Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018

Ο Άνθρωπος στο Άπειρο της Αϊδιότητος Παναγιώτης Χρήστου




Από: περ. Εποπτεία 67, Αθήνα 1982 (σελ. 369-93).


Φύσις και πρόσωπο

Η σχέση ανάμεσα στο άκτιστο και το κτιστό παράγεται από το πρώτο και εκφράζεται διπλά, ως σχέση υπερβατότητος και ως σχέση αγαθότητος. Στην πρώτη περίπτωση η άκτιστη φύση υπέρκειται της κτιστής απείρως και γι'αυτό παραμένει απρόσιτη, στη δεύτερη ουσιώνει και προβάλλει την αϊδίως προϋπάρχουσα μέσα της γνώση. Όταν η αγαθότης μεταφέρεται στο πεδίο των ήδη δημιουργημένων όντων, δέχεται από το Μάξιμο το όνομα έρως και η αλλαγή αυτή ονόματος εκφράζει όλη την ορμή της κτίσεως για τελείωση.

"Το θείο ως έρως και αγάπη κινείται, ως εραστό και αγαπητό κινεί προς εαυτό όλα τα δεκτικά έρωτος και αγάπης. Για να το πούμε σαφέστερα, κινείται διότι σκοπεύει να εμφυτεύσει ενδιάθετη σχέση έρωτος και αγάπης στούς δεκτικούς αυτών των αγαθών, και κινεί διότι είναι εκ φύσεως ελκτικό της εφέσεως των κινουμένων προς αυτό"(3).

Η αγαθότης είναι η πρόκληση της δημιουργίας, ο έρως είναι η τελειοποίησή της. Η δημιουργία δεν είναι στατική αλλά δυναμική πραγματικότης, διότι έχει ξεκινήσει από προϋπάρχοντες λόγους, Αν και όλα τα όντα προήλθαν από το μη ον κατά την αγαθή βούληση του Θεού, εκδηλωθείσα ελεύθερα στην κατάλληλη στιγμή, οι λόγοι τους κατά την σκέψη του Μαξίμου προϋπήρχαν αϊδίως στον ένα Λόγο, στο Θεό. Κάθε κτιστό δημιουργήθηκε σύμφωνα με αντίστοιχο λόγο, και αυτός είναι που ορίζει τόσο τη γένεσή του όσο και την ουσία του.

Ο όρος λόγος με την πλούσια εξωχριστιανική και χριστιανική παράδοσή του παίρνει ιδιαίτερο νόημα στο σύστημα του Μαξίμου σε συνδυασμό με τη διδασκαλία περί εικόνος, ομοίωσης και μέθεξης. Όλα τα όντα έχουν μια προκαταρκτική μετοχή στο Θεό, και ειδικά βέβαια τα λογικά όντα που σύμφωνα με το λόγο της δημιουργίας τους είναι εγκαθιδρυμένα στον ίδιο το Θεό και γι'αυτό αποκαλούνται "μοίρα Θεού"(4). Ο άνθρωπος είναι μοίρα Θεού, αλλά όχι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Δημιουργήθηκε ως μοίρα Θεού, αλλά παραμένει έτσι μόνο εφ' όσον κινείται σύμφωνα με το λόγο του, ενώ αν κινηθεί αντίθετα απο αυτόν, καταρρέει, φθάνει πάλι στο μη ον.

Ο "λόγος" είναι η δύναμη που συνιστά την αρχική θεμελίωση της ικανότητος του ανθρώπου να ανυψωθεί επάνω από τη φυσική του κατάσταση.

Με την έκφραση "ανύψωση επάνω από τη φυσική κατάσταση" εννοούμε μια δυναμική κίνηση που μεταμορφώνει τη φύση σε πρόσωπο. Ευρίσκομε στο σημείο τούτο μια άλλη διάκριση της μαξιμείου θεολογίας που ακολουθείται από ολόκληρη σειρά συζυγιών, όπως είναι : κίνηση και ενέργεια, φυσικό θέλημα και γνωμικό θέλημα, εικών και ομοίωση. Φύση ή ουσία είναι το κοινό περιεχόμενο όλων των ατόμων που ανήκουν σ'ένα γένος ή είδος. Πρόσωπο ή υπόσταση είναι η φύση μαζί με τα διακεκριμένα γνωρίσματά της σε κάθε άτομο(5). Εδώ η ανθρωπολογία συνδυάζεται με τη θεολογία, όπου η θεία φύση υποστατικοποιείται στα τρία πρόσωπα.

Η κίνηση είναι χαρακτηριστική ιδιότης της κτίσης που ξεκινά με τη θεμελίωση του κόσμου ως συνέπειά της και περικλείει το σπέρμα της αλλοίωσης. Κάθε κινούμενο υπόκειται σε αλλαγή και φυσικα ο Θεός ως ακίνητος είναι και αναλλοίωτος.

Βασική κατηγορία της κίνησης είναι ο χρόνος που ξεδιπλώνεται παράπλευρα με αυτή και μετράει τη ζωή του κόσμου. Χρόνος και αιωνιότης είναι κατηγορίες της δημιουργίας, ενώ του Θεού κατηγορία είναι η αϊδιότης. Ο Θεός, καθώς είναι επάνω από κάθε σχέση, είναι και επάνω από χρόνο και αιώνα, είναι αΐδιος, όπως είναι επίσης και όλες οι ενέργειές του(6).

Η κίνηση ανήκει στη φύση των κτιστών, τόσο των λογικών όσο και των αισθητών, αν και διαφορετικά σε κάθε περίπτωση. Στα λογικά συνδυάζεται με τη διάκριση ανάμεσα στις κατηγορίες φύσης και προσώπου, καθώς προχωρούμε από τη φύση προς το πρόσωπο μεταμορφώνεται σε ενέργεια. Μολονότι ο Μάξιμος δεχόταν την ενέργεια και σαν δύναμη της φύσης, το κάνει μόνο σε μια ειδική περίπτωση και υπό όρους που διευκόλυναν την επιθυμία του να αντιμετωπίσει αποτελεσματικώς το δόγμα των αντιπάλων του για την παρουσία στο Χριστό μόνο μιας και μοναδικής ενεργείας. Στον Χριστό κατα την άποψή του κάθε φύση έχει την ενέργειά της, όχι όμως ως φύση αλλά ως στοιχείο ανταποκρινόμενο σ'ένα πρόσωπο. Και πραγματικά η θεία φύση είναι πρόσωπο και η ανθρωπίνη, αν και δεν ε'ιχε προλάβει να αποτελέσει ιδιαίτερο πρόσωπο, ήταν πάντως ανεπτυγμένη σε τέτοιο βαθμό, ώστε είχε ανυψώσει την κίνησή της σε ενέργεια.

Έτσι γενικά ο Μάξιμος ξεχωρίζει την κίνηση από την ενέργεια και θεωρεί τη δεύτερη σαν επεξεργασία της πρώτης, ώστε κάθε κτιστή φύση να ορίζεται και αξιολογείται από την ενέργειά της. "Πασης φύσεως όρος ο της ουσιώδους αυτής ενεργείας καθέστηκε λόγος"(7).

Η ενέργεια είναι το στοιχείο εκείνο που δίνει νόημα στη φύση και χωρίς αυτήν η φύση είναι ανεκδήλωτη και τελικά ανύπαρκτη. Φύση ανενέργητη είναι για το Μάξιμο πράγμα αδιανόητο, όπως θα ήταν αργότερα για το Γρηγόριο Παλαμά. Η κίνηση, όπως εκφράζεται σε κάθε ατομικό ον διά της οικείας ενεργείας, είναι δύναμη που οδηγεί προς ένα σκοπό, θετικά ή αρνητικά.

Η διάκριση του θελήματος σε δύο κατηγορίες ανταποκρίνεται πλήρως στην προηγούμενη διάκριση μεταξύ κίνησης και ενεργείας. Το φυσικό θέλημα είναι δύναμη του κατά φύση όντος, από το ένα μέρος ορεκτική ακι από το άλλο συνεκτική όλων των ιδιωμάτων που ανήκουν στη φύση. Δεν υπάρχει λογικό ον που να μη διαθέτει τέτοια θέληση, διότι αυτή είναι ριζωμένη αναποσπάστως στη φύση όλων. 'Ετσι ως παράδειγμα φέρεται το ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν εκ φύσεως τη θέληση να ομιλούν, αλλά δεν ομιλούν πάντοτε. Το πότε ομιλούν, καθορίζεται από το γνωμικό θέλημα που είναι αυτεξούσια ορμή εκτελεστική της στροφής προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση και δεν αποτελεί προσόν της φύσης αλλά του προσώπου.

Επομένως το φυσικό θέλημα συνδέεται με τη φύση και την κίνηση, ενώ το γνωμικό συνδέεται με το πρόσωπο και την ενέργεια.

Στα ίδια πλαίσια τοποθετεί ο Μάξιμος και τη διάκριση μεταξύ εικόνας και ομοίωσης. Η πρώτη ανήκει στην κατηγορία της φύσης και υφίσταται στο διάστημα μεταξύ είναι και ευ είναι, ενώ η δεύτερη ανήκει στην κατηγορία του προσώπου και επισημαίνει την τελείωση του ανθρώπου. Αξίζει να παρατεθεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα κεφάλαιά του επάνω στο θέμα τούτο.

Ο Θεός, φέροντας σε ύπαρξη τη νοερή και λογική ουσία, κοινοποίησε σ'αυτήν από άκρα αγαθότητα τέσσαρα από τα θεία ιδιώματα, ως συνεκτικά, φρουρητικά και διασωστικά των όντων: το ον, το αεί ον, την αγαθότητα και τη σοφία. Προσέφερε τα δύο από αυτά , το ον και το αεί ον, στην ουσία, τα άλλα δύο, την αγαθότητα και τη σοφία, στη γνωμική επιτηδειότητα. Έτσι θα κατόρθωνε και η κτίση να γίνει κατά μετουσία, ό,τι είναι αυτός κατ' ουσία. Γι' αυτό άλλωστε λέγεται ότι έγινε κατ' εικόνα και ομοίωση Θεού. Κατ' εικόνα μεν ως ον όντος και ως αεί ον αεί όντος, καθ' ομοίωση δε ως αγαθός αγαθού και ως σοφός σοφού, ο κατά χάρη του κατά φύση. Κατ' εικόνα του Θεού είναι βέβαια κάθε λογική φύση, καθ' ομοίωση όμως μόνο οι αγαθοί και σοφοί"(8).

Σύμφωνα με αυτόν τον τρόπο θεολόγησης το ον και το αει ον προσεφέρθηκαν στη φύση (ουσία) και έτσι έγιναν ιδιότητες των λογικών όντων κατά φύση, και ακριβώς τούτο είναι το κατ' εικόνα, το ότι η κτιστή ουσία προικίσθηκε με τις ιδιότητες του όντος και του αεί όντος. Όλα τα λογικά όντα είναι δημιουργημένα κατ' εικόνα Θεού που ανήκει στη φύση τους. Τα άλλα δύο ιδιώματα, η αγαθότης και η σοφία, έχουν χορηγηθεί στη γνωμική επιτηδειότητα, στο γνωμικό θέλημα, στην ενέργεια. Τα λογικά όντα δεν προικίζονται με αυτά αυτομάτως κατα τη δημιουργία τους, αλλά τα κατακτούν διά της ελεύθερης ενεργείας τους. Αυτά αποτελούν τα στοιχεία της ομοίωσης προς το Θεό που επιτυγχάνουν κατά χάρη μόνο οι αγαθοί και οι σοφοί. Όπως είπαμε λοιπόν, η ομοίωση συναρτάται με την προσωπική ελευθερία, ανήκει στην κατηγορία του προσώπου.

Τό πρόσωπο δεν είναι κάτι το αποτετελεσμένο, αλλά συγκροτείται έπειτα από επίμονο και σκληρό αγώνα που αποβλέπει στην εξύψωση της φύσης και στην υπέρβασή της. Για τον άνθρωπο διαμόρφωση της προσωπικότητας σημαίνει μετάπλαση της κίνησής του σε ενέργεια, του φυσικού θελήματός του σε γνωμικό θέλημα, της εικόνας του σε ομοίωση Θεού. Σημαίνει ανύψωση στο χώρο του Θεού και συνομιλία με αυτόν πρόσωπο προς πρόσωπο.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ


 

Ὁ Χριστός μας εἶναι «τά πάντα καί ἐν πᾶσι», σέ ὁλόκληρη τήν Δημιουργία, ὁρατή καί ἀόρατη. Αὐτόν προανήγγειλαν οἱ Προφῆτες, Αὐτόν ἀποκαλύπτει καί διδάσκει τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο, Αὐτόν περιγράφουν ἀπεριγράπτως οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι, Αὐτόν ὑμνεῖ καί κηρύσσει ἡ Ἐκκλησία μας. 

Ἀλλ’ ὅμως, ἐπειδή «ἐπλήθυναν αἱ ἀνομίαι καί ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν», ξεθώριασαν τά μάτια τῆς ψυχῆς μας καί χάσαμε, ἐμεῖς οἱ “νεοεποχῖτες”, τόν Χριστό μας καί, χάνοντας Αὐτόν, χάνουμε κάθε μέρα καί περισσότερο τόν ἑαυτό μας, χάνουμε τήν ὑπόστασή μας καί νοιώθουμε κατάθλιψη καί ἀνασφάλεια, σάν ἀνυπόστατοι!

Ξεθώριασαν τά μάτια μας καί βλέπουμε “μῦθο” τόν Χριστό καί πραγματικότητα τήν καθημερινή πολυποίκιλη ἀπάτη τοῦ «αἰῶνος τούτου, τοῦ ἀπατεῶνος».

 Μῦθο καί παραμῦθι διδάσκονται σήμερα στά Σχολεῖα τά παιδιά καί τά ἐγγόνια μας τόν Χριστό, Αὐτόν, «Τόν προαιώνιον Λόγον», Ὁ Ὁποῖος, ἄν καί «Εἷς Ὤν τῆς Ἁγίας Τριάδος», «ἐσαρκώθη δι’ ἡμᾶς», γιά νά γίνη ἡ Ὑπόσταση τῆς ὑπάρξεώς μας, καί διά τῆς Ὑποστάσεώς Του νά χορηγήση στόν καθένα μας –ἄν τό θελήσουμε– τήν μοναδική δωρεά τῆς τελείας, τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως μαζί Του, πού ἔχει καρπούς τήν ἀθανασία καί τήν Ἐπουράνια μακαριότητα.

Εἶναι τραγικό νά χάνεται ἀπό τά Σχολεῖα καί τήν Δημόσια ζωή τῆς Πατρίδος μας ἡ γνώση καί ἡ βίωση τοῦ Χριστοῦ μας, ἀπό ἀθέους ἤ ἀμοραλιστές Κυβερνῆτες, γιατί αὐτό ἔχει ἄμεσες ἐπιπτώσεις στή ζωή –παροῦσα καί Μέλλουσα– τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι, ὅμως, εὐεξήγητο, γιατί, δυστυχῶς, προηγήθηκαν στήν ἀλλοίωση τῆς παρουσιάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ μας –πρίν ἀπό τούς Κυβερνῆτες καί τούς ἀντιθέους– κάποιοι σύγχρονοι Ποιμένες καί Θεολόγοι(!), οἱ ὁποῖοι,  διαστρέφοντες τήν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκουν τόν Χριστόν τῶν φιλοσοφικῶν τριόδων καί ὄχι τόν «Νυμφίον τῆς Ἐκκλησίας».

