προφητική διόπτρα εκφράζει τα ιδιώματα του θείου φόβου ως βάσης κάθε καλής αρχής με τον εξής τρόπο: «Πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής και ισχύος, πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας, πνεύμα φόβου Θεού» (Ησ. ια, 2, 3).
Αλλά και ο Κύριός μας στον πρώτο του μακαρισμό «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», στο θείο φόβο αναφέρεται. Τι είναι η μακάρια ταπείνωση παρά απόλυτος θείος φόβος και ολοκληρωτική υποταγή και εξάρτηση; Οι πρακτικώτεροι τρόποι για την απόκτηση του θείου φόβου, που προέρχεται από την ταπείνωση, είναι η υπόμνηση των πολλών σφαλμάτων και χρεών μας και η υπόμνηση των θείων ευεργεσιών, που ο καθένας αξιώθηκε από το Θεό. «Μη επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεες αυτού» (Ψαλμ. ρβ, 2).
Η βαρύτητα της ενοχής μας και η αμέτρητη φιλανθρωπία του Θεού σε μας, όταν με ησυχία και προσοχή υπολογίζονται, γεννούν την κατά Θεό λύπη και το πένθος, το άξιο μέσο του δεύτερου μακαρισμού.
Από την εμμονή στο πένθος, γεννιέται το δάκρυ και ο «κλαυθμός». Το βεβαιότερο δείγμα ότι η προσευχή πλησίασε την πόρτα του ελέους και έγινε μάλλον δεκτή, αφού η έννοια του πένθους παρατείνεται. Στην μακάρια αυτή στάση και θέση του πένθους και του κλαυθμού, ποιο από τα πάθη και τις έξεις της διαστροφής του παλαιού ανθρώπου μπορεί να πλησιάσει ή να προκαλέσει; Ποια επιθυμία εμπαθής, ποιος θυμός εκδίκησης, ποια ακηδία ή ραθυμία, ποιος γογγυσμός ή άλλη έννοια του εμπαθούς βίου και των παλιών συνηθειών τολμά να εμφανιστεί στη διάνοια και καρδιά που κλαίει, όταν το βέλος του κλαυθμού και του πόνου βρίσκεται παρόν;
Όχι μόνο τις παράλογες ορμές των παθών και συνηθειών καταργεί το πένθος, αλλά και αυτές ακόμα τις φυσικές ανάγκες της βιολογικής σύστασης αποκοιμίζει, ώστε, κατά τη Γραφή, «επιλανθάνεται του φαγείν τον άρτον αυτού» (Ψαλμ. ρα, 4), ο κατακτητής του δεύτερου μακαρισμού, της μακαριώτατης πραότητας. Σ αυτήν ο «Κύριος διδάξει πραείς οδούς αυτού» (Ψαλμ. κδ, 9).
Πόσο είναι απαραίτητη, σε μας τους μοναχούς, η ιερώτατη στολή της πραότητας, για να έχουμε αρμονία στη ζωή μας και ειρηνική διαβίωση! Ζούμε, στη μονή, ένα πλήθος ανθρώπων από διαφορετικά γένη και φυλές, με διαφορετικές γνώμες. Και πρέπει να έχουμε ειρηνική συμβίωση και συμφωνία. Ποιά γνώμη, διάθεση και συμπεριφορά, θα είναι ικανή να προκαλεί αυτήν τη συμφωνία, παρά η μακάρια πραότητα, που είναι ο χαρακτήρας του Κυρίου μας;
Γι αυτό, παρακαλώ, παραμένετε ακούραστα και επίμονα στα στοιχεία που προανάφερα, που προκαλούν την ευλογία με τη Χάρη του Χριστού. Ας μην ξεχνούμε αυτήν τη βάση του δικού μας προορισμού, της θεοειδούς μας φύσης και προσωπικότητας. Μόνο η ειρηνική και πράη θέληση και συμπεριφορά μας καθιστά αντίτυπα του προτύπου μας. «Αυτού γάρ εσμεν ποίημα, κτισθέντες εν Χριστώ Ιησού... και αυτός γάρ εστιν η ειρήνη ημών και άρα ουν ουκέτι εσμέν ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. β, 10, 14, 19). Δεν θέλουμε και μεις να ακούσουμε από τον Κύριό μας, όπως οι θεοφόροι Πατέρες των οποίων συνεχίζουμε την πορεία, «μακάριοι οι πραείς, ότι υμείς κληρονομήσετε την γην» ; (Πρβλ. Ματ. ε, 5). Τι άλλο είναι η πραότητα, παρά ύλη ταπείνωσης, ομοίωμα θείας στολής και μορφής;
