Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Οι συνέπειες της αλλοτρίωσης

Οι συνέπειες της αλλοτρίωσης


Η «αλλοτρίωση» είναι μία απαξία της σύγχρονης ζωής. Πρόκειται για τη διαδικασία της αποδιοργάνωσης του ατόμου και της κοινωνίας που παρατηρείται στην εποχή μας. Η αλλοτρίωση στον άνθρωπο εκδηλώνεται σαν αποξένωση και απομόνωση από τους άλλους. Η μοναξιά είναι μόνιμος σύντροφος πολλών ανθρώπων. Η μοναξιά και η αλλοτρίωση οδηγεί στην ανία και την πλήξη, ενώ ο σύγχρονος τρόπος ζωής προκαλεί το άγχος και την αγωνία.

Η αλλοτρίωση στην κοινωνία εκδηλώνεται σαν αποδιοργάνωση των λειτουργιών και των θεσμών. Η οικογένεια λ.χ. σήμερα διέρχεται κρίση. Η παιδεία δεν προσανατολίζει το νέο άνθρωπο. Οι κοινωνικές ομάδες δεν πλαισιώνουν δημιουργικά τα μέλη τους. Ακόμη και η θρησκευτική λειτουργία παρουσιάζει αρρυθμία και στατικότητα. Η έσχατη εκδήλωση της κοινωνικής αποδιοργάνωσης είναι η βία και η εγκληματικότητα.

Η αποπροσωποποίηση του ανθρώπου, η κρίση των κοινωνικών δεσμών, η βία και η εγκληματικότητα, η έκλυση των ηθών, η αδίστακτη μεταχείριση των ασθενέστερων ομάδων, όλα αυτά συνθέτουν τον μαυροπίνακα της σύγχρονης αλλοτρίωσης.

Το τραγικό αυτό σημείο της εποχής μας είναι η συνέπεια της αλλοτρίωσης του ανθρώπου από τον Θεό. Ο σύγχρονος άνθρωπος εζήτησε την ευτυχία του μακριά από τον Θεό και αντί της ευτυχίας βρήκε την αλλοτρίωση και τη μοναξιά. Να μπορούσε τουλάχιστον να συναισθανθεί την πλάνη του θα ήταν σωτήριο. Όταν ο άσωτος υιός ένοιωσε την πλάνη του, βρήκε τον τρόπο και τη δύναμη να υπερνικήσει τη μοναξιά του επιστρέφοντας στο πατρικό σπίτι. Ο σύγχρονος άνθρωπος πρέπει να συνειδητοποιήσει την αποστασία του από τον Θεό, τότε θα απαλλαγεί από τα πολλά δεινά του και θα ξεπεράσει την αλλοτρίωση και τη μοναξιά του.

π.γ.στ.

Η νηστεία των Αγίων Αποστόλων



Η νηστεία των Αγίων Αποστόλων (Πέτρου και Παύλου) δεν έχει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, καθώς η έναρξή της εξαρτάται από την κινητή εορτή του Πάσχα. Αρχίζει από τη Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων και λήγει στις 28 Ιουνίου, δηλ. την παραμονή της εορτής των Αγ. Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Κατά την περίοδο αυτή νηστεύουμε από το κρέας και τα γαλακτοκομικά, το ψάρι επιτρέπεται κάθε μέρα εκτός από Τετάρτη και Παρασκευή.

Αναφέρουν για την αξία και τη σημασία της νηστείας:

1) ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός:

« Πρέπει και ημείς, αδελφοί μου, οι ευσεβείς χριστιανοί, να νηστεύωμεν πάντοτε, μα περισσότερον την Τετράδη, διατί επουλήθηκε ο Κύριος και την Παρασκευή διατί εσταυρώθη. Ομοίως έχομε χρέος να νηστεύωμεν και τες άλλες Τεσσαρακοστές, καθώς εφώτισε το Άγιον Πνεύμα τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας μας και μας έγραψαν δια να νηστεύωμεν, να νεκρώνωμεν τα πάθη, να ταπεινώνωμεν τη σάρκα, το σώμα.»

2) ο Άγιος Βασίλειος :

« MΗΝ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙΣ όμως το καλό της νηστείας μόνο στην αποχή από