Οἱ προσπάθειες ἀλλοιώσεως τῆς Θεολογίας καί, ἐν προκειμένῳ, τῆς ἀλλοιώσεως τῆς Θεολογίας ὁλοκλήρου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔγιναν διά μέσου τῶν αἰώνων, λόγῳ διαφόρων κατά καιρούς σκοπιμοτήτων. Οἱ σημερινές σκοπιμότητες –ἐκτός τῆς ὑπερηφανίας πού εἶναι ἡ μόνιμη καί βασική αἰτία– ἀπορρέουν ἀπό τίς ἐπαφές καί συνομιλίες Ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων μέ ἀντιπροσωπεῖες παπικῶν, κατά τίς ὁποῖες ἐπιδιώκουν νά ἐφεύρουν θεολογικούς τρόπους γιά τήν γεφύρωση τοῦ χάσματος μεταξύ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῶν Φράγκικων ἐπινοήσεων  –τοῦ filioque καί τοῦ Παπικοῦ πρωτείου– διεκδικοῦντες ἐν τῇ ἀφροσύνῃ τους θέση νέων “Πατέρων”, καί, μάλιστα, θέση ἀνωτέρα τῶν παλαιῶν(!), λογιζόμενοι τούς ἑαυτούς τους ἱκανοτέρους στήν θεολογική διαπραγμάτευση, ἐνῶ, κατ’ οὐσίαν (παρακαλῶ νά μου συγχωρηθῆ ἡ ἄκοσμη ἔκφραση) ‘‘παζαρεύουν’’ τήν ...Ἀλήθεια!

Ἔτσι, γιά νά θεμελιώσουν θεολογικά τό Πρωτεῖο τοῦ Πάπα καί, κατ’ ἐπέκτασιν τό μετά τό Σχίσμα Πρωτεῖο τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, συζητοῦν μέ φιλοσοφικούς ὅρους περί τῆς ἀχρόνου Γεννήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀπό τόν Θεόν Πατέρα, εἰσάγοντας Πλατωνικές καί Πλωτινικές θεωρίες, περί τάχα διά τῆς βουλήσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός Γεννήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου(!), θεωρίες χιλιοκαταδικασμένες ἀπό πλῆθος ἁγίων Πατέρων καί Ὀρθοδόξων Συνόδων.

Στό παρόν ἄρθρο μας θέλουμε νά δώσουμε προτεραιότητα σ’ αὐτό πού ἐκφράζει καί ὁ τίτλος του, ἐκ πλαγίου δέ, θά θίξουμε μέ ἁδρές γραμμές καί αὐτά πού ὑπαινιχθήκαμε ἀνωτέρω, τά ὁποῖα χρήζουν διευκρινήσεων γιά νά κατανοηθῆ τό θέμα πού ἀφορᾶ σέ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα: Ἔχει ἡ ἀνθρώπινη φύση Πρόσωπο ἤ ὄχι; 

Τό ἐρώτημα ἐτέθη καί στή Σύνοδο τῆς Κρήτης καί, ἀντί νά διατρανωθῆ ἡ ἐπί τοῦ ἐρωτήματος σαφεστάτη ἀλλά συσκιασμένη ὡς πρός τήν Θεολογική της διατύπωση Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μας, θεωρήθηκε, τελικά ὡς φιλολογική καί ἄνευ νοήματος διαμάχη μεταξύ δύο Ἱεραρχῶν καί κάπου ἐκεῖ ἔληξε ἡ συζήτηση, χωρίς νά συμπεριληφθῆ τό θέμα στίς Κρητικές Συνοδικές Ἀποφάσεις!

Ὡστόσο, δέν ὑπάρχει πιό ἀναγκαῖο ἀπό τό ἐρώτημα αὐτό γιά ὁλόκληρη τήν Κτίση. Γιά τό ἄν, δηλαδή, ἔχει ἡ ἀνθρώπινη φύση δι­και­ωματικά δική της ὑπόσταση, δικό της πρόσωπο, σωτηρία καί αἰωνιότητα ἤ ὄχι; Λόγω τῆς κρισιμότητος τοῦ ἐρωτήματος, ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε εὐθύς ἐξ ἀρχῆς τήν ἀπάντηση, ὅτι ἡ ὑπόστασή μας  εἶναι κρυμμένη μέσα στόν Χριστό μας, ὅπως μᾶς διευκρίνησε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο μέ τό στόμα Του, τόν ἅγιο Ἀπόστολο Παῦλον: «Ἡ ζωή ἡμῶν κέκρυπται σύν τῷ Χριστῷ, ἐν τῷ Θεῷ»! (Πρός Κολασ. 3,3) 

Ἡ ἁγιογραφική καί ἁγιοπατερική Ὀρθόδοξη Παράδοσή μας ἔχει βιώσει βαθειά αὐτήν τήν Ἀλήθεια καί Θεολογεῖ μέ προϋπόθεση   αὐτό τό βίωμα, παρ’ ὅτι ἀπουσιάζει ἡ λεπτομερής περιγραφή του, ὅπως θά τήν ἤθελε ὁ ἀποπνευματισμένος σύγχρονος ἄνθρωπος γιά νά μήν ἔχη περιθώρια νά αὐτοσχεδιάζη καί νά αὐθαιρετῆ Θεολογικά.

Αὐτή, λοιπόν, ἡ γνήσια ἁγιοπνευματική Παράδοση μᾶς παρέδω­σε ὅτι τίποτε κτιστό δέν εἶναι αὐθυπόστατο ἀλλά «ἐν αὐτῷ (τῷ Χρι­στῷ) ἐκτίσθη τά πάντα... καί αὐτός ἐστι πρό πάντων, καί τά πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε» (Κολασ.1,16-17), καί ὅτι Χάριτι Θεοῦ ὑπάρ­χουν, ὑφίστανται καί διακρατοῦνται τά σύμπαντα.Ἰδιαιτέρως, ὅμως, γιά τόν ἄνθρωπο, μερίμνησε ὁ Θεός μέ τήν «προαιώνιον βουλήν Του» ὥστε νά ἑνωθῆ καί ὑποστατικά μαζί μας, γιά νά μή μείνη ἡ σχέση μας μόνο «κατ’ ἐνέργειαν», δηλαδή μόνο «κατά χάριν», ἀλ­λά νά γίνη Αὐτός ὁ Θεός Λόγος (τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τρι­ά­δος) τό  Πρόσωπο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως!

Ὅσοι προσπαθοῦν νά ὁμιλήσουν περί ὑπάρξεως αὐθυπάρκτου ἀνθρωπίνου προσώπου καταφεύγουν στά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων μας καί μή εὑρίσκοντες σ’αὐτά τό ποθούμενον, ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔχουν ἀφήσει κενό στό ζήτημα αὐτό! Ὅμως,  ματαιοπονοῦν, στήν προσπάθειά τους νά ἀναπληρώσουν τά κατά τή γνώμη τους ἐλλείποντα, μή εἰδότες τάς Γραφάς καί τήν Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅσο καί νά ἐρευνήσουν, τό μόνο πού θά ἀνεύρουν εἶναι ὅτι «ἐπί τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ ἑνός τῆς ἁγίας Τριάδος, ἤτοι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δύο φύσεις, θεότητός τε καί ἀνθρωπότητος, δύο θελήσεις ὡσαύτως καί ἐνεργείας, μίαν ὑπόστασιν, ἤγουν ἕν πρόσωπον, ὅτι εἷς καί ὁ αὐτός ἐστιν, ὁ πρό τῶν αἰώνων γεννηθείς ἀρρεύστως καί ἀσωμάτως, καί ἐπ’ ἐσχάτων τῶν χρόνων ἐκ τῆς ἁγίας ἀειπαρθένου Μαρίας τῆς Θεοτόκου κυηθείς ἀρρήτως καί ἀρρυπώτως· ὅλος ἄνθρωπος ὁ αὐτός καί Θεός, ἐν μιᾷ ὑποστάσει γνωριζόμενος» (Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Περί τῆς Ἁγίας Τριάδος, PG. 95,10 α΄). «Δύο γάρ φύσεις συνῆλθον ἀλλήλαις καθ’ ἕνωσιν ἀδιάσπαστον, ἀσύγχυτον, ἄτρεπτον» (ὅ.ἀν.95,13 δ΄).

Διά τῆς Ἐνανθρωπήσεώς Του ὁ Θεός Λόγος δέν ἔλαβε συλλήβ-δην τήν ἀνθρώπινη φύση, δηλαδή σύνολη τήν ἀνθρωπότητα, ἀλλά «τήν ἐν ἀτόμῳ», χωρίς, βεβαίως, αὐτή νά προϋπῆρξε σέ κάποιο ἄλλο ἀνθρώπινο ἄτομο. Συνεπῶς, ἐπί τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχουμε ἁπλῶς τήν ἀνθώπινη φύση ἀλλά τήν μοναδική, τήν τελεία ἀνθρώπινη φύση, τῆς ὁποίας ἡ τελειότητα δέν ὀφείλεται στό ὅτι εἶναι ἀνθρώπινη, ἀλλά στό ὅτι εἶναι ἡ Μοναδική Ἀνθρώπινη Φύση, πού κατά Μοναδικό καί ἀπερινόητο τρόπο ἔχει Πρόσωπό της τό Θεῖο Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, γι’ αὐτό εἶναι ἀποκλειστικά, ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ! Πρόκειται γιά τήν Μοναδική Τελεία ἀνθρώπινη φύση, πού ἀνήκει ΜΟΝΟ στόν Χριστό μας καί γιά νά μετάσχουμε σ’ Αὐτήν, δέν ἀρκεῖ μόνο ὅτι γεννηθήκαμε ἄνθρωποι, ἀλλά πρέπει ἀπαραιτήτως, μέ τήν θέλησή μας, νά ἑνωθοῦμε ὁ καθένας μας μέ τόν Χριστό!

Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί κάθε ἄνθρωπος πού ἔρχεται στόν κόσμο, δέν ἑνώνεται a priori οὔτε ἀναγκαστικά μέ τόν Χριστό, ἀλλά μόνο «ὅστις θέλει» καί ἀποδείξει ἔμπρακτα ὅτι τό θέλει. Ἔτσι κατανοοῦμε γιατί χωρίς τήν ἐν Χριστῷ ζωή, χωρίς τήν μετοχή μας στά Θεῖα καί Ἱερά Μυστήρια, χωρίς τήν ἐνσωμάτωσή μας ὀργανικά καί ἀχώριστα στόν Χριστό μας ἀδυνατοῦμε νά σωθοῦμε, ἐφ’ ὅσον «ἐν οὐδενί ἄλλῳ ἡ σωτηρία» πλήν τοῦ Χριστοῦ.

Χωρίς τήν ἕνωσή μας μέ τόν Χριστό μας, δέν ἔχουμε Πρόσωπο καί παραμένουμε ἄτομα ἀνυπόστατα, ἀφοῦ ἡ ἀνθρώπινη φύση δέν εἶναι αὐτή καθ’ ἑαυτήν αὐθυπόστατη ἀλλά μόνο ἐνυποστάτως, ἐν Χριστῷ, ὁ Ὁποῖος ἔδωσε στήν ἀνθρώπινη Φύση Του Πρόσωπο, τό Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου. Τώρα ἐξηγεῖται καί τό γιατί ὁ Χριστός μᾶς εἶπε ὅτι κατά τήν Δευτέρα καί φρικτή Παρουσία Του θά εἰπῇ στούς ἐχθρούς τῆς σωτηρίας τους: «Ἀπέλθετε ἀπ’ ἐμοῦ,  οὐκ οἶδα ὑμᾶς»! Δέν θά τούς γνωρίση, ὄχι γιατί θά παύση νά εἶναι Παντογνώστης, ἀλλά γιατί δέν θά ἔχουν πρόσωπο, τό ὁποῖο ἀποκτᾶται μόνο διά τῆς πλήρους ἑνώσεως μέ τόν Χριστό καί Θεό μας. Οἱ μή ἔχοντες Πρόσωπο, εἶναι καί θά παραμείνουν ἀγνώριστοι!

Εἶναι Μυστήριο ἡ Θεολογία τῶν Προσώπων, καί μόνο ἐν Μυστηρίῳ προσεγγίζεται, γιατί δέν πρόκειται γιά κάτι κτιστό ἀλλά ἄκτιστο καί, μάλιστα ἀπρόσιτο, ἐφ’ ὅσον ἀφορᾶ στήν Ἁγία Τριάδα. Κτιστά πρόσωπα δέν ὑπάρχουν ἀλλά μόνο κτιστά ἄτομα· Τά Πρόσωπα εἶναι μόνο Τρία καί αὐτά ἄκτιστα· Τό Πρόσωπο τοῦ Πατρός, τό Πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ καί τό Πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί, ὅπως εἶναι ἄρρητη καί ἀπρόσιτη ἡ Θεία Οὐσία, ἡ Θεία Φύση τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔτσι εἶναι ἄρρητα καί ἀπρόσιτα καί τά Θεῖα Πρόσωπα. Αὐτό μᾶς τό διευκρίνησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί τό διασαλπίζει ἀνά τήν Ὀρθόδοξη Οἰκουμένη ἡ Ἐκκλησία μας.

Ὁ Ἀρχιμ. Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς (σήμερα Μητροπολίτης Μαυροβουνίου), σέ ἕνα σπουδαῖο σύγγραμμά του, μέ τίτλο «Τό Μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος κατά τόν Ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν» (Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 36), ἀναπτύσσοντας τό θέμα αὐτό, γράφει ὅτι: «Τό ἀκατάληπτον καί ἀμέθεκτον, κατά τόν ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν, δέν ἰσχύει μόνον διά τήν φύσιν τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί διά τά πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τά ὁποῖα διαφέρουν τῆς θεατῆς τριαδικῆς ἐνεργείας, ὡς ἀπολύτως ἀθέατα, ἐν τῇ ἀρρήτῳ καθ’ ὕπαρξιν προελεύσει των. Ἀκολουθῶν τόν ἅγιον Γρηγόριον Νύσσης, ὁ ἅγιος λέγει: «Οὐκ ἔστιν ἡ τοῦ Θεοῦ θεατική δύναμις ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱός ἤ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Ἄφραστον γάρ καί τούτων ἑκάτερον καί οὐχ ἁπλῶς ἄφραστον, ἀλλ’ ἐπίσης τῷ Πατρί» ... «Τό ‘‘ὄνομα’’ καί  τό ‘‘χρῆμα’’ τοῦ Πατρός, ὅπως καί τό ὄνομα τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ‘‘ὑπερούσιον’’ ἐξ ἴσου μετά τῆς οὐσίας. ‘‘Ταῦτα μέν οὖν εἰ καί λέγονται, παρ’ ἡμῶν, ἀλλ’ ὑπεράγνωστα καί ὑπεράρρητά ἐστιν, καί τά τῆς οὐσιώδους ἑνώσεως καί τά τῆς ὑποστατικῆς διακρίσεως καί τά τῆς ἀμιγοῦς παντάπασιν καί ἀφύρτου συμφυΐας. Τοιαῦτα δέ ἐστιν, ἐπεί καί τελέως ἐστιν ἀμέθεκτα. Δι’ ὅ οὐδ’ ὑπόδειγμά ἐστιν τούτων ἐπί τῆς κτίσεως εὑρεῖν» (ὅ. ἀν.).

Αὐτά δέν τά δέχονται οἱ Παπικοί καί, διά τοῦ πλέον ἐκλεπτισμένου ἐκπροσώπου τους, τοῦ –ἀντιπάλου τοῦ ἁγίου Παλαμᾶ– Βαρλαάμ, τοῦ πάλαι μέν Ὀρθοδόξου καί ἐν συνεχείᾳ Καρδιναλίου τοῦ Βατικανοῦ, κηρύσσουν τίς Ὑποστάσεις τοῦ Θεοῦ καί Λόγου καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς δυνάμεις καί ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ Πατρός! Αὐτούς ἀκολουθοῦντες καί τινες ἡμέτεροι θεολόγοι, ὁμιλοῦν καί ἀποφαίνονται περί τῶν ἀπροσίτων Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος ὡς νά εἶναι τά Πρόσωπα αὐτά ψηλαφητά, κατανοητά καί προσιτά, ἐφαρμόζοντες γιά τήν ...“κατανόησή” τους(!) Πλατωνικές καί Ἀριστοτελικές μεθόδους (π.χ. «τό πρόσωπο προηγεῖται τῆς οὐσίας»!) καί διαστρέφοντες τά λόγια τῶν ἁγίων μας γιά νά ὑπηρετήσουν τίς πολυποίκιλες σκοπιμότητές τους!