Και στην καθημερινή μας ζωή, που συνεχώς δεχόμαστε νέους μοναχούς, ευέλπιδες της ουράνιας στρατιάς και άρα αδαείς και άπειρους της εν Χριστώ ζωής, ποια άλλη δική μας συμπεριφορά θα είναι ικανή να τους βαστάσει και να τους παιδαγωγήσει, για να αποκτήσουν τις αρετές, από την πραότητα και υπομονή; Το σημερινό κοινωνικό βίωμα, που με πόνο αντιμετωπίζουμε, δεν είναι η πραγματική παραμόρφωση και ολική συντριβή της προσωπικότητας; Που θα εφαρμοστεί η καθολική εντολή του Κυρίου μας, το «αγαπάτε αλλήλους» (Ιω. ιγ, 34) και «μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου» (Α Κορ. ι, 24), όταν ο βύθιος δράκοντας διέστρεψε τα πάντα και στο δικό του ευαγγέλιο ανερυθρίαστα κηρύττει «ο θάνατός σας ζωή μου» και τα υπόλοιπα της «ολικής διαστροφής»;
«Στώμεν καλώς», αδελφοί, κρατώντας απαραχάρακτα το δικό μας πρόγραμμα, «ίνα τοις έμπροσθεν επεκτεινόμενοι» (Φιλ. γ, 13) αποταχθούμε, «ανεχόμενοι εν σπλάγχνοις Χριστού» (Φιλ. α, 8) τις άδυναμίες των μορφούμένων «εν Χριστώ», «αλλήλων τα βάρη βαστάζοντες» (Α Κορ. ι, 24). Λένε οι Πατέρες μας, πράγμα άλλωστε και σε μας γνωστό, ότι «ο βαστάσας ρήμα ασυνέτου ή προπετούς εις ώραν παραφοράς, επλήρωσε πάσαν την Γραφήν» και απέδειξε σύντομα τη φύση και το χαρακτήρα του τέλειου «εν Χριστώ» αναγεννημένου ανθρώπου, που δικαιούται να αισθάνεται υιός Θεού.
Όταν η Γραφή αναφέρει ότι ο Κύριος «διδάξει πραείς οδούς αυτού» (Ψαλμ. κδ, 9), δεν σημαίνει αυτό ότι από μέρους και «εν καιρώ» θα δεχθονν θεία πληροφορία, αλλά θείο και μόνιμο φωτισμό, που αποκτά ο νους του πράου και ταπεινού, τη Χάρη και αξία της πρώτης θεοείδειας. Έτσι γνωρίζει το βάθος και πλάτος και ύψος των αβυσσαλέων κριμάτων του Θεού και ουδέποτε φοβάται ή απορεί, ή διερωτάται «πως» και «γιατί». Τα πάντα διευθύνονται και λειτουργούν στο λαβύρινθο της φαινομενικής σύγχυσης και παρόλο που στα δικά μας μάτια φαίνονται παράξενα και ασυμβίβαστα, δεν είναι τίποτε λανθασμένο ή άδικο ή παραθεωρημένο. Η θεοπρεπής και απόλυτη θεία δικαιοσύνη αποδίδει στον καθένα και στον κατάλληλο χρόνο, αυτό που του ανήκει και που προκάλεσε με την πρόθεση και διαγωγή του και σε ποσότητα και σε ποιότητα. Όταν, με τη Χάρη, ο νους δεχτεί αυτόν το φωτισμό, τότε βασιλεύει η ειρήνη. Μοιάζει σαν να κάθεται σε ψηλό θεωρείο και να θαυμάζει την ακριβή και θεοπρεπή διοίκηση του δημιουργού, που ρυθμίζει τα πάντα κατά τη θεοπρεπή του δικαιοσύνη, οδηγώντας τα στο σκοπό της αρχικής δημιουργίας τους.
Η δύναμη που κάνει τον πιστό να παραμένει αμετάβλητος στις φαινομενικές ανωμαλίες και μετατροπές, είναι η βέβαιη πίστη, η πίστη της θεωρίας κατά την πατερική ορολογία, που τον εισάγει στους κόλπους της αλάνθαστης κηδεμονίας του Θεού και Πατέρα του. Ουδέποτε βλέπει η κρίνει αυτά που συμβαίνουν, όπως εκτυλίσσονται, αλλά διακρίνει την πανσθενουργό και αλάνθαστη πρόνοια του δημιουργού τους.
Απ εδώ αρχίζει η τέταρτη εντολή, που περιέχει ο μακαρισμός «μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην» (Ματ. ε, 4), δηλαδή το πλήρωμα της γεμάτης αρετές ζωής. Ο άνθρωπος διψά και πεινά κάθε δικαιοσύνη, δηλαδή κάθε σωματική και ψυχική αρετή. Αν και τις γεύεται και κατατρυφά σ αυτές, ο ερεθισμός της χάρης προκαλεί στους αγωνιστές της αυταπάρνησης και αυτοθυσίας, περισσότερη πείνα και δίψα. Όσο αισθάνεται την αποκάλυψη μερικών κρυμμένων μυστηρίων του Θεού, τόσο φλέγεται σε μεγαλύτερη δίψα. Και παρόλο που η θεία Χάρη με πολλούς τρόπους τον παρηγορεί, δεν καταπαύει η δίψα του λόγω της ακαταληψίας του Θεού.
