Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Φίλιππος μοναχός Βατοπαιδινός (1909 - 1988)


Γεννήθηκε ο κατά κόσμον Ιωάννης Λαδάς του Αθανασίου και της Θεοπούλας στις Σέρρες το 1909. Το 1963 προσήλθε στο Βατοπεδινό Κελλί της Αγίας Άννης Κολιτσούς. Το 1964 εκάρη μοναχός και ονομάσθηκε Φίλιππος. Το 1971 προσήλθε κι εγκαταβίωσε μόνιμα στη μονή Βατοπεδίου.
Ήταν αρκετά φιλακόλουθος μοναχός. Πρώτος ερχόταν στην ακολουθία και τελευταίος έφευγε. Στις πολύωρες καθημερινές ιερές ακολουθίες και στις ολονύκτιες αγρυπνίες ήταν πάντοτε όρθιος. Ποτέ δεν καθόταν στο στασίδι. Πάντοτε λιτοδίαιτος, λιγομίλητος και ασκητικός. 
Όταν κατέπεσε, έμενε κλεισμένος στο κελλί του. Δεν ήθελε επισκέψεις και ομιλίες. Ετοιμαζόταν για το μεγάλο και ανεπίστροφο ταξίδι. Σ’ ένα μοναχό είπε: «Σε τρεις ημέρες θα πεθάνω». Έτσι ακριβώς έγινε. Πήγε αθόρυβα εκεί που ποθούσε, για εκεί που από χρόνια ήταν προετοιμασμένος.
Μερικοί τον θεωρούσαν περίεργο και παράξενο. Μάλλον οι ίδιοι ήταν περίεργοι και παράξενοι και ήθελαν να μάθουν τ’ ακριβά μυστικά του. Ήξερε καλά τι έκανε ο μακάριος Γερο-Φίλιππος. Η αρετή χάνεται αμέσως στην αυτοδιαφήμιση. Η αφάνεια αυξάνει την αρετή του. Ένας αφανής ήρωας ήταν ο μακάριος. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 12.8.1988, επικαλούμενος τις δυνατές πρεσβείες της Θεοτόκου.
Πηγές – Βιβλιογραφία: Μοναχολόγιον Ιεράς Μονής Βατοπεδίου.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄  – 1984-2000, σελ. 1140-1143,  Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Νεόφυτος ιερομόναχος Βατοπαιδινός (1876 - 1967)


Ο κατά κόσμον Αγαθάγγελος Θεοχαρούδης του Δημητρίου και της Αναστασίας γεννήθηκε το 1876 στο Γομάτι Χαλκιδικής. Προσήλθε το 1892 στο ωραίο και αρχαίο Βατοπεδινό Κελλί του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Προκοπίου, όπου θησαυριζόταν το χέρι του. Εκάρη μοναχός το 1899 από τον Γέροντα Νεόφυτο τον Α’. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1907 και πρεσβύτερος το 1909.Υπήρξε άριστος, διακριτικός και φημισμένος Πνευματικός. Τον καλούσαν συχνά στη Χαλκιδική προς εξομολόγηση των πιστών.
Σε κανέναν άλλο Πνευματικό δεν πήγαιναν τόσοι πολλοί να εξομολογηθούν. Γράφει ο Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης στο περίφημο Λαυσαϊκόν του: «Προΐσταται ως Γέρων ο καλοκάγαθος και ευλαβής πνευματικός Νεόφυτος ιερομόναχος κατ’ έτος καλούμενος προς εξομολόγησιν εις την γείτονα Χαλκιδικήν όθεν κατάγεται, διεδέχθη εν τη διακονία ταύτη έτερον διάσημον πνευματικόν εκ των αυτών Βατοπεδινών Κελλίων τον Νεόφυτον και αυτόν καλούμενον, μνήμην δικαίου μετ’ εγκωμίων καταλιπόντα εις τα πλησιόχωρα μέρη και τοις αγιορείταις πατράσι». Ο διακο-Διονύσιος ο Φιρφιρής († 1999) έλεγε πως κάποτε ένας νέος απογοητευμένος πήγαινε ν’ αυτοκτονήσει, γιατί ένας Πνευματικός τον επετίμησε να κοινωνήσει μόνο προ του θανάτου του. Τον έστειλε στον Γέροντα Νεόφυτο. Ο παπα-Νεόφυτος τον δέχθηκε με συμπάθεια και καλοσύνη. «Μετανοείς, παιδί μου», του είπε˙ «όλα τα κρίματά σου πάνω μου. Την Κυριακή να κοινωνήσεις». Κοινώνησε και σώθηκε.