Καί οἱ μέν κοιλιόπνευστοι θεολόγοι, ταῦτα βουλεύονται. Ἐμεῖς, ὅμως, ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατρᾶσι καί τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὑμνοῦμε τήν «ἄφραστον καί ἀπερινόητον» ἕνωσιν (ἀδιαιρέτως καί ἀσυγχύτως) τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων ἐν τῷ Προσώπῳ τοῦ Θεοῦ Λόγου  –Θείας καί Ἀνθρωπίνης– διά τῆς ὁποίας ἀσυγχύτου ἑνώσεως ἔχουμε τήν δυνατότητα νά στεγασθοῦμε καί ἐμεῖς, τά ἄνευ προσώπου καί ὑποστάσεως ἄστεγα ἄτομα καί νά κραυγάσουμε βοῶντες καί  σκιρτῶντες μετά τῆς Ἐκκλησίας μας: «ἐπεγράφημεν οἱ πιστοί Ὀνόματι Θεότητος»!

  

π. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 184

Δεκέμβριος 2017

Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ (Αναφορά στην μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων) ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού



Η Ενανθρώπηση του Θεού Λόγου είναι κορυφαία έκφραση της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και το επιστέγασμα της εφαρμογής του θείου σχεδίου για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας στάθηκαν με δέος μπροστά στο απερινόητο αυτό μυστήριο και με γνώμονα τις άγιες Γραφές συνέλαβαν ύψιστες αλήθειες και και διατύπωσαν υψηλή θεολογία.

Σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας η σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού υπήρξε απαραίτητη. Η σωτηρία του κόσμου θα ήταν αδύνατη δι' άλλου τρόπου, διότι ολόκληρη η δημιουργία, ζώσα και μη ζώσα, ήταν υποκείμενη στην πτώση. Οι δύο μεγάλες μοιραίες πτώσεις, η πρώτη των άυλων νοερών δυνάμεων και η δεύτερη των ανθρώπων, έφεραν όχι απλά αναστάτωση στην κτίση του Θεού, αλλά εισήγαγαν σε αυτή το κακό, ως μόνιμη κατάσταση, ως οντολογική αντίθεση στο πρόσωπο και το έργο του απόλυτα αγαθού Θεού. Σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, εξαιτίας της πτώσεως «η κτίσις υπετάγη, ουχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα, επ' ελπίδι ότι και αυτή η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού. Οίδαμεν γαρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν» (Ρωμ.8:20-22). Αυτό σημαίνει πως όλα τα όντα από τους άυλους αγγέλους ως τους ανθρώπους και την υλική κτίση ήταν υποκείμενα στην φθορά της πτώσεως και άρα χρειάζονταν σωτηρία και λύτρωση. «Πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ.5:1). Κατά συνέπεια κανένα κτιστό ον δεν θα μπορούσε να πάρει τη θέση του λυτρωτή. Αυτός θα έπρεπε να προέρχεται έξω από την δημιουργία, αδιάφθορος και απόλυτα αμέτοχος του κακού. ’ρα μόνο θείο πρόσωπο θα μπορούσε να καταστεί λυτρωτής του κόσμου.

Η θεία βουλή αποφάσισε να καταστεί λυτρωτής ο Υιός και Λόγος του Θεού, το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Γι' αυτό αμέσως μετά την πτώση άρχισε να υλοποιείται το θείο σχέδιο της σωτηρίας. Αυτό προέβλεπε να υπάρξει μια μακραίωνη προετοιμασία του ανθρωπίνου γένους. Η πρόνοια του Θεού άρχισε να διαμορφώνει ιστορικές συνθήκες κατάλληλες ώστε να οδηγήσουν την ανθρωπότητα στο γεγονός της εν Χριστώ αποκαταστάσεως και σωτηρίας. Δόθηκε ο Νόμος στους Ισραηλίτες ως παιδαγωγός εις Χριστόν (Γαλ.3:2), στάλθηκαν προφήτες να διαμηνύσουν το θέλημα του Θεού (Ρωμ.1:2), αναδείχθηκαν σπουδαίες προσωπικότητες (φιλόσοφοι, άρχοντες, νομοθέτες, κοινωνικοί αναμορφωτές, συγγραφείς, ποιητές, κλπ), οι οποίοι προήγαγαν το ανθρώπινο πνεύμα, επεσήμαναν την κακοδαιμονία του κόσμου και έσπειραν τον σπόρο της ανάγκης για την λύτρωσή του από αυτήν την κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικό ότι με το πέρασμα του χρόνου διαμορφώθηκε μέσα στις διάφορες παραδόσεις των λαών μια μυστηριώδης και ισχυρή τάση αναμονής μελλοντικού λυτρωτή, η οποία με το πέρασμα του χρόνου ολοένα και μεγάλωνε, ώστε στους άμεσους προχριστιανικούς χρόνους να έχουμε πια παγκόσμια εναγώνια προσμονή.

Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, «εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπό νόμου, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράσει, ίνα την υιοθεσίαν απολαύωμεν» (Γαλ.4:4). Ο αιώνιος και ο άπειρος Θεός συγκαταβαίνει και γίνεται άνθρωπος τέλειος, «γενόμενος εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκα» (Ρωμ.1:3), χωρίς να αφήσει την θεότητά του. «Νέον εξ Αδάμ παιδίον φυράματος ετέχθη Υιός και πιστοίς δέδοται» (3ο τροπ. στ΄ωδής κανόνα των Χριστουγέννων). Στο θεανδρικό θεανθρώπινο πρόσωπό Του συναντήθηκε και ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση. Τα πριν διεστώτα, εξαιτίας της αμαρτίας, τώρα πια ενώθηκαν με οργανική και αιώνια ένωση (Εφ.2:14). Αλλά για να γίνει η ένωση αυτή προηγουμένως καθαρίστηκε, λυτρώθηκε και αγιάστηκε η ανθρώπινη φύση από τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο, διότι δεν ήταν δυνατόν να γίνει φύση του Θεανθρώπου η πτωτική ανθρώπινη φύση. Έτσι ταυτόχρονα με την θεία Ενανθρώπηση πραγματοποιήθηκε και η λύτρωση της πεπτωκυίας φύσεώς μας στο θεναδρικό πρόσωπο του Λυτρωτή.

Η Ενανθρώπηση του Θεού είναι προϊόν της θείας αγάπης. Ο Ίδιος ο Κύριος είχε τονίσει πως «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, άλλ' έχει ζωήν αιώνιον» (Ιωάν.3:15) και συμπλήρωσε ο απόστολος Παύλος πως ο Πατήρ «του ιδίου υιού ουκ εφείσατο, αλλ' υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν αυτόν» (Ρωμ.8:32). Το ίδιο και ο μαθητής της αγάπης Ιωάννης επισήμανε εμφαντικά: «εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον, ίνα ζήσωμεν δι' αυτού» (Α΄Ιωάν.4:9). Η άμετρη αυτή αγάπη οδήγησε τον Λόγο στην, ασύλληπτη για τον πεπερασμένο ανθρώπινο νου, θεία «κένωση». Από τα δυσθεώρητα ύψη της θείας δόξης καταδέχτηκε να κατέλθει και να ενδυθεί την ανθρώπινη φύση, να την κάνει στο εξής αιωνίως μέρος της θεανθρώπινης υπόστασής Του. Η περί θείας κενώσεως διδασκαλία αποτελεί θεμέλιο της θεολογίας του αποστόλου Παύλου. «Τούτο φρονείσθω εν υμίν ο και εν Χριστώ Ιησού, ός εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, αλλ' εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλπ.2:5-8). Η θεία ταπείνωση λειτούργησε ως ισχυρό αντίδοτο κατά της ανθρώπινης έπαρσης, η οποία είναι η ρίζα της αμαρτίας. Ο Αδάμ αμάρτησε και ξέπεσε διότι υπερέβη τα όρια της αυτοσυνειδησίας του και ακολουθώντας τον πατέρα της αλαζονείας, τον διάβολο, έφτασε στην δική του απατηλή αυτάρκεια και στην ανταρσία. Το γεγονός αυτό όχι μόνο τον απομάκρυνε από την πηγή της αγάπης και της συνδιαλλαγής, τον Θεό, αλλά τον περιχαράκωσε μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια της νοσηρής εγωπάθειάς του, ώστε να μην μπορεί πια να απελευθερωθεί και να αποκατασταθεί. Η θεία ταπείνωση λειτούργησε καταλυτικά κατά της εωσφορικής έπαρσης. Στην θεσπέσια υμνολογία των Χριστουγέννων ψάλλουμε: «Ιδών ο Κτίστης ολλύμενον τον άνθρωπον χερσίν ον επόιησε, κλίνας ουρανούς κατέρχεται΄ τούτον δε εκ Παρθένου θείας αγνής όλον ουσιούται αληθεία σαρκωθείς, ότι δεδόξασθε» (3ο τροπ. Α΄ ωδής του κανόνος των Χριστουγέννων). Η σωτηρία μας είναι έργο και χάρις του Θεού.

Η είσοδος του Θεού Λόγου στην ανθρώπινη ιστορία άλλαξε τη ροή της σταθερά καθοδικής πορείας των ανθρώπων. Η θεία Ενανθρώπησή Του είναι η ευλογημένη αρχή της μεγαλύτερης επ- ανάστασης όλων των εποχών. Η ανατολή του νοητού Ηλίου της Δικαιοσύνης στη γη διέλυσε τα πυκνά σκοτάδια του προχριστιανικού παρελθόντος και αποδυνάμωσε όλους τους εργαζομένους των σκοτεινών έργων. Τα ανθρώπινα γεγονότα και η ιστορία έχουν πια κατευθυντήρια φορά και στόχο το μοναδικό πρόσωπο του Θεανθρώπου. Μπορεί, βεβαίως, η πορεία της αλλαγής του κόσμου να είναι αργή και οι δυνάμεις του κόσμου να αντιστέκονται, αλλά η έκβαση είναι προδιαγεγραμμένη, ο κόσμος τελικά θα χριστοποιηθεί. Ο απόστολος Παύλος ορίζει σαφέστατα την αφάνταστη ευεργεσία που προσέφερε στην ανθρωπότητα ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος με τα εξής: «Ευλογητός ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο ευλογήσας ημάς εν πάση ευλογία πνευματική εν τοις επουρανίοις εν Χριστώ, καθώς εξελέξατο ημάς εν αυτώ προ καταβολής κόσμου είναι ημάς αγίους και αμώμους κατενώπιον αυτού, εν αγάπη προορίσας ημάς εις υιοθεσίαν δια Ιησού Χριστού ... εν ω έχομεν την απολύτρωσιν δια του αίματος αυτού, την άφεσιν των παραπτωμάτων, κατά τον πλούτον της χάριτος αυτού» (Εφ.1:3-7). Η έννοια της υιοθεσίας αποδίδει καλλίτερα παντός άλλου την οργανική προσκόλλησή μας στο Θεό. Δια της πτώσεως και αποστασίας γίναμε πάροικοι και «ξένοι των διαθηκών της επαγγελίας» του Θεού (Εφ.2:12). Όμως «Ο Λόγος σάρξ εγένετο» (Ιωάν.1:14), «ίνα την υιοθεσίαν απολαύωμεν». Να μην είναι πια ο καθένας μας «δούλος, αλλ' υιός΄ ει δε υιός, και κληρονόμος Θεού δια Χριστού» (Γαλ.4:4-7). Αυτή είναι η μεγαλύτερη ευλογία, που απολαμβάνουμε χάρις στην Θεία Ενανθρώπηση!

Το μήνυμα της Βηθλεέμ, το οποίο διαλαλήθηκε από τους αγίους αγγέλους της Γεννήσεως (Λουκ.2:14), είναι το πιο χαρμόσυνο και ελπιδοφόρο άγγελμα της ιστορίας. Ήρθε Εκείνος, τον Οποίον εναγωνίως περίμενε η ανθρωπότητα δια να «σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών» (Ματθ.1:21). «Ο Πατήρ ευδόκησεν, ο Λόγος σαρξ εγέντο και η Παρθένος έτεκεν Θεόν ενανθρωπήσαντα». (2ο τροπ. των Αίνων των Χριστουγέννων). Τα αποτελέσματα του έργου Του είναι φανερά. Ο μονόδρομος, ο οποίος οδηγούσε αποκλειστικά τον άνθρωπο και ολόκληρη την πλάση στην απώλεια, έπαψε να υπάρχει για τους πιστούς του Χριστού, διότι εγκαινίασε Αυτός νέα οδό, η οποία οδηγεί στην σωτηρία, στον Θεό, που είναι το φυσικό πέρας της πορείας του ανθρώπου. Την μεγάλη και ελπιδοφόρα αυτή αλήθεια εκφράζει απόλυτα και χαρακτηριστικά ο απόστολος Παύλος ως εξής: « Αυτός γαρ εστιν η ειρήνη ημών, ο ποιήσας τα αμφότερα εν και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας, την έχθραν, εν τη σαρκί αυτού τον νόμον των εντολών εν δόγμασι καταργήσας, ίνα τους δύο κτίση εν εαυτώ εις ένα καινόν άνθρωπον ποιών ειρήνην και καταλλάξη τους αμφοτέρους εν ενί σώματι τω Θεώ δια του σταυρού, αποκτείνας την έχθραν εν αυτώ... άρα ουν ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφεσ. 2:14-19). Ακόμα «ώσπερ εβασίλευσεν η αμαρτία εν τω θανάτω, ούτω και η χάρις βασιλεύση δια δικαιοσύνης εις ζωήν αιώνιον δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών» (Ρωμ.5:21). Τέτοιου δυσθεώρητου μεγέθους ευεργεσία αξιωθήκαμε χάρις στην οικονομία της θείας συγκαταβάσεως.

Το Θείο Βρέφος της Βηθλεέμ «συνενηπίασε τοις νηπίοις» για χάρη της σωτηρίας μας. «Αυτός εστι Θεός σαρκοφόρος και ημείς άνθρωποι πνευματοφόροι...΄ Αυτός ο αληθινός και φύσει Υιός του Θεού τους πάντας φορεί, ίνα οι πάντες τον ένα φορέσωμεν Θεόν» (Μ.Αθανάσιος, ΒΕΠΕΣ 33,226). «Νυν ο επουράνιος και ημίν επουρανίους εποίησεν» (Γρηγ. Νύσσης, P.G.46,681D). Αυτοί οι περιεκτικoί πατερικoί λόγοi φανερώνουν περίτρανα ολόκληρο το μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως. Αυτό είναι και το κεντρικό νόημα της μεγάλη εορτής.

Με την ποιητική γραφίδα, τέλος, του αγίου Αμφιλοχίου, επισκόπου Ικονίου (4ος αιών.), μπορούμε να υμνήσουμε κι' εμείς την ευφρόσυνη εορτή, η οποία κατέστη απαρχή της σωτηρίας μας ως, εξής: «Ω Ημέρα (των Χριστουγέννων) μύρων αξία εν ή ανέτειλεν ημίν το ’στρον εξ Ιακώβ, ο ’νθρωπος ο επουράνιος ός ώφθη εξ Ισραήλ! Επεδήμησεν ημίν ο ισχυρός Θεός και ο της Δικαιοσύνης επέλαμψεν Ήλιος! Ο των θείων αρετών ηνέωκται ο θησαυρός, και το της ζωής φυτόν ανθρώποις εβλάστησε και η ανατολή εξ ύψους επέλαμψεν! Ο των ουρανίων και των επιγείων Δεσπότης εκ παρθενικών λαγόνων υπέρ κόσμου λυτρώσεως εις κόσμον φθαρτόν ελήλυθεν»( P.G 39,40B).