Στο πλήρωμα αυτού του θείου φωτισμού, αν και ανθρωπίνως αυτά είναι ακατάληπτα και άρα ανερμήνευτα, φτάνει ο άνθρωπος στην πέμπτη εντολή, στο «μακάριοι οι ελεήμονες» (Ματ. ε, 7), που είναι το πλησιέστερο ιδίωμα του Θεού. Καμμιά άλλη αρετή δεν πλησιάζει και δεν περιγράφει τον απερίγραπτο, δεν ορίζει τον αόριστο, δεν εκφράζει τον ανέκφραστο, όσο η ελεημοσύνη. Τόση είναι η ύπαρξη και πραγματικότητα της ελεημοσύνης μέσα στο θείο είναι, που κατά τη Γραφή υπερνικά τη θεία δικαιοσύνη, «επεί κατακαυχάται έλεος κρίσεως». Ποια άλλη ίδιότητα της θείας παντοκρατορίας τον αναγκάζει να προνοεί για τα δημιουργήματα παρά η ελεημοσύνη του; Αν και η παρακοή, η απείθεια και η αποστασία των γύρω μας κτισμάτων παρατείνει την αυθάδεια, δεν ηττάται η ελεημοσύνη και συμπάθεια του πανάγαθου Θεού. Και αυτός είναι ο λόγος που υπάρχουμε και ελπίζουμε σε ανάσταση και σωτηρία, αφού, με την κένωσή του, μας παρέδωσε τη χάρη και εξουσία της ανάπλασής μας. Σ αυτήν την αρετή, ο Κύριός μας, επιμένει να τον μιμηθούμε. Και είναι δίκαιο τα παιδιά να φέρουν το χαρακτήρα του πατέρα τους. « Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» (Λουκ. στ, 36). Τι άλλο σημαίνει το ότι «οφείλομεν υπέρ των αδελφών τας ψυχάς τιθέναι» (Α Ιω. γ, 16); Ασφαλώς αυτό είναι προϊόν της αγάπης. Και η αγάπη τι άλλο είναι και με ποιο τρόπο εφαρμόζεται, παρά μόνο με την ελεημοσύνη; Όταν ο άνθρωπος αξιωθεί, από τη Χάρη, αυτήν την αρετή και εργασία, δικαιωματικά κληρονομεί το μισθό με το «εν ω μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν» (Ματ. ζ, 2).
Οι σύντομες αυτές περιγραφές μας πείθουν για τα αποτελέσματα και τους καρπούς των κόπων και προσπαθειών, όσων αγωνίζονται να τηρούν τις εντολές, που ο πνευματικός νόμος επιβάλλει σ όσους θέλουν να σωθούν. Αρχίζοντας από τις σωματικές εργασίες της απάρνησης των δικών μας εμπαθών ορέξεων και παθών, προχωρούμε στην άρνηση των εμπαθών νοημάτων. Μεταλλάσσουμε, με κόπο και με τον κατάλληλο τρόπο, το πονηρό στο αγαθό, το κακό στο καλό, το παράλογο στο λογικό και σωστό, σύμφωνα με το θείο θέλημα και με τη θεία εντολή.
Σημειώσαμε με συντομία τα ιδιώματα της λεγόμενης πρακτικής, κατά τους Πατέρες μας, και φθάσαμε στην πέμπτη βαθμίδα. Η θεία αυτή σκάλα, οδηγεί ψηλότερα στις διαβαθμίσεις της θεωρίας, που ανήκουν στους συνετούς εργάτες που τήρησαν την πρακτική. Το επόμενο σκαλοπάτι είναι το «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματ. ε, 8). Εδώ δεν χρειάζονται σχόλια ή ερμηνείες. Αμέσως πληροφορούμαστε το αποτέλεσμα, που είναι όχι μόνο ο πόθος όλων των λογικών όντων, αλλά και ο σκοπός και το νόημά της κτιστής φύσης, που αν και εκτροχιάστηκε, για την ανθρώπινη παράβαση, την επανέφερε η θεία παναγάπη στην ισορροπία. Αρκεί να αποδείξει έμπρακτα ο άνθρωπος την υγιή και σωστή ομολογία έναντι της πρώτης προδοσίας και άρνησης.


Read more:http://www.egolpion.com/entoles_makarismwn.el.aspx#ixzz49TYJxtKN