Θαλελλαίος ιερομόναχος Βατοπαιδινός (1882-1961)


Γεννήθηκε στην Αίνο της Α. Θράκης στις 22.1.1882. Τα πρώτα γράμματα έμαθε στην πατρίδα του. Το 1905 ήλθε στο Άγιον Όρος και εισήλθε στην ιερά μονή Βατοπεδίου. Σπούδασε στην Αθωνιάδα Σχολή. Εδώ χειροτονήθηκε διάκονος (1908) και πρεσβύτερος (1909). Το 1912 έλαβε μέρος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Μετά οκταετή παραμονή στο Άγιον Όρος επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου από τον μητροπολίτη Αίνου Ιωακείμ († 1927) τοποθετήθηκε αρχιερατικός επίτροπος της ιεράς μητροπόλεως το 1913 και το 1915 προχειρίσθηκε στη Χάλκη.
 Κατά τους διωγμούς των ετών 1914-1915 συγκακούχησε και συμμαρτύρησε μετά των καταδιωκομένων χριστιανών της επαρχίας του.
 Αγωνίσθηκε θαρραλέα και υπεράνθρωπα για τη σωτηρία των χριστιανών και των περιουσιών τους, δίχως ποτέ να φοβηθεί και να τρομοκρατηθεί από τις απειλές των άγριων κομιτατζήδων. Κατά τον φοβερό διωγμό του Αυγούστου του 1915 εξορίσθηκε επί τρία και πλέον έτη στα Μάλγαρα, όπου δέχθηκε στερήσεις, κακώσεις και φυλακίσεις. Μετά την ανακωχή ο μητροπολίτης του, που βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, του ζήτησε να συνδράμει τους χριστιανούς στην επιστροφή στους τόπους τους από την εξορία. Δεν άργησαν όμως νέες απειλές και κίνδυνοι να υπάρχουν στην επαρχία του Αίνου. Ο δραστήριος και γενναίος αρχιμανδρίτης υπερμάχησε εως τέλους υπέρ των καταδυναστευομένων συμπατριωτών του. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, τους ακολούθησε στην Αλεξανδρούπολη (1920), όπου πάντοτε ήταν «αγαπώμενος και εκτιμώμενος υπό πάντων».
Αργότερα συναντάται εφημέριος στην Ξάνθη. Βασανίσθηκε και κακοποιήθηκε από τους Βουλγάρους. Απομακρύνθηκε βίαια από την πόλη και κατέφυγε στα Κουφάλια Εδέσσης. Το 1960 συναντάται εφημέριος στη Σύρο, όπου εκεί μάλλον ανεπαύθη το επόμενο έτος.
Πηγές–Βιβλιογραφία:
Ευγενίου Κωσταρίδου άρχιμ., Η σύγχρονος Ελληνική Εκκλησία, Αθήναι 1921, σσ. 539-541. Εκκλησίας της Ελλάδος, Μνήμες και Μαρτυρίες από το ’40 και την Κατοχή, Αθήναι 2001, σ.535
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄ – 1956-1983, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Μηνάς ιερομόναχος Βατοπαιδινός (1892 - 1981)