Το πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού. Οι δύο εν Χριστώ φύσεις




Ο Χριστός Θεάνθρωπος

Το πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού, θείο και υπερφυές πρόσωπο, είναι μοναδικό στην ιστορία του κόσμου. Ούτε είδε ούτε πρόκειται να δει δεύτερο, όμοιο προς το Χριστό, πρόσωπο η ανθρωπότητα. Και τούτο διότι στο πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού συνενώθηκαν οι δύο φύσεις, η θεία και η ανθρώπινη, χωρίς να υποστεί η κάθε μία σύγχυση με την άλλη και χωρίς να μετατραπεί η θεία σε ανθρώπινη και η ανθρώπινη σε θεία φύση. Έτσι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, ο ίδιος όμως και Υιός του ανθρώπου, Θεός τέλειος και άνθρωπος τέλειος, αληθής Θεάνθρωπος. Ως Θεός γεννήθηκε «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», επ’ εσχάτων των χρόνων «μηδαμώς υπομείνας τροπήν ή φυρμόν, ή διαίρεσιν, αλλ’ εκατέρας ουσίας την ιδιότητα σώαν φυλάξας» (Δοξαστικό Θεοτοκίο Γ’ ήχου). «Ο γαρ αχρόνως εκ Πατρός εκλάμψας υιός μονογενής, ο αυτός εκ σου της αγνής προήλθεν αφράστως σαρκωθείς· φύσει Θεός υπάρχων και φύσει γενόμενος άνθρωπος δι’ ημάς· ουκ εις δυάδα προσώπων τεμνόμενος, αλλ’ εν δυάδι φύσεων, ασυγχύτως γνωριζόμενος» (Δοξαστικό του πλ. β’ ήχου). Και πάλι στο Δοξαστικό του πλ. δ’ ήχου: «Είς εστιν ο Υιός, διπλούς την φύσιν, αλλ’ ου την υπόστασιν· διό τέλειον αυτόν Θεόν και τέλειον άνθρωπον, αληθώς κηρύττοντες ομολογούμεν Χριστόν τον Θεόν ημών».
Η Αγία Γραφή συχνά παρουσιάζει τον Χριστό να ενεργεί ως Θεός με απόλυτη εξουσία, σοφία και χάρη στη θεία διδασκαλία και τα θαύματά του, συχνά δε τον παρουσιάζει και με τα ιδιώματα της ανθρώπινης φύσης, τα αδιάβλητα λεγόμενα πάθη, ως π.χ. να πεινά, να διψά, να κουράζεται, να κοιμάται, να πάσχει, να πεθαίνει. Είναι, λοιπόν, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, «Ο Θεός Λόγος σαρκωθείς» (1).

Η θεότητα του Χριστού

Θεμέλιο και στερεά βάση, επάνω στα οποία στηρίζεται η Χριστιανική Θρησκεία και όλο το απολυτρωτικό έργο του Σωτήρα Χριστού, είναι η θεότητα του Κυρίου. Ο Αρχηγός της σωτηρίας μας Κύριος Ιησούς Χριστός δεν υπήρξε απλώς ο τέλειος άνθρωπος, αναμάρτητος και άγιος και ασυγκρίτως υπεροχώτερος ηθικώς και πνευματικώς προς εκείνους, τους οποίους ήλθε να σώσει. ο Ιησούς ήταν «ο μονογενής Υιός του Θεού, ο ων εν τοις κόλποις του Πατρός», Θεός αληθινός και τέλειος, ομοούσιος και ομόδοξος, σύνθρονος και συναΐδιος προς τον Πατέρα. Είναι ο Κύριος «απαύγασμα (λαμπρά ακτινοβολία) της δόξης του Πατρός». Κανένα πρόσωπο ούτε επίγειο ούτε επουράνιο μπορεί να συγκριθεί προς την εξουσία, τη χάρη και την τελειότητα του Κυρίου Ιησού. Όλος ο κόσμος είναι δημιούργημα δικό του. Όπως δε διακηρύττει ο θείος Ευαγγελιστής, «πάντα δι’ αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν» (Ιωάν. α’ 3, Εβρ. α’ 3). Οι Άγγελοι στον ουρανό και όλες οι ουράνιες δυνάμεις είναι δούλοι του και έχουν έργο να εκτελούν τα άγια θελήματά του, να τον προσκυνούν και ακατάπαυστα να τον δοξολογούν. Και τούτο φαίνεται από την εντολή που δίνει ο Πατήρ προς τους Αγγέλους και λέει· «και προσκυνησάτωσαν αυτώ πάντες άγγελοι Θεού». Και αυτά λέγει προς του Αγγέλους ο Πατήρ. Διά να δείξει δε την ασύγκριτη υπεροχή του Υιού του ως προς τους Αγγέλους λέει προς τον Υιό του· «ο θρόνος σου, ο Θεός, εις τον αιώνα του αιώνος (μένει στερεός και ασάλευτος, χωρίς καμιά σκοτεινή δύναμη να μπορεί ποτέ να τον κλονίσει)· ράβδος ευθύτητος η ράβδος της βασιλείας σου», η βασιλική σου δηλαδή εξουσία είναι ράβδος και εξουσία ευθύτητος και δικαιοσύνης, προς την οποίαν καμία άλλη εξουσία δεν μπορεί να παραβληθεί (Εβρ. α’ 6, 8). Οι άνθρωποι επί της γης είναι δούλοι του και αυτοί, δούλοι του αμαρτωλοί, που έχουν ανάγκη της δικής του βοήθειας και αντίληψης, και όσο αφορά την πρόσκαιρη ζωή τους και ως προς την αιώνια ψυχική τους λύτρωση και σωτηρία. Υπεράνω πάντων, λοιπόν, στέκει ο Χριστός, ασύγκριτος και άφθαστος ως Κύριος και Θεός, έχοντας γεννηθεί και προέλθει από την ουσία του Πατέρα και δημιουργός των πάντων. Επομένως πρέπει να προσφέρεται σε αυτόν λατρευτική προσκύνηση από όλους, και από τους Αγγέλους και από τους ανθρώπους. Ακριβώς η μία και η αυτή προσκύνηση που προσφέρεται στον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.

Μαρτυρίες της Γραφής για τη θεότητα του Κυρίου

Στην Καινή Διαθήκη πολλές μαρτυρίες υπάρχουν για τη θεότητα του Κυρίου Ιησού και σε αρκετές και σοβαρές περιστάσεις διακηρύττεται Υιός του Θεού και Θεός τέλειος και αληθινός ο Χριστός. Στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου ο Αρχάγγελος λέει προς την Παρθένο, ότι το παιδί, το οποίο θα γεννηθεί από αυτήν εκ Πνεύματος Αγίου, «υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυΐδ του Πατρός αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος» (Λουκ. α’ 32-33). Κατά τη γέννησή του χαρακτηρίζεται από τον Άγγελο προς τους ποιμένες, ότι ο εν σπηλαίω και εκ της Παρθένου γεννηθείς είναι ο «Χριστός Κύριος». Στη Βάπτιση και Μεταμόρφωσή του ο ίδιος ο Πατήρ τον ονομάζει «τον Υιόν του τον αγαπητόν», στον οποίο ευδόκησε να σώσει την ανθρωπότητα, και καλούνται οι άνθρωποι να επιδείξουν κάθε υποταγή σε αυτόν· «αυτού ακούετε» (Ματθ. γ’ 17 και ιζ’ 5). Σε πολλά μέρη των αγίων τους επιστολών οι θείοι Απόστολοι ονομάζουν τον Χριστό τον Υιό του Θεού τον μονογενή και προαιώνιο. Αλλ’ εκεί που διακηρύσσεται Θεός αληθινός ο Κύριος είναι τα χωρία Ιωάν. α’ 1· «εν αρχή ην (υπήρχε) ο Λόγος, και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν, και Θεός ήν ο Λόγος». Ομοίως του Ιωάννου κ’ 28, όπου ο Θωμάς, που έως τότε με επιμονή αρνιόταν να πιστεύσει, αναφωνεί χωρίς καμία επιφύλαξη· «ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Στην Α’ Καθολική του (ε’ 20) επιστολή ο Ευαγγελιστής Ιωάννης βεβαιώνει, ότι εμείς οι Χριστιανοί, που κρατούμε ανόθευτη και ακέραιη την πίστη μας στον Χριστό, «εσμέν εν τω αληθινώ, εν τω υιώ αυτού (του Θεού δηλαδή) Ιησού Χριστώ· ούτος (ο Χριστός) εστίν ο αληθινός Θεός και ζωή αιώνιος». Ο απόστολος Παύλος βεβαιώνει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας», επομένως είναι ο προαιώνιος και αΐδιος, αναλλοίωτος και αμετάβλητος Θεός. Ρητώς ακόμα λέει ότι ο Χριστός «εν μορφή Θεού υπάρχων» αναδείχθηκε και ως άνθρωπος από τον Πατέρα μετά το πάθος του και την ανάστασή του Κύριος και Βασιλιάς επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων. Στις Πράξεις (κ’ 28) ονομάζει την Εκκλησία ο Παύλος «εκκλησία του Κυρίου και Θεού, ήν περιποιήσατο διά του ιδίου αίματος». Και στην προς Τίτον επιστολή του (β’ 13) λέει, ότι εμείς, οι πιστοί «προσδεχόμεθα (με πόθο περιμένουμε) την μακαρία ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού». Και στην προς Ρωμαίους (θ’ 5), όταν λέει ο Παύλος ότι ο Χριστός κατά σάρκα κατάγεται από τους Εβραίους, τονίζει ότι αυτός ο Χριστός δεν είναι μόνο άνθρωπος, αλλά και Θεός. «Ο ών επί πάντων Θεός ευλογητός εις τους αιώνας». Και στην Α’ προς Τιμόθεον (γ’ 16) λέει περί του Χριστού, ότι «Θεός εφανερώθη εν σαρκί».

Μαρτυρίες της Παράδοσης για τη θεότητα του Κυρίου

Αλλ’ εκτός του Ευαγγελίου και όλη η χορεία των αγίων και θεοφόρων Πατέρων Θεό αληθινό αναγνωρίζει και ομολογεί τον Κύριο Ιησού Χριστό και ως τέλειο Θεό τον προσκυνεί και τον λατρεύει. Ας αναφέρουμε το λόγο του αγίου Ειρηναίου, ο οποίος διακηρύττει την πίστη του «εις ένα Θεόν πατέρα παντοκράτορα», «και εις ένα Χριστόν Ιησούν, τον Υιόν του Θεού, τον σαρκωθέντα υπέρ της ημετέρας σωτηρίας», «και εις Πνεύμα Άγιον». Και τονίζει ότι αυτήν την πίστη την παρέλαβαν από τους αγίους Αποστόλους, ως «παρά των Αποστόλων και των εκείνων μαθητών» παραληφθείσα από την Εκκλησία. Ακόμη βεβαιώνει, ότι ο Υιός του Θεού είναι αληθινός Θεός. Και στη συνέχεια λέει· «Ει μη συνηνώθη γαρ ο άνθρωπος τώ Θεώ (Θεό εννοεί τον Χριστό), ουκ αν ηδυνήθη μετασχείν της αφθαρσίας». Εάν δεν είχε ενωθεί ο άνθρωπος με το Θεό (το Χριστό), δεν θα μπορούσε να γίνει άφθαρτος και αθάνατος. Από τους μεγάλους Πατέρες ο Γρηγόριος ο Νύσσης εξηγεί το «και ο Λόγος ήν προς τον Θεό» του Ευαγγελιστού και λέει· «Και ο Λόγος ήν ουκ εν τω Θεώ, αλλά προς τον Θεόν». Ο Λόγος, ο Χριστός, δεν ήταν μέσα στο Θεό, αλλά δίπλα στο Θεό ξεχωριστό πρόσωπο, και Θεός αληθινός και τέλειος και ο Λόγος. Ο Μέγας Βασίλειος· «ει γαρ εν καρδία (του Θεού δηλαδή) ήν ο Λόγος (χωρίς να έχει δικιά του υπόσταση), πώς αν ενοήθη Θεός;». Αφού δεν θα ήταν ξεχωριστό πρόσωπο, πώς θα ήταν Θεός και θα τον προσκυνούσαμε ως Θεό; Ο δε ιερός Χρυσόστομος, όταν εξηγεί το «εν αρχή ήν ο Λόγος» και το «ούτος ήν εν αρχή» και θέλει να τονίσει, ότι ο Λόγος είναι άχρονος και αΐδιος, αλλά και συναΐδιος προς τον Πατέρα, λέει· «Το αΐδιον διά του εν αρχή ήν· το δε συναΐδιον ενέφηνεν ημίν διά το Ούτος ήν εν αρχή προς τον Θεόν. Τουτέστι μη νομίσης πρεσβυτέραν είναι την ύπαρξιν του Πατρός· ου γαρ έρημός ποτε του Λόγου». Το αΐδιο, λέει, ο ευαγγελιστής το παρουσιάζει με την φράση «εν αρχή ήν», στην αρχή ήταν, υπήρχε ο Λόγος. Δηλαδή πάντοτε υπήρχε, αφού πριν αρχίσει ο χρόνος υπήρχε ο Λόγος. Το ότι δε ο Υιός ήταν συναΐδιος με τον Πατέρα, μας το λέει με το «Ούτος». Ο Λόγος δηλαδή υπήρχε στην αρχή του χρόνου κοντά στο Θεό, σαν Θεός και εκείνος αληθινός. Το οποίο θα πει· μη νομίσεις, άνθρωπε, ότι ο Πατήρ υπήρχε πριν από τον Υιό. Διότι ποτέ δεν ήταν χωρίς τον Υιό ο Πατήρ. Διότι «διά μεν του είναι προς τον Θεόν έτερος ών παρά τον Πατέρα γνωρίζεται. Διά δε του είναι Θεός, ομοούσιός τε και εξ αυτού νοείται· κατά φύσιν, άτε δη και Θεός εκ Θεού προελθών», λέει ο άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας. Και αυτά πάλι θα πουν: Όταν λέμε ότι ο Υιός ήταν κοντά στο Θεό, λέμε ότι άλλος είναι ο Πατήρ, άλλο πρόσωπο δηλαδή, και άλλος ο Υιός. Όταν πάλι λέμε ότι ο Υιός ήταν κοντά στο Θεό, λέμε ότι άλλος είναι ο Πατήρ, άλλο πρόσωπο δηλαδή, και άλλος ο Υιός. Όταν πάλι λέμε πως είναι Θεός ο Λόγος, θέλουμε να πούμε πως είναι Θεός αληθινός, πως από τον Πατέρα γεννήθηκε και είναι ομοούσιος και έχει την ίδια φύση με τον Πατέρα. Τέλος, ο Μέγας Αθανάσιος τονίζει, πως η πίστη, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος και Θεός των πάντων, είναι καθολική και της παράδοσης πεποίθηση και διακήρυξη (είναι δηλαδή γενική παράδοση και πεποίθηση και διακήρυξη). Απευθύνεται προς ανθρώπους που αμφισβητούν αυτή την πίστη, η οποία και Αγιογραφική και Πατερική διδασκαλία είναι, και λέει προς αυτούς: «Ιδού ημείς (οι Ορθόδοξοι) μεν εκ πατέρων εις πατέρας διαβεβηκέναι την τοιαύτην διάνοιαν αποδεικνύομεν· υμείς δε, ω νέοι Ιουδαίοι (αιρετικοί) και του Καϊάφα μαθηταί, τίνας άρα των ρημάτων υμών έχετε δείξαι πατέρας; Αλλ’ ουδένα των φρονίμων και σοφών αν είποιτε. Πάντες γαρ υμάς αποστρέφονται». Εμείς δηλαδή οι Ορθόδοξοι έχουμε πίστη, που πέρασε από πατέρες σε άλλους πατέρες και επομένως είναι δοκιμασμένη και αληθινή. Εσείς δε οι νέοι Ιουδαίο και αιρετικοί, που είστε μαθητές του Καϊάφα, ποιους πατέρες έχετε να μας παρουσιάσετε, που να υποστηρίζουν τις αιρέσεις σας; Βέβαια κανένα από τους σοφούς και φρονίμους πατέρες. Γιατί όλοι αυτοί σας αποστρέφονται (2).

Η ανθρώπινη φύση του Χριστού

Ο Κύριος δεν είναι μόνο τέλειος Θεός, ο οποίος γεννήθηκε από την ουσία του Θεού Πατέρα προ πάντων των αιώνων. Είναι και τέλειος άνθρωπος, κατά πάντα όμοιος με εμάς τους ανθρώπους, με σώμα και ψυχή λογική, όπως εμείς ακριβώς, «κατά πάντα καθ’ ὁμοιότητα», αλλά «χωρίς ἁμαρτίας» (Εβρ. δ’ 15). Αυτή την ανθρώπινή του φύση και την συγκινητική συγκατάβαση προς εμάς τους ανθρώπους εκθέτει το 3ο άρθρο του Συμβόλου της Πίστης μας:
«Τόν δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα».
Και αυτό το λέει ο Ευαγγελιστής για τον Κύριο, όπως και πριν είπαμε. Ότι «ὁ Λόγος σαρξ ἐγένετο» (Ιωάν. α’ 14), ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος. Αυτό θα πει «ὁ Λόγος σαρξ ἐγένετο». Ο ίδιος ονομάζει τον εαυτό του «τον Υιόν του ανθρώπου», με την έννοια ότι είναι ο τέλειος άνθρωπος, όπως έπλασε ο Θεός τον πρώτο άνθρωπο, χαριτωμένος εκπρόσωπος της ανθρώπινης φύσης. Ονομάζουν οι άλλοι τον Χριστό «υιό Δαβίδ» και εκείνος το αποδέχεται, ότι ως άνθρωπος κατάγεται από το γένος του Δαβίδ. Τον βλέπουμε ως άνθρωπος να μιλά, να κινείται και ενεργεί με όλα «τα αδιάβλητα πάθη» της ανθρώπινης φύσης, τα οποία κανείς δεν μπορεί να τα κατηγορήσει ως αμαρτωλά, όπως είναι το να πεινά, να διψά, να κουράζεται, να λυπείται, να δακρύζει, να πάσχει, να αποθνήσκει, όπως ακριβώς συμβαίνει με όλους εμάς τους ανθρώπους. Δηλαδή αληθινά, πραγματικά και όχι φανταστικά ενανθρώπησε ο Κύριος, προσέλαβε την ασθενή και φθαρτή ανθρώπινη φύση, όπως την είχαν οι άνθρωπο που ήλθε να σώσει. Διότι, όπως λέει ο Απόστολος, «ἐπεί οὖν τά παιδία (τα παιδιά του Θεού, όλοι οι άνθρωποι) κεκοινώνηκε σαρκός και αἴματος, καί αὐτός παραπλησίως (παρομοίως) μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διά τοῦ θανάτου καταργήσῃ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ’ ἔστι τόν διάβολον, καί ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διά παντός τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας». «Ἔπρεπε γάρ αὐτῷ, δι’ ὅν τά πάντα καί δι’ οὗ τά πάντα… τόν ἀρχηγόν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διά παθημάτων τελειῶσαι» (Εβρ. β’ 10, 14-15). Τέλειος Θεός, αλλά και τέλειος άνθρωπος ο Κύριος, αληθής Θεάνθρωπος (3).

Μαρτυρίες της Γραφής

Είναι, λοιπόν άνθρωπος τέλειος ο Κύριος, αληθής Θεάνθρωπος. Και είδαμε πώς η Καινή Διαθήκη σε πολλά σημεία παρουσιάζει τον Κύριο ως άνθρωπο, είδαμε και πολλά του Παύλου σχετικά χωρία. Να συμπεριλάβουμε όμως ακόμη μερικά που επεξηγούν τα προηγούμενα. Είναι ανάγκη να τα προσέξουμε και αυτά, για να απαρτίσουμε μέσα μας τελεία εικόνα του Κυρίου ως ανθρώπου. Ο απόστολος Πέτρος, όταν κήρυττε προς τους Ιουδαίους, αποκαλεί τον Κύριο «ἄνδρα ἀπό Θεοῦ ἀποδεδειγμένον». Τονίζει ότι αυτός «τάς αμαρτίας ημών ανήνεγκεν εν τω σώματι αυτού επί το ξύλον», ίνα «τω μώλωπι αυτού ιαθώμεν». Ο Παύλος βεβαιώνει, ότι «είς μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Ιησούς Χριστός» (ένας είναι μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων· εκείνος που, ενώ ήταν Θεός, έγινε άνθρωπος, ο Ιησούς Χριστός)· ότι ο Θεός θα κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη «εν ανδρί», με άνδρα, τον οποίον ανέστησε εκ νεκρών. Και προσθέτει· «επειδή δι’ ανθρώπου (του Αδάμ) ο θάνατος (μπήκε στον κόσμο), δι’ ανθρώπου πάλιν (του Ιησού Χριστού) και ανάστασις νεκρών». Εκείνος, ο οποίος «κατά το πλήρωμα του χρόνου γενόμενος εκ γυναικός» και «μορφήν δούλου λαβών» έγινε όμοιος με τους ανθρώπους, «ο πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς». Στην προς Εβραίους επιστολή μας ονομάζει ο Κύριος «αδελφούς» του, και είμαστε οι κατά σάρκα αδελφοί του Χριστού. Διότι «παραπλησίως» (παρομοίως), το οποίο σημαίνει ότι «ου φαντασία ουδέ εικόνι, αλλ’ αληθεία», όχι κατά φαντασία, ούτε σαν μια εικόνα, αλλά αληθινά έγινε άνθρωπος ο Χριστός. Άλλωστε, λέει ο θείος Παύλος, ο Χριστός «κεκοινώνηκε σαρκός και αίματος», δηλαδή έγινε τέλειος άνθρωπος, «και κατά πάντα ωμοιώθη τοις αδελφοίς», διότι «ετέχθη, ετράφη, ηυξήθη, έπαθε και τέλος απέθανε» «και εσπούδασεν αδελφός ημών εν άπασι γενέσθαι», φρόντισε να γίνει σε όλα μας τα ζητήματα αδελφός. Πειρασθείς δε, (αφού δοκιμάστηκε) «κατά πάντα καθ’ ομοιότητα» προς εμάς «χωρίς αμαρτίας» και «μαθών αφ’ ων έπαθε την υπακοήν και τελειωθείς εγένετο τοις υπακούουσιν αυτώ πάσιν αίτιος σωτηρίας αιωνίου» (Π. Ν. Τρεμπέλα, Δογματική ΙΙ σελ. 65).

Μαρτυρίες των Πατέρων, δηλαδή της Παραδόσεως

Αλλά και οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν τον ανθρώπινο χαρακτήρα του Κυρίου Ιησού. Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζινός, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο ιερός Δαμασκηνός με ένα στόμα σχεδόν λέγουν: Ο Υιός του Θεού «συγκατέβη υπό δούλου μορφήν ημίν», συγκατάβηκε με τη μορφή δούλου σε μας τους δούλους του, «όλον εν εαυτώ φέρων τον άνθρωπον», και έφερε όλο τον άνθρωπο μέσα του, «πάντα υπέρ πάντων γενόμενος όσα ημείς πλην της αμαρτίας (έγινε ό,τι είμαστε και εμείς, εκτός από την αμαρτία), ήτοι σώμα, ψυχή, νους», «και προς εαυτόν ενώσας το κατακριθέν», δηλαδή αφού ένωσε με τον εαυτό του την ανθρώπινη φύση, «ίνα αγιάση δι’ εαυτού τον άνθρωπον» και λύσει από το κατάκριμα όλη την ανθρωπότητα. «Φύσει, λοιπόν, καί αληθεία γενόμενος άνθρωπος ανέλαβε τήν τε ανθρωπίνην φύσιν καί τά φυσικά πάντα», «ουχί ετέραν λαβών σάρκα, αλλ’ αυτήν ταύτην τήν καταπονουμένην», την «φιλαμαρτήμονα» κατά τον Μέγα Αθανάσιο. Και ακριβώς επειδή έλαβε την δική μας σάρκα, «καί πάντα τά φυσικά καί αδιάβλητα πάθη του ανθρώπου ανέλαβε». Είναι δε τα αδιάβλητα αυτά πάθη η «πείνα, δίψα, κόπος, πόνος, το δάκρυον, η φθορά, η του θανάτου παραίτησις, η δειλία, η αγωνία, εξ ης οι ιδρώτες, οι θρόμβοι του αίματος, η διά το ασθενές της φύσεως των αγγέλων βοήθεια και τα τοιαύτα, άτινα πάσι τοις ανθρώποις φυσικώς ενυπάρχουσι».

Τι ακριβώς σημαίνει το «χωρίς αμαρτίας»

Πρέπει τώρα να επανέλθουμε και να εξηγήσουμε καλά εκείνο το «χωρίς αμαρτίας». Δηλαδή ο Κύριος ανέλαβε τις αμαρτίες μας και γι’ αυτές πέθανε πάνω στο  Σταυρό, για να λύσει  το χρέος των αμαρτιών μας, να μας δώσει άφεση και σωτηρία, να μας απαλλάξει από την κατάρα, την ενοχή και καταδίκη της αμαρτίας. Και τούτο όχι ως αμαρτωλός, αλλ’ ως αναμάρτητος Κύριος και Θεός, χωρίς την προπατορική αμαρτία την οποία φέρουμε κληρονομικώς όλοι εμείς οι καταγόμενοι από τον Αδάμ άνθρωποι. Εμείς φύσει αμαρτωλοί, Εκείνος φύσει αναμάρτητος. Διότι Εκείνος δεν γεννήθηκε κατά τους φυσικούς νόμους που γεννιόμαστε εμείς. Ο Κύριος γεννήθηκε κατά τρόπο υπερφυσικό, θείο και μυστηριώδη «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», όπως είπαμε. Και γι’ αυτό δεν έφερε την κληρονομιά του πεσόντος Αδάμ και ήταν αναμάρτητος. Η ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε ο Κύριος «εξ αχράντου και αμιάντου, ανδρός απείρου Παρθένου» (από Παρθένο που δεν γνώρισε άνδρα και ήταν άχραντος και αμίαντος και καθαρότατη), που συνελήφθη από το Άγιο Πνεύμα, υπήρξε απολύτως αναμάρτητη και αγία από την ίδια την σύλληψη. Το είπε και ο Αρχάγγελος προς την Παρθένο την ώρα του Ευαγγελισμού της· το εκ σου «γεννώμενον άγιον κληθήσεται Υιός Θεού». Αλλά αυτό δεν σημαίνει, ότι παύει να είναι όμοιος με μας, αληθής άνθρωπος και αδελφός μας ο Κύριος, που φέρει την ίδια με μας ανθρώπινη φύση. Αυτό το εννοεί ο καθένας μας, όταν λάβει υπόψη του, ως προς την αναμαρτησία του Κυρίου, αυτό. Ότι «ου φυσική εστιν», δεν είναι φυσική στον άνθρωπο η αμαρτία, «ουδέ υπό του δημιουργού ημίν ενεσπάρη», ούτε ο Δημιουργός μας την έσπειρε, «αλλ’ εκ της του διαβόλου επισποράς προήλθε», κατά την παράβασή του και μετά από αυτή «εξ απάτης επισπείραντος τη λογική φύσει του ανθρώπου τους αιχμαλωτίζοντας» αμαρτητικούς λογισμούς και αφού κατέστησε «νόμον αμαρτίας εν τη φύσει του ανθρώπου». Ο διάβολος με απάτη έσπειρε μέσα μας την αμαρτία και αυτή αιχμαλώτισε την λογική μας φύση. Εφόσον δε ο Κύριος απεστάλη από τον Πατέρα ως άλλος γενάρχης και ως δεύτερος νέος Αδάμ για να αποκαταστήσει την ξεπεσμένη ανθρώπινη φύση, φυσικό ήταν να αναλάβει όχι την αμαρτωλή, όπως έγινε μετά την πτώση του Αδάμ, αυτό άλλωστε ήταν αδύνατο για τον Θεό Λόγο, αλλά την αναμάρτητη ανθρώπινη φύση. Εκείνη, την οποία «εκ πρώτης πλάσεως ο Αδάμ αναμάρτητον έσχηκεν», όπως λέει ο Μέγας Αθανάσιος. Επομένως την καθαρή και άμωμη και αγία, την υγιή, η οποία δεν φθάρθηκε, ούτε τραυματίστηκε καν, ούτε ασθένησε, όπως συνέβη σ’ αυτήν μετά την πρώτη αμαρτία. Αυτό σημαίνει το «χωρίς αμαρτίας». Ο Κύριος γεννήθηκε από την Παναγία Παρθένο τέλειος άνθρωπος, άτρωτος, ανέπαφος από κακό, αμίαντος και άσπιλος. Όπως βγήκε και ο πρώτος Αδάμ από τα χέρια του θείου δημιουργού του.