Ο κατά κόσμον Θεοφάνης του Δημητρίου γεννήθηκε στην Κιουτάχεια της Μ. Ασίας το 1892. Το 1903 προσήλθε προς μονασμό στο Βατοπεδινό Κελλί των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στο οποίο μόνασαν και οι κατά σάρκα αδελφοί του, μοναχοί Γαβριήλ και Χαράλαμπος. Εκάρη μοναχός το 1909 και μετονομάσθηκε Μηνάς. Το 1916 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1924 πρεσβύτερος και κατεστάθη Πνευματικός.
Διετέλεσε για δεκαετίες Πνευματικός της μονής Βατοπεδίου. Έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως από τους πατέρες, γιατί ήταν πολύ διακριτικός Πνευματικός. Στο τέλος της ζωής του γηροκομήθηκε από τους Βατοπεδινούς πατέρες. Ανεπαύθη εν Κυρίω το έτος 1981.
Στο οστεοφυλάκιο της μονής φυλάγονται τα οστά του, τα οποία είναι κατακίτρινα, ως το κεχριμπάρι. Για τον εν λόγω Πνευματικό μιλούσε πάντοτε εγκωμιαστικά ο μακαριστός Ιερομόναχος Ευδόκιμος ο Πνευματικός († 2002), που συνέχισε και αυτός το έργο του με πολλή διάκριση, υπομονή και αγάπη.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Πληροφορίες μας δόθηκαν από τον μοναχό Ιωσήφ Βατοπεδινό, τον οποίο και ευχαριστούμε. 
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄  –  1956-1983, σελ. 1018-1020, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Ιάκωβος ιερομόναχος Βατοπαιδινός (1853 - 1924)


Ο κατά κόσμον Παναγιώτης Δημόπουλος γεννήθηκε στο χωριό Αγία Μαρίνα Λοκρίδος το έτος 1853. Στη μονή Βατοπεδίου προσήλθε το 1869. Μοναχός εκάρη το 1871 υπό του εναρέτου Γέροντός του, Ια­κώβου του Ηπειρώτου (†1885). Διάκονος χειροτονήθηκε το 1875 και πρεσβύτερος το 1885. Το 1879 αποφοίτησε της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Κατά τα έτη της φοιτήσεώς του τον διέκρινε η σεμνότητα, η οποία τον συνόδευε ως τα τέλη της ζωής του. Δίδαξε και στη σχολή της μονής του και διετέλεσε αρχιγραμματεύς της Ιεράς Κοινότητος. Το 1891 προήχθη στο αξίωμα του Προηγουμένου και το 1894 του αρχιμανδρίτου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, με την ευλογία της μονής. Το ίδιο έτος με άδεια της μονής απεστάλη ως αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Πατριαρχικό Μετόχι της Μόσχας του Αγίου Σεργίου, το οποίο ανακαίνισε και αύξησε. Διακρινόταν για την ιεροπρέπεια, την παιδεία και τους αγαθούς τρόπους του.
Επί Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ’ εξελέγη μητροπολίτης Λαρίσης, αλλά για λόγους πνευματικούς δεν απεδέχθη την εκλογή. Στη μονή σώζονται στολές και μίτρα του, ως μιτροφόρου αρχιμανδρίτου στη Μόσχα, καθώς και οι σταυροί και το εγκόλπιο, που του δώρισε ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’, ως ένδειξη της ευαρέσκειας του Πατριαρχείου, για τις καλές υπηρεσίες του προς τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία στη Μόσχα.

Γεώργιος μοναχός Βατοπαιδινός (1899 - 1966)