Οι συνέπειες της υποστατικής ένωσης των δύο φύσεων του Χριστού

Πρώτα-πρώτα να πούμε τι είναι η υποστατική ένωση. Είναι η ένωση των δύο φύσεων, της θείας και της ανθρώπινης, στο ίδιο πρόσωπο, το πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού. Διότι υπόσταση και πρόσωπο είναι το ίδιο πράγμα. Και η ένωση αυτή των δύο φύσεων έγινε χωρίς η μία να απορροφά την άλλη, ώστε να παύσει αυτή να υπάρχει. Είναι και οι δύο ασυγχύτως και αχώριστα ενωμένες στο ένα πρόσωπο, τη μία υπόσταση. Με την υποστατική λοιπόν αυτή ένωση των δύο φύσεων, της θείας και της ανθρώπινης, στο πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού δεν έχουμε δύο πρόσωπα, δύο Χριστούς, ένα Χριστό Θεό και ένα άνθρωπος Χριστό, αλλά ένα πρόσωπο, ένα Χριστό, Θεό και άνθρωπο, αληθινό Θεάνθρωπο, ο οποίος «Θεός ων ύστερον γέγονεν άνθρωπος, όπως λέει ο άγιος Αθανάσιος, ίνα μάλλον ημάς (τους ανθρώπους) θεοποιήση». Και ο Χριστός είναι «ο Θεός ημών (ο οποίος) επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποις (ως άνθρωπος τέλειος) συνανεστράφη». Το γεγονός όμως αυτό το μέγα και θαυμαστό και μυστηριώδες έχει και τις συνέπειές του. Ποιες είναι αυτές οι συνέπειες και ακολουθίες της ένωσης των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού;

Η αντίδοση των ιδιωμάτων

Τι θα πει αυτό; Θα πει πως τα ιδιώματα της μιας φύσης του Θεανθρώπου Ιησού αποδίδονται στην άλλη και το αντίθετο πάλι. Ιδιώματα της θείας φύσης είναι η πανσοφία και παγγνωσία, είναι η παντοδυναμία και πανταχού παρουσία, η αγαθότητα και ευσπλαχνία, η αγιότητα και αναμαρτησία, παρότι την αναμαρτησία την έχει και η ανθρώπινη φύση του Κυρίου. Ιδιώματα της ανθρώπινης είναι το να πεινά, το να διψά, το να κουράζεται, το να κοιμάται, το να πάσχει και να αποθνήσκει. Αυτά λοιπόν αποδίδονται από την μία στην άλλη και συνυπάρχουν στο ένα και το αυτό πρόσωπο. Τα ιδιώματα της ανθρώπινης φύσης αποδίδονται στη θεία. Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι με αυτό, με το να παίρνει δηλαδή η θεία τα ιδιώματα και αδιάβλητα πάθη της ανθρώπινης φύσης να γίνεται αυτή ανθρώπινη. Καθώς επίσης και με το να παίρνει η ανθρώπινη τα ιδιώματα και τις χάρες της θείας φύσης να γίνεται αυτή θεία. Διότι, είπαμε, πως οι δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, ενώθηκαν στο πρόσωπο του Χριστού «ατρέπτως και αναλλοιώτως», χωρίς η μία να μετατρέπεται στην άλλη. Η θεία παραμένει θεία και η ανθρώπινη παραμένει ανθρώπινη, μόνο απλή απόδοση των ιδιωμάτων γίνεται και αυτό, διότι εάν είναι το πρόσωπο που έχει και τις δύο φύσεις και οι δύο φύσεις είναι αχώριστα ενωμένες στο ένα και το αυτό πρόσωπο, χωρίς δηλαδή να χωρίζονται , αλλά και χωρίς να συγχέονται και να γίνονται μία οι δύο. Και επειδή γίνεται αυτή η αντίδοση, λέμε πως ο Χριστός είναι πάνσοφος, παντογνώστης, παντοδύναμος. Με αυτό όμως δεν εννοούμε ότι η ανθρώπινη φύση του είναι πάνσοφη και παντοδύναμη, αλλά το ένα πρόσωπο. Επίσης λέμε ότι ο Χριστός και πεινούσε και διψούσε και κουραζόταν και κοιμόταν και ότι θλιβόταν και δάκρυζε και πονούσε. Και αυτά όχι ως Θεός, αλλ’ ως άνθρωπος, ή καλύτερα να πούμε ως Θεάνθρωπος τα παρουσίαζε ο Κύριος. Επίσης το λέμε το Χριστό παθητό και Κύριο της δόξας σταυρωμένο. Όχι διότι έπαθε ως Θεός. Ως άνθρωπος έπαθε. «Η γάρ θεότης απαθής διέμεινε». Πάσχει όμως ο Χριστός, διότι είναι και άνθρωπος. Και «πάσχει ως άνθρωπος και σώζει ως φιλάνθρωπος», δηλαδή ως Θεάνθρωπος. Δεν λέμε η θεότητα είναι ανθρωπότητα, ούτε η ανθρωπότητα είναι θεότητα. Αλλά λέμε, ότι ο Θεός-Χριστός είναι και άνθρωπος, και ο άνθρωπος Χριστός είναι και Θεός τέλειος. Όπως είπαν και οι άγιοι Πατέρες της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου στην Έφεσο: «Τάς ευαγγελικάς περί του Κυρίου φωνάς ίσμεν τούς θεολόγους άνδρας τάς μέν κοινοποιούντας ως εφ’ ενός προσώπου, τάς δέ διαιρούντας ως επί δύο φύσεων, καί τάς μέν θεοπρεπείς κατά τήν θεότητα του Χριστού, τάς δέ ταπεινάς κατά τήν ανθρωπότητα αυτού παραδίδοντας». Δηλαδή οι θεολόγοι, που εξηγούν ορθόδοξα τα όσα λένε τα ιερά ευαγγέλια για τον Χριστό, αποδίδουν όσα είναι θεοπρεπή και μεγαλειώδη στη θεότητα του Χριστού και όσα είναι ταπεινά, που τα παρουσιάζουν όλοι οι άνθρωποι, στην ανθρωπότητά του. Και επειδή ένα και το αυτό πρόσωπο είναι Θεός και άνθρωπος, όλα, και τα θεία και τα ανθρώπινα, σε αυτό το ένα πρόσωπο αποδίδονται. Τι μεγαλειώδες μυστήριο στο πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού! «Οικειούται τά ανθρώπινα ο Λόγος, αυτού γάρ εστι τά της αγίας αυτού σαρκός όντα, καί μεταδίδωσι τη σαρκί των ιδίων», όπως λέει και ο άγιος Δαμασκηνός. Παίρνει και τα κάνει δικά του τα ανθρώπινα ιδιώματα ο Θεός Λόγος, αφού δικά του είναι και αυτά. Είναι της δικής του αγίας σάρκας. Μεταδίδει και στη σάρκα, την ανθρώπινη φύση του, τα δικά του, τα θεία δηλαδή ιδιώματα και προσόντα. Και όσα έλεγε και έπραττε ο Κύριος, ως Θεάνθρωπος τα λέγε και τα έπραττε και θεανδρικές ήταν όλες οι ενέργειες και πράξεις του. «Ουκ ανθρωπίνως έπραττε τά ανθρώπινα, λέει ο ίδιος Πατέρας· ου γάρ άνθρωπος μόνον, αλλά καί Θεός· ουδέ θεϊκώς ενήργει τά θεία· ου γάρ Θεός μόνο, αλλά καί άνθρωπος». Και πάλι· «ούτε τά ανθρώπινα ανθρωπίνως ενήργησεν· ου γάρ ψιλός ήν άνθρωπος (δεν ήταν μόνο απλός άνθρωπος)· ούτε τά θεία κατά Θεόν μόνα· ου γάρ ήν γυμνός Θεός (δεν ήταν μόνο Θεός), αλλά Θεός ομού υπάρχει καί άνθρωπος». Και όλα κάτω από το φωτισμό και χάρη της θείας φύσης. Και τα ανθρώπινα όλα. «Όργανον γάρ η σάρξ της θεότητος εχρημάτισεν». Η ανθρώπινη φύση, και η ψυχή και το σώμα, ήταν όργανο της θεότητας και της θεότητας τα θελήματα πραγματοποιούσε. Προς επικύρωση όλων των παραπάνω αναφέρουμε τη γνώμη του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ο οποίος λέει: «Η μέν ανθρωπίνη φύσις ουσιωδώς ου κέκτηται τήν των μελλόντων γνώσιν (η ανθρώπινη φύση του στην πραγματικότητα δεν γνωρίζει τα μέλλοντα)· η δέ του Κυρίου ψυχή διά τήν πρός αυτόν τόν Θεόν-Λόγον ένωσιν καί τήν υποστατικήν ταυτότητα κατεπλούτησε μετά των λοιπόν θεοσημείων (μαζί με τα άλλα θεία σημάδια έλαβε) καί τήν των μελλόντων γνώσιν». Με αυτό τον τρόπο γίνεται «πάσιν έκδηλον (σε όλους φανερό), ότι γινώσκει μέν ως Θεός (την ημέρα π. χ. της δευτέρας παρουσίας), αγνοείν δέ φησιν ως άνθρωπος», αγνοεί σαν άνθρωπος.

Η θέωση της ανθρώπινης φύσης

Με το να ενωθεί η ανθρώπινη φύση με τη θεία στο πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού έλαβε τα δώρα και χαρίσματα της θείας φύσης, χωρίς βέβαια να βγει από τα όριά της και να παύσει να είναι ανθρώπινη. Έγινε και η ανθρώπινη φύση του Χριστού αγία, ευλογημένη, δοξασμένη, υψώθηκε όσο ήταν δυνατόν να υψωθεί, θεώθηκε χωρίς να μετατραπεί σε θεία. Έτσι αποδίδουμε στην «τεθεωμένην σάρκα» του Κυρίου λατρευτική προσκύνηση και την προσκυνούμε, όπως και τη θεία (4). Και την κοινωνούμε στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας με την ακράδαντη πεποίθηση, ότι κοινωνώντας αυτήν την «τεθεωμένην σάρκα» του Σωτήρος μας Χριστού θεωνόμαστε και εμείς, δεχόμενοι και εμείς τα δώρα και χαρίσματα της θέωσής της, αφού γινόμαστε «θείας κοινωνοί φύσεως» κατά τον απόστολο Πέτρο, «σύναιμοι καί σύσσωμοι καί Χριστοφόροι», αληθινά θεοφόροι. Συνέπεια, λοιπόν, της υποστατικής ένωσης των δύο φύσεων του Χριστού, της θείας και της ανθρώπινης, είναι και η θέωση της ανθρώπινης φύσης Χριστού, αλλά και της δικής μας φύσης.

Η αναμαρτησία του Χριστού

Είναι και αυτή επακόλουθο της υποστατικής ένωσης των δύο φύσεων του Χριστού. Η Αγία Γραφή ρητώς λέει· «Αμαρτία εν αυτώ (στο Χριστό δηλαδή) ουκ έστι» (Α’ Ιωάν. γ’ 5) και ο Χριστός «αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού» (Α’ Πέτρ. β’ 22) και ότι ο Κύριος ήταν «πεπειρασμένος (δοκιασμένος) κατά πάντα καθ’ ομοιότητα χωρίς αμαρτίας» (Εβρ. δ’ 15). Γι’ αυτό και ο Κύριος ρωτούσε τους Φαρισαίους· «τίς εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;» (Ιωάν. η’ 46). Αναμάρτητος λοιπόν ο Κύριος, όπως και προηγουμένως είπαμε· αναμάρτητος και άγιος. Πώς και γιατί; Διότι, ενώ σαν άνθρωπος μπορούσε να αμαρτήσει, επειδή όμως η ανθρώπινη φύση που πήρε, είχε ενωθεί με τη θεία, την αναμάρτητη και αγία, αυτή και συγκρατούσε την ανθρώπινη, ώστε να μην αμαρτήσει, αλλά και της μετέδιδε, όπως είπαμε, και τη δική της αναμαρτησία και αγιότητα, ώστε να μη θέλει και να μην μπορεί να αμαρτήσει (5). Λοιπόν, αναμάρτητος ο Κύριος, επειδή ήταν Θεός και άνθρωπος και η αναμαρτησία από τη θεότητά του μεταδιδόταν και στην ανθρωπότητά του.

Η Παρθένος Μαρία αληθής Θεοτόκος

Τα όσα είπαμε έως εδώ, ότι δηλαδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ήταν ο Υιός και Λόγος του Θεού, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, μας οδηγούν σε ένα άλλο θέμα και δόγμα πολύ σοβαρό και αυτό και άξιο μεγάλης προσοχής. Το δόγμα αυτό είναι το ότι η αγία Παρθένος Μαρία, η Παναγία μας, είναι αληθινά Θεοτόκος, διότι γέννησε και έφερε ως άνθρωπο στον κόσμο τον Θεό Λόγο. Το ότι η Παναγία είναι πραγματική Θεοτόκος το αρνήθηκε ο ασεβής αιρετικός Νεστόριος. Αυτός την ονόμαζε «Χριστοτόκον», ότι δηλαδή γέννησε απλώς τον άνθρωπο Χριστό και όχι τον Θεάνθρωπο Κύριο. Υπάρχουν όμως πάμπολλες μαρτυρίες που ανακηρύττουν την Παρθένο Μαρία αληθινή Θεοτόκο. Η Αγία Γραφή παρουσιάζει την Ελισάβετ, την μητέρα του Τιμίου Προδρόμου, να φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα και να ονομάζει την Παρθένο Μαρία μητέρα του Κυρίου της. «Πόθεν μοι τούτο, ίνα έλθη η μήτηρ του Κυρίου μου πρός με;» (Λουκ. α’ 43). Πώς να μου γίνει αυτή η μέγιστη τιμή να έλθει σε μένα η μητέρα του Κυρίου μου; Και στην προς Γαλάτας επιστολή του (δ’ 4) ο απόστολος Παύλος λέει, ότι ο Υιός του Θεού και Κύριος γεννήθηκε από γυναίκα· «εξαπέστειλεν ο Θεός τόν Υιόν αυτού γενόμενον εκ γυναικός». Επομένως και η γυναίκα που γέννησε τον Υιό του Θεού και Θεό Λόγο είναι και πρέπει να λέγεται Θεοτόκος. Η χάρη αυτή και ονομασία είναι η φυσική συνέπεια της ένωσης των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού. Οι Πατέρες το προσέχουν και τονίζουν πολύ την αλήθεια αυτή. Ο άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος λέει: «Ο Θεός ημών Ιησούς Χριστός εκυοφορήθη υπό Μαρίας κατ’ οικονομίαν Θεού, εκ σπέρματος μέν Δαβίδ (σαν άνθρωπος), Πνεύματος δέ Αγίου (σαν Θεός)» και γεννήθηκε «αληθώς εκ Παρθένου». Ο Άγιος Αλέξανδρος Αλεξανδρείας τονίζει, ότι «ο Κύριος ημών Ιησού Χριστός σώμα φορέσας ου δοκήσει (φόρεσε σώμα ανθρώπινο όχι φανταστικό, αλλά πραγματικό) εκ της Θεοτόκου Μαρίας, επί συντελεία των αιώνων εις αθέτησιν αμαρτίας επεδήμησε τω γένει των ανθρώπων». Ο Μ. Αθανάσιος συχνά ομιλεί περί «Παρθένου της Θεοτόκου», ο δε Γρηγόριος ο θεολόγος διακηρύττει, ότι «εί τις ου Θεοτόκον τήν αγίαν Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς εστι της θεότητος» (χωρισμένος και ξένος από το Θεό, όποιος δεν παραδέχεται Θεοτόκο την Παρθένο). Οι Αγίες Οικουμενικές Σύνοδοι, η Γ’, η Δ’, η Ε’ και η Στ’ διακηρύττουν Θεοτόκο την Παρθένο και αναθεματίζουν όλους εκείνους που διδάσκουν τα αντίθετα. Αναθεματίζεται καθένας, ο οποίος «ουχ ομολογεί Θεόν είναι κατά αλήθειαν τόν Εμμανουήλ καί διά τούτο Θεοτόκον τήν αγίαν Παρθένον· γεγέννηκε γάρ σαρκικώς σάρκα γεγονότα τόν εκ Θεού Λόγον». Δηλαδή έχει το ανάθεμα όποιος δεν παραδέχεται Θεό αληθινό τον Εμμανουήλ, το Χριστό δηλαδή, επομένως δεν ομολογεί Θεοτόκο και την Παναγία Παρθένο, από την οποία έλαβε σάρκα ο Θεός Λόγος και έγινε άνθρωπος, η Γ΄. Και η Δ΄: «Διά τήν ημετέραν σωτηρίαν εκ Μαρίας της Παρθένου της Θεοτόκου κατά τήν ανθρωπότητα γεννηθέντα». Η Ε’ αναθεματίζει εκείνον, ο οποίος διδάσκει ότι «καταχρηστικώς, αλλ’ ουκ αληθώς Θεοτόκον λέγει τήν αγίαν ένδοξον αειπάρθενον Μαρίαν… αλλά μή κυρίως καί κατά αλήθειαν Θεοτόκον αυτήν ομολογεί». Τέλος, στον όρο της ΣΤ’ Οικουμενικής επαναλαμβάνεται η διακήρυξη της γέννησης του Κυρίου «επ’ εσχάτων των ημερών δι’ ημάς καί διά τήν ημετέραν σωτηρίαν εκ Πνεύματος Αγίου καί Μαρίας της Παρθένου, της κυρίως καί κατά αλήθειαν Θεοτόκου». Και «ομολογούμεν τήν Αγίαν Παρθένον Θεοτόκον διά τό τόν Θεόν Λόγον σαρκωθήναι και ενανθρωπίσαι, καί εξ αυτής της συλλήψεως ενώσαι εαυτώ τόν εξ αυτής ληφθέντα ναόν». Παραδεχόμαστε και ομολογούμε την Αγία Παρθένο Θεοτόκο, διότι από αυτήν έλαβε σάρκα και γεννήθηκε σαν άνθρωπος ο Υιός του Θεού, και από αυτήν την στιγμή που συνελήφθη μέσα στην κοιλιά της αγίας Παρθένου ένωσε με τον εαυτό του ο Θεός Λόγος το ναό, δηλαδή το σώμα, που έλαβε από την Αειπάρθενο Κόρη (6).
*  *  *
Υποσημειώσεις
(1) Το ιερό τούτο δόγμα και μυστήριο το διατύπωσαν οι Γ’, Δ’ και Στ’ Οικουμενικές Σύνοδοι και έχουμε ασφαλή οδηγό στα άρθρα της Πίστης μας. Η εν Εφέσω Τρίτη αγία Οικουμενική Σύνοδος καλεί τον Ιησού Χριστό «Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον εκ ψυχής λογικής και σώματος… ομοούσιον τω Πατρί τον αυτόν κατά την θεότητα και ομοούσιον ημίν κατά την ανθρωπότητα». Η εν Χαλκηδόνι τέταρτη αγία Οικουμενική Σύνοδος θέσπισε να ομολογούμε «ένα και τον αυτόν Χριστόν, Υιόν, Κύριον, μονογενή, εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωριζόμενον, ουδαμού της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης διά την ένωσιν, σωζομένης δε μάλλον της ιδιότητος εκατέρας φύσεως και εις έν πρόσωπον και μίαν υπόστασιν συντρεχούσης». Ενώ έχει δύο φύσεις ο Χριστός, την θεία και την ανθρώπινη, και αυτές οι δύο είναι αχωρίστως και αδιαιρέτως ενωμένες, εντούτοις είναι ένα πρόσωπο και όχι δύο. Και η έκτη αγία Οικουμενική Σύνοδος συμπλήρωσε: «ομολογείν εν τω ενί και τω αυτώ Χριστώ (να παραδεχόμαστε και να ομολογούμε στον ένα και τον ίδιο Χριστό) δύο φύσεις και δύο φυσικές ενέργειες αδιαιρέτως, ατρέπτως, αμερίστως, ασυγχύτως· και δύο μεν φυσικά θελήματα ουχ υπεναντία, αλλ’ επόμενον το ανθρώπινον αυτού θέλημα, και μη αντιπίπτον ή αντιπαλαίον, μάλλον μεν ουν και υποτασσόμενον τω θείω αυτού και πανσθενεί θελήματι», όπως έγινε στη Γεθσημανή την νύκτα του πάθους, οπότε προσευχόμενος ο Κύριος έλεγε προς τον Πατέρα· «Πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο· πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ… γενηθήτω το θέλημά σου» (Ματθ. κστ’ 39, 42). Το ανθρώπινο θέλημα· «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο».  Το θείο θέλημα, ένα και το αυτό με το θέλημα του Πατρός· «πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ». Και άμεση υποταγή του ανθρώπινου θελήματος στο θείο· «γενηθήτω το θέλημά σου». Τέλειος Θεός, επομένως, ο θείος Λυτρωτής μας και τέλειος άνθρωπος-Θεάνθρωπος και ως Θεάνθρωπος αναμάρτητος (Εβρ. δ’ 15, θ’ 28).
(2) Αυτή την αποστομωτική ερώτηση του αγίου Αθανασίου μπορεί και πρέπει κάθε Ορθόδοξος Χριστιανός να κάνει σε όλους τους αιρετικούς, ιδιαιτέρως στους Χιλιαστές που αρνούνται τη θεότητα του Σωτήρα μας Χριστού και αποκαλούν τον Υιό του Θεού κτίσμα και πνεύμα και δούλο, αρχιδούλο Θεού. Δεν μας λέτε, δυσσεβείς Χιλιαστές, από πού πήρατε την ανίερη και βλάσφημη αυτή διδασκαλία σας; Εμείς οι Ορθόδοξοι την πίστη μας στη θεότητα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού την έχουμε από τους αγίους Αποστόλους και τις θεόπνευστες Γραφές τους. Την πήραμε από τους αγίους και θεοφόρους Πατέρες μας, που είναι μακρά και ατελείωτη σειρά και παράταξη από την αρχή έως σήμερα, και είναι πίστη γενική, καθολική, παγχριστιανική. Όλοι οι Χριστιανοί όλων των αιώνων και όλων των γενεών αυτή, τη δική μας πίστη πιστεύουν και ομολογούν. Εσείς την πλάνη και κακοδοξία σας, την φοβερή μανία που δείχνετε στο να πολεμάτε τη θεότητα του Κυρίου μας από πού την πήρατε; Από τον μεγαλέμπορο και πολυεκατομμυριούχο Ρώσσελ και από τα δολάρια που διέθεσε, για να διαδώσει την αντίχριστη πλάνη του; Δυστυχείς, η κρίση του Θεού σας περιμένει. Μετανοήστε για να σωθείτε.
(3) Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, για να τονίσει ότι, αν ο Υιός του Θεού γεν γινόταν άνθρωπος, ήταν αδύνατο να σωθεί ο άνθρωπος, λέει· «το απρόσληπτον και αθεράπευτον, ό δε ήνωται τω Θεώ, τούτο και σώζεται». Εκείνο που δεν προσλαμβάνεται από τον Θεό, δηλαδή η ανθρώπινη φύση, αυτό μένει και αθεράπευτο. Αντίθετα εκείνο που ενώνεται με το Θεό, το Θεό Λόγο, αυτό και σώζεται, αφού βρίσκεται πλέον ενωμένο με το Σωτήρα Θεό.
(4) Όπως λένε Πατέρες της Εκκλησίας (Μ. Αθανάσιος, ιερός Δαμασκηνός), «είς εστιν ο Χριστός, Θεός τέλειος καί άνθρωπος τέλειος· όν προσκυνούμεν σύν Πατρί καί Πνεύματι, μιά προσκυνήσει μετά της αχράντου σαρκός αυτού, ουκ απροσκύνητον τήν σάρκα λέγοντες· προσκυνείται γάρ εν τη μιά του Λόγου υποστάσει, ήτις αυτή υπόστασις γέγονεν».
(5) Αυτό τονίζουν και οι θεοφόροι Πατέρες. «Ει μή γάρ ήν ο Χριστός αυτός, ο ών Θεός Λόγος ουκ ηδύνατο είναι αναμάρτητος. Ουδείς γάρ αναμάρτητος ει μή είς ο Χριστός ως καί ο Πατήρ του Χριστού καί τό Άγιον Πνεύμα», λέει ο άγιος Διονύσιος ο Αλεξανδρείας. Εάν, δηλαδή, δεν ήταν ο Χριστός αυτός ο ίδιος Θεός Λόγος, δεν ήταν δυνατόν να είναι αναμάρτητος. Διότι κανείς δεν είναι αναμάρτητος παρά μόνο ο Χριστός, όπως και ο Πατέρας του Χριστού και το Άγιο Πνεύμα. «Ο Θεός Λόγος «ευδοκήσας εν σαρκί γενέσθαι εχαλιναγώγει τό σκεύος (δηλ. τη σάρκα)», λέει και ο άγιος Επιφάνιος, καίτοι δέ είχε δύο θελήσεις, η ανθρωπίνη θέλησις θεωθείσα διά της θεότητος υπετάσσετο κατά πάντα τή θεία». Όταν ο Υιός του Θεού και Θεός Λόγος θέλησε από αγαθότητα να γίνει και έγινε και άνθρωπος, έβαζε χαλινάρι στο σώμα και γενικώς την ανθρώπινη φύση. Μολονότι είχε δύο θελήσεις, μία θεία, σαν Θεός, και μία ανθρώπινη, σαν άνθρωπος, η ανθρώπινη θέληση, αφού θεώθηκε με το να έχει μέσα της την θεότητα, έκανε ό,τι έλεγε η θεία θέληση, έδειχνε σε όλα υποταγή σε αυτή. Διότι «έδει τό της σαρκός θέλημα κινηθήναι (όπως έγινε στη Γεθσημανή με το «Πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ εμού τό ποτήριον τούτο» του θανάτου), υποταγήναι δέ τώ θελήματι θεϊκώ», όπως πάλι εκεί έγινε ευθύς αμέσως με το «πλήν ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως σύ» (Ματθ. κστ’ 39). Αυτό το λέει ο Μέγας Αθανάσιος. Διότι έπρεπε το ανθρώπινο θέλημα να κινηθεί και να δείξει πως θέλει διαφορετικά από εκείνα που ζητεί το θεϊκό θέλημα, όπως έγινε στη Γεθσημανή, που το ανθρώπινο θέλημα δεν ήθελε το θάνατο και γι’ αυτό βγήκε από το στόμα του Χριστού το· Πατέρα μου, αν είναι δυνατόν, ας περάσει από εμένα το ποτήριο τούτο του θανάτου, ας φύγει και να μη το γευθώ, να μην πεθάνω. Έπρεπε να εκδηλωθεί και αυτό για να φανεί ότι ο Χριστός είναι και άνθρωπος. Και τότε να υποταγεί αυτό το ανθρώπινο θέλημα στο θεϊκό, όπως έγινε ευθύς αμέσως με αυτό που πρόσθεσε ο Χριστός· αλλά όχι όπως θέλω εγώ (αυτό ήταν το ανθρώπινο θέλημα), αλλ’ όπως θέλεις συ, να γίνει το δικό σου θέλημα (αυτό ήταν το θεϊκό θέλημα). Και προσθέτει η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος· «Η θέλησις θεότητος μόνης· επειδή καί η φύσις όλη του Λόγου εν επιδείξει μορφής της ανθρωπίνης και σαρκός της ορωμένης του δευτέρου Αδάμ (δηλ. του Χριστού) ουκ εν διαιρέσει προσώπων, αλλ’ εν υπάρξει θεότητος και ανθρωπότητος». Δηλαδή υπήρχαν στο Χριστό δύο φύσεις, η ανθρώπινη και η θεία, και γι’ αυτό και δύο θελήσεις. Αλλ’ επειδή δεν ήταν ο Κύριος και δύο πρόσωπα, για να κάνει χωριστά το καθένα το δικό του, αλλά ένα μόνο πρόσωπο, ο Θεός-Λόγος, και σε αυτό υπήρχαν οι δύο φύσεις, χωρίς να συγχέεται η μία με την άλλη, γι’ αυτό και η ανθρώπινη θέληση υποτασσόταν στη θεία και έκανε ό,τι έλεγε και όριζε η θεία θέληση. Σαν Θεός ευδοκούσε να γίνεται το καλό, αυτό που ήθελε ο Πατέρας. Και σαν άνθρωπος έκανε υπακοή στον Πατέρα και το θέλημά του. «Επειδή δέ μία του Χριστού η υπόστασις, καί είς ο Χριστός, ο θέλων κατ’ άμφω τας φύσεις· ως Θεός ευδοκών, καί ως άνθρωπος, υπήκοος γενόμενος» (Μέγας Αθανάσιος και Δαμασκηνός).
(6) Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας με πολλά επιχειρήματα αναπτύσσει το δόγμα αυτό και λέει. «Ει γάρ εστι Θεός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, πώς ου Θεοτόκος η τεκούσαν αγία Παρθένος;». Εάν είναι, όπως πιστεύουμε και ομολογούμε, Θεός ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, πώς δεν είναι Θεοτόκος η αγία Παρθένος που τον γέννησε; «Ταύτην ημών τήν πίστιν παρέδωσαν οι θεσπέσιοι μαθηταί, κάν ει μή της λέξεως πεποίηνται μνήμην (έστω και αν δεν χρησιμοποιούν τη λέξη αυτή, το Θεοτόκος δηλ.)… Αποδεδειγμένον γάρ ούτως ότι Θεός κατά φύσιν εστίν ο εκ της αγίας Παρθένου γεγενημένος, κατοκνήσειν οίμαι παντελώς ουδένα πρός γε το χρήναι και φράσαι, ότι Θεοτόκος αν λέγοιτο καί μάλα εικότως». Μια και θα παραδεχθεί κανείς ότι Θεός είναι εκείνος που γεννήθηκε από την αγία Παρθένο, δεν νομίζω πως θα δυσκολευθεί και να παραδεχθεί και να ονομάσει Θεοτόκο εκείνη που τον γέννησε. Φυσικότατο είναι αυτό να ομολογήσει (Κατά Νεστορίου 1, 3). Και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός· «όθεν δικαίως καί αληθώς Θεοτόκον τήν αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν· τούτο γάρ τό όνομα άπαν τό μυστήριον της οικονομίας συνίστησι. Ει γάρ Θεοτόκος η γεννήσασα, πάντως Θεός ο εξ αυτής γεννηθείς, πάντως δέ καί άνθρωπος. Πώς γάρ αν εκ γυναικός γεννηθείη Θεός, ο πρό αιώνων έχων τήν ύπαρξιν, ει μή άνθρωπος γέγονεν; Ο γάρ υιός ανθρώπου άνθρωπος δηλονότι. Ει δέ αυτός ο γεννηθείς εκ γυναικός Θεός εστιν, είς εστι δήλον ότι ο εκ Θεού Πατρός γεννηθείς κατά τήν θείαν καί άναρχον ουσίαν, καί επ’ εσχάτων των χρόνων εκ της Παρθένου τεχθείς κατά τήν ηργμένην καί υπό χρόνον ουσίαν, ήτοι τήν ανθρωπίνην. Τούτο δέ μίαν υπόστασιν, καί δύο φύσεις καί δύο γεννήσεις σημαίνει του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Επομένως, προσθέτει ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, δικαίως και αληθώς Θεοτόκον ονομάζομεν την αγίαν Μαρίαν. Μόνον αν πούμε Θεοτόκο την Παναγία, καταλαβαίνουμε το μυστήριο της θείας οικονομίας, το πώς δηλαδή ο Θεός έσωσε εμάς τους ανθρώπους. Διότι αν είναι Θεοτόκος εκείνη που γέννησε το Χριστό, τότε ασφαλώς είναι Θεός εκείνος που γεννήθηκε από αυτή, είναι όμως και άνθρωπος. Διότι πώς ήταν δυνατόν από γυναίκα να γεννηθεί ο Θεός, ο οποίος έχει την ύπαρξη από πριν από όλους τους αιώνες, αν δεν γινόταν και αληθινός άνθρωπος; Και να ξέρουμε πως αυτό που λέγεται τόσες φορές στα Ευαγγέλια, ότι ο Χριστός είναι «ο Υιός του ανθρώπου», αυτό θέλει να μας δηλώσει ότι ο Κύριος είναι και άνθρωπος. Αν αυτός που γεννήθηκε από γυναίκα είναι Θεός, ο ένας και ο ίδιος, είναι δηλαδή εκείνος που γεννήθηκε από το Θεό Πατέρα κατά τη θεία ουσία που δεν είχε ποτέ αρχή και γι’ αυτό λέγεται άναρχος, αυτός ο ίδιος τώρα τελευταία γεννήθηκε και από την Παρθένο Μαρία. Και έλαβε τότε που γεννήθηκε από την Παρθένο τη φύση που έχει αρχή, που δεν δηλαδή άναρχη όπως η θεία, αλλά παίρνει αρχή σε ορισμένο χρόνο. Και αυτή είναι η ανθρώπινη ουσία. Αυτά όμως όλα σημαίνουν ότι ο Κύριος είναι μία υπόσταση, εάν πρόσωπο που έχει δύο φύσεις και δύο γεννήσεις, την άναρχη από τον Πατέρα και εκείνη που έλαβε χώρα σε ορισμένο χρόνο από την Παρθένο Μαρία, την όντως Θεοτόκο.

«Υποστατική ένωση» στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και «αντίδοση ιδιωμάτων»Του Μητροπολίτου Γόρτυνος Ιερεμία



(Με αφορμή μία δογματική «διένεξη»
και μικρή συμβολή σ᾽ αυτήν)

1. Το σημερινό μας μάθημα, αγαπητοί μου νέοι και νεάνιδες της πνευματικής μας ομάδος, θα είναι δογματικό. Χωρίς να αναφέρω πρόσωπα και πράγματα, θα λάβω αφορμή από μία τελευταία δογματική «διένεξη» μεταξύ θεολογούντων προσώπων, για να προσφέρω σε σας με απλότητα ένα μάθημα αναφερόμενο στο πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, γύρω από το Οποίο ήταν η «διένεξη» αυτή, όπως την είπα. Θα έλεγα ότι είναι καλό να υπάρχουν τέτοιες έντονες συζητήσεις, γιατί αυτό σημαίνει θεολογική ευαισθησία, σημαίνει θεολογικό ενδιαφέρον και έτσι δημιουργούνται τελικά και στους αδιαφόρους θεολογικά ενδιαφέροντα.


Επιθυμώ, φίλοι μου, να αγαπάτε τα θεολογικά μαθήματα και ο γενικός σκοπός των μαθημάτων μας εδώ είναι να γνωρίσετε την ορθόδοξη θεολογία. Τα δογματικά θέματα είναι πολύ σοβαρά, γιατί εκφράζουν την πίστη μας. Καί πρέπει να προσέχουμε, πολύ πρέπει να προσέχουμε στην διατύπωση των αληθειών της πίστης μας, γιατί μία εσφαλμένη διατύπωση ερμηνεύεται από τον άλλο ως αίρεση.

2. Το δογματικό θέμα, το οποίο θα μελετήσουμε σήμερα με αφορμή μια φραστική διαφωνία κάποιων θεολογούντων προσώπων, είναι γύρω από το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Γιά τον Ιησού Χριστό μας, αγαπητοί μου φίλοι, πιστεύουμε ότι είναι Υιός του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Είναι θείο πρόσωπο με θεία φύση. Ακόμη πιστεύουμε ότι ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος. Έλαβε και ανθρώπινη φύση. Το θείο Του πρόσωπο δηλαδή ή η υπόστασή Του – όπως το λέμε διαφορετικά το πρόσωπο –, μαζί με την θεία φύση που είχε ως Θεός, έλαβε και άνθρώπινη φύση. Δύο φύσεις, λοιπόν, η θεία και η ανθρώπινη φύση, ενώθηκαν στο ένα πρόσωπο, στην μία υπόσταση, του Υιού του Θεού. Αυτό είναι ένα μεγάλο θαύμα. Θαύμα, κατά πρώτον, είναι το ότι η άφθαρτη και αθάνατη θεία φύση ενώθηκε με την φθαρτή και θνητή ανθρώπινη φύση.

Αυτό ο Πλάτων δεν το δεχόταν, γιατί το είχε πεί και το είχε γράψει ότι «Θεός ανθρώπω ου μίγνυται» (Συμπόσιον, 202ε-203α). Καί είναι έπειτα μεγάλο θαύμα η ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, γιατί κάθε φύση προϋποθέτει και ένα πρόσωπο. Αφού λοιπόν στην περίπτωση του Ιησού Χριστού έχουμε δύο φύσεις, έπρεπε λογικά να έχουμε και δύο πρόσωπα. Όχι! Ένα το πρόσωπο του Ιησού Χριστού με δύο φύσεις. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «διπλούς την φύσιν, αλλ᾽ ου την υπόστασιν», όπως ψάλλει η Εκκλησία μας. Αυτό το θαύμα, αγαπητοί μου νέοι, έγινε στην Κοιλία της Θεοτόκου. Γι᾽ αυτό και ένας πατέρας της Εκκλησίας μας, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας νομίζω, την Κοιλία της Παναγίας μας την ονομάζει «εργαστήριον ενώσεως των δύο φύσεων», της θείας και ανθρώπινης φύσης! Το ξαναλέγω: Το να ενωθούν δύο φύσεις σε ένα μόνο πρόσωπο, αυτό είναι ένα μεγάλο θαύμα και αυτό το θαύμα έγινε ΜΟΝΟ στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού!

3. Παρακαλώ, αγαπητοί μου φίλοι, σκεφθείτε το καλά αυτό και νοήσατέ το, γιατί είναι δόγμα της πίστης μας: Στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού που σαρκώθηκε στην Παναγία μας, είναι ενωμένες δύο φύσεις, η θεία και η ανθρώπινη. Οι δύο αυτές φύσεις ενώθηκαν στον Ιησού Χριστό «υποστατικώς», γιατί είπαμε ότι το πρόσωπο λέγεται και υπόσταση. Καί οι δύο φύσεις στο πρόσωπο του Χριστού είναι «αχωρίστως ηνωμέναι», όπως το λέγει η Δ´ Οικουμενική Σύνοδος. Δηλαδή: Άπαξ και ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού δεν χωρίστηκαν έπειτα ποτέ και θα μένουν έτσι ενωμένες εις τον αιώνα. Όπως ο Χριστός αναστήθηκε με την σάρκα Του και αναλήφθηκε στους ουρανούς με την σάρκα Του, έτσι με την σάρκα Του πάλι θα έρθει να κρίνει ζώντας και νεκρούς (Ματθ. 25,31).

Αυτό σημαίνει το «αχωρίστως ηνωμέναι» περί των δύο φύσεων του Χριστού της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου. Η ενότητα αυτή των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού, δεν καταργήθηκε ούτε με τον θάνατό Του. Με τον θάνατο του Ιησού Χριστού στον Γολγοθά χωρίστηκε η ψυχή του Χριστού από το σώμα Του. Αυτό σημαίνει θάνατος, ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα.

Αλλά ενώ χωρίστηκε η ψυχή του Χριστού από το σώμα Του με τον θάνατό Του, δεν χωρίστηκε όμως η θεότητά Του ούτε από την ψυχή Του ούτε από το σώμά Του. Το σώμα του Χριστού ενωμένο με την θεότητά Του ήταν στον τάφο και η ψυχή του Χριστού, ενωμένη πάλι με την θεότητά Του, κατέβηκε στον Άδη. Αυτήν την στενή ενότητα των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός την ονομάζει «περιχώρησιν». Καί όπως πρέπει να νοήσουμε καλά την περιχώρηση των προσώπων της Αγίας Τριάδος για να αποκρούουμε τις αντιτριαδικές αιρέσεις, έτσι πρέπει να νοήσωμε καλά και την περιχώρηση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού για την αναίρεση των κακοδοξιών περί του Χριστού. Το δόγμα της ενώσεως των δύο φύσεων στον Ιησού Χριστό είναι σωτηριώδες για μας θέμα, γι᾽ αυτό και πρέπει να προσέχουμε γενικά όλα τα δόγματα, γιατί μας χαράσσουν την οδό της σωτηρίας μας. Γιατί όπως ο Χριστός με την υποστατική Του ένωση έχει την ανθρώπινη βούλησή Του ενωμένη τελείως με την θεία, έτσι και ημείς, με την Χάρη του Θεού, πρέπει να ενώσουμε το θέλημά μας πολύ στενά με το θείο θέλημα και να εμμένουμε πάντα στην ένωση αυτή (βλ. Ρωμ. 8,29).

Καί ένα άλλο ακόμη πρέπει να σας πω, φίλοι μου, σχετικά με τις δύο φύσεις του Χριστού, την θεία και την ανθρώπινη: Είναι και οι δύο τέλειες. Είναι ακέραιες και πλήρεις. Η θεία φύση δηλαδή του Υιού του Θεού με την ένωσή της με την ανθρώπινη φύση έμεινε αναλλοίωτη. Ούτε μειώθηκε ούτε τελειώθηκε προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση. Μόνο η ανθρώπινη φύση τελειώθηκε με την υποστατική της ένωση με την θεία φύση. Αφού λοιπόν και μετά την ένωσή τους στο πρόσωπο του Χριστού οι δύο φύσεις είναι τέλειες, ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, όμοιος κατά πάντα με ημάς, πλην της αμαρτίας. Γι᾽ αυτό και λέγεται Θεάνθρωπος.

4. Καί τώρα ερχόμαστε στο τελευταίο σημείο, το οποίο δίνει καθαρή απάντηση στην «διένεξη», όπως την είπα, κάποιων θεολογούντων και η οποία έδωσε αφορμή σε μας για το σημερινό μας μάθημα. Παρακαλώ προσέξτε: Επειδή οι δύο φύσεις του Ιησού Χριστού, η θεία και η ανθρώπινη, είναι τόσο στενά συνδεδεμένες, όπως είπαμε· ή, επειδή και οι δύο φύσεις του Ιησού Χριστού είναι ενωμένες στο ίδιο πρόσωπο («υποστατική ένωση»), ή, πιο σύντομα και απλούστερα, επειδή το ίδιο πρόσωπο είναι ο φορεύς και των δύο φύσεων, ως επακόλουθο και συνέπεια αυτού έχουμε την «αντίδοση» ή την «κοινοποίηση» των ιδιωμάτων. Αυτό σημαίνει ότι στον Ιησού Χριστό, ως εις Θεό, αποδίδονται ιδιώματα (χαρακτηριστικά) της ανθρώπινης φύσης και στον Ιησού Χριστό ως εις άνθρωπο αποδίδονται ιδιώματα (χαρακτηριστικά) της θείας φύσης. Έτσι, μπορούμε να πούμε για τον Υιόν του Θεού, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, ότι είναι «παιδίον προαιώνιον» και «άνθρωπος άναρχος», όχι γιατί ως παιδίον είναι προαιώνιον και ως άνθρωπος είναι άναρχος, αλλά επειδή όντας Θεός προαιώνιος και άναρχος, έγινε με την σάρκωσή του παιδίον (βλ. Μ. Αθανασίου, 26,1116). Όταν ονομάζουμε τον Ιησού Χριστό «Υιόν του Θεού» και «Θεόν», λόγω της θεία Του φύσεως, τον ονομάζουμε επίσης και με ιδιώματα της ανθρώπινης φύσης Του, λέγοντάς Τον «Κύριον της δόξης εσταυρωμένον» (Α´ Κορ. 2,8).
Κατά τα παραπάνω, λόγω της περιχωρήσεως των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, μπορούμε να πούμε, για παράδειγμα, ότι έπαθε ο Θεός. Να πούμε την φράση ότι ο Ιησούς Χριστός έγινε για την σωτηρία μας «Θεός παθητός» (βλ. και Πραξ. 26,23).

Εννοείται βεβαίως ότι έπαθε η ανθρώπινη φύση Του, διότι η θεία Του φύση είναι απαθής. Όμως «πως μπορεί να διανοηθεί κανείς ότι οι σταυρωτές μπόρεσαν και συνέλαβαν το δημιουργό του κόσμου και τον κρέμασαν στο σταυρό; Σίγουρα κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Ωστόσο εξαιτίας της υποστατικής ένωσης των δύο φύσεων και της ταυτότητας της μιάς υπόστασης έχει γίνει πραγματικότητα. Ο Χριστός ο σαρκωμένος Λόγος είναι εκείνος που κρεμάστηκε πάνω στον σταυρό και έπαθε κατά την ανθρωπότητα. Ούτε η θεότητα έπαθε (γιατί είναι απαθής) ούτε η ανθρωπότητα μόνη (γιατί είναι ενωμένη υποστατικά με την θεότητα του Λόγου), αλλά έπαθε ο Ίδιος ο Λόγος, «ο εν ύδασι την γην κρεμάσας» κατά την ανθρωπότητα, δηλαδή σαρκί, βλ. Α´ Πετρ. 3,18 (Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολικά θεολογία Β´, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 277.278).

5. Στο χριστολογικό δόγμα περί της αντιδόσεως των ιδιωμάτων, όπως το είπαμε παραπάνω, πρέπει να προσέχουμε να μην λέγουμε ότι αναφέρονται ιδιώματα της μιάς φύσεως στην άλλη φύση, αλλά αυτά αναφέρονται στο κοινό πρόσωπο των δύο φύσεων, στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού. «Αφού ο Χριστός είναι αληθής Θεός και αληθής άνθρωπος δυνάμεθα να ονομάζωμεν το πρόσωπον αυτού με τα ονόματα εκάστης φύσεως· π.χ. ένθεν μεν Λόγος, Θεάνθρωπος, Μονογενής Υιός του Θεού, κ.λ.π., ένθεν δε Ιησούς ο από Ναζαρέτ, υιός Δαυίδ κ.λπ., όπως επίσης να αποδίδωμεν εις το κατά την θείαν φύσιν ονομασθέν πρόσωπον ανθρώπινα ιδιώματα και τανάπαλιν εις το κατά την ανθρωπίνην φύσιν ονομασθέν πρόσωπον του Χριστού θεία ιδιώματα» (Καρμίρης, Δογματική [Κατά τις πανεπιστημικές παραδόσεις του], Αθήναι 1995, σελ. 242).
Στα ανωτέρω προσθέτω μία ωραία και σημαντική περικοπή του μεγάλου δογματολόγου της Εκκλησίας μας, του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνός: Λέγει ο άγιος πατέρας: «Θεότητα μεν ούν λέγοντες, ου κατονομάζομεν αυτής τα της ανθρωπότητος ιδιώματα. Ου γαρ φαμέν θεότητα παθητήν ή κτιστήν· ούτε δε της σαρκός, ήτοι της ανθρωπότητος κατηγορούμεν τα της θεότητος ιδιώματα· ου γαρ φαμέν σάρκα, ήτοι ανθρωπότητα άκτιστον. Επί σε της υποστάσεως, καν εκ του συναμφοτέρου, καν εξ ενός των μερών ταύτην ονομάσωμεν, αμφοτέρων των φύσεων τα ιδιώματα αυτή επιτίθεμεν. Καί γαρ ο Χριστός, όπερ εστί το συναμφότερον, και Θεός και άνθρωπος λέγεται και κτιστός και άκτιστος και παθητός και απαθής. Καί όταν εξ ενός των μερών Υιός το του Θεού και Θεός ονομάζηται, δέχεται τα της συνυφεστηκυίας φύσεως ιδιώματα, ήτοι της σαρκός, Θεός παθητός ονομαζόμενος και Κύριος της δόξης εσταυρωμένος» (Έκδοσις ακρβής της Ορθοδόξου πίστεως, Βιβλ. ΙΙΙ, κεφ. Δ´, 997).

6. Τελείωσα, αγαπητοί μου φίλοι, και ευχαριστώ που με ακούσατε. Την καλή ομολογία στο πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού εσείς να την κάνετε λέγοντας προς Αυτόν κάθε μέρα την πεντάλογο προσευχή: ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΕ ΜΕ. Λέγοντας τον Ιησού Χριστό «Κύριο» τον ομολογείτε Θεό. Λέγοντάς τον έπειτα «Ιησού» τον ομολογείτε άνθρωπο. Ο Υιός του Θεού σαρκώθηκε, έγινε άνθρωπος και έλαβε το όνομα «Ιησούς». Αλλά ενώ ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος δεν έπαυσε να είναι Θεός. Είναι Θεάνθρωπος. Αυτό το εκφράζει η ονομασία «Χριστός». Πραγματικά, η πεντάλογος αυτή προσευχή, που μας έρχεται από την εποχή των Αποστόλων, είναι μία σύντομη και δυνατή ομολογία πίστεως.

Γιά πλουτισμό ορθοδόξου θεολογίας συνιστώ σε όλους σας και ιδιαίτερα στους φοιτητές της θεολογίας, να διαβάσετε το τρίτομο έργο της Δογματικής του λαμπρού μακαριστού Καθηγητού και μεγάλου Ιεροκήρυκος Παναγιώτου Τρεμπέλα, καταγομένου από ᾽μας (από την Στεμνίτσα Γορτυνίας).

Σας εύχομαι να είστε Παναγιοσκέπαστοι