Ο κατά κόσμον Δημήτριος Καζάνης γεννήθηκε στη Νικήτη της Χαλκιδικής το 1899. Προσήλθε στη μονή Βατοπεδίου το 1914 κι εκάρη μοναχός σε αυτή το 1916. Το 1926 αναχώρησε της μονής και περιφερόταν στα όριά της επί 35 χρόνια.
Ο ιερομόναχος Χρυσόστομος Μουστάκας, που τον συντάντησε, γράφει στο ωραίο βιβλίο του για το Άγιον Όρος γι’ αυτόν, πως ο σκούφος του από την πολυκαιρία και τον ιδρώτα ειχε χάσει το πρώτο του χρώμα. Ήταν πάντοτε μονοχίτων και ανυπόδητος και ποτέ δεν λούσθηκε. Μόνιμη θερινή τροφή του κυρίως τα σύκα και τον χειμώνα καρύδια, κάστανα, κούμαρα και βελανίδια. Οι χυμοί των σύκων ένωναν τα γένεια του και τα νωπά καρύδια μαύριζαν τα χέρια του με τα’ άκοπα νύχια. Δεν μαγείρευε ποτέ. Αν πήγαινε σε κανένα πανηγύρι έτρωγε με βουλιμία για να τον κατηγορούν ως γαστρίμαργο και άφηνε αβγά στα γένεια του για να τον περιγελούν. Δεν γνώριζε τι να κάνει δύο εκατόδραχμα, που του έδιναν τον χρόνο από το μοναστηριακό ταμείο, στη δεκαετία του 1950. Θεμέλια του μοναχού, αν τον ρωτούσες, απαντούσε πως είναι: «πρώτον υποταγή και συνάμα ταπείνωση». Και αν του έλεγες, γιατί τόση ευτέλεια στην ενδυμασία του, θ’ άκουγες πως: «Όταν σε σκεπάσει το χώμα τα πολυτελή ενδύματα δεν έχουν να σε βοηθήσουν τίποτε». Κουρέλια σκέπαζαν το σώμα του. Ανάμεσα στα βάτα που κρυβόταν, όπου τον διέκρινες με ανοιγμένα χέρια, έμοιαζε με αητό. Κάποτε έκανε τον σαλό και απόφευγε έτσι τους περίεργους θαυμαστές. Έφευγαν εκείνοι, έφευγε και αυτός από τις ρεματιές στα δάση και από τις πλαγιές στα υψώματα. Κοινωνούσε των αχράντων Μυστηρίων με δάκρυα. Σιγόψελνε στις αγρυπνίες, παγώνοντας στους νάρθηκες. Τον θεωρούσαν σαλεμένο και τρελό και αυτός χαιρόταν αφάνταστα. Γέροντες με προορατικό χάρισμα τον θαύμαζαν για τη μεγάλη του ταπείνωση.

Ευγένιος μοναχός Βατοπαιδινός (1882 - 1961)


Ο κατά κόσμον Ευστράτιος Δημητρίου γεννήθηκε το 1882 στο Δερέκιο Προύσας της Μικράς Ασίας. Μικρό παιδί ήλθε και μόνασε στη Βατοπεδινή σκήτη του Αγίου Δημητρίου. Το 1917 προσήλθε στη μονή Βατοπεδίου και ανέλαβε ισόβια το διακόνημα του δοχειάρη.
Να πως περιγράφει ένας νέος μοναχός, επισκέπτης, το κελλί του και τη ζωή του: «Το περιβάλλον ήταν άκρως ασκητικό. Ο ίδιος, αν και έμενε στο πλούσιο και ιδιόρρυθμο αυτό μοναστήρι, έδειχνε πως εζούσε ζωή σκητιώτικη. Η έκφρασίς του, τα λόγια του, κυρίως όμως το κελλί του, σε πληροφορούσαν εύγλωττα για την ασκητικότητά του. Είδα στον τοίχο να κρέμονται σε δύο καρφιά ένα ράσο και μία φανέλλα˙ σε κάποια γωνιά ήταν στρωμένη μία μεγάλη προβιά˙ πιο πέρα ένα τραπέζι προχειροφτιαγμένο και μία καρέκλα, στην οποία και κάθισα. Δύο-τρεις εικόνες κρεμασμένες στον τοίχο, συνεπλήρωναν την επίπλωση του κελλιου. Έμεινα κατάπληκτος. Στο Βατοπέδι βρίσκομαι η στα Καρούλια; μονολόγησα».
Αυτή ήταν η περιουσία του Βατοπεδινού ιδιορρυθμίτη μονάχου. Όταν επέμενε ο μοναχός εκείνος να του μιλήσει για την προσωπική του ζωή, ο Γέροντας Ευγένιος με δυσκολία και προς στηριγμό, του εκμυστηρεύθηκε: «Τριάντα περίπου χρόνια έχω εδώ. Πριν έλθω εδώ, ήμουν στην Βατοπεδινή Σκήτη, στην οποία κοινοβίασα από μικρό παιδί. Στο μοναστήρι ήλθα για να βοηθήσω τους πατέρας, επειδή έχουν ανάγκη από δοχειάρη. Αφ’ ότου ήλθα μένω εδώ. Είναι καλό το δωμάτιο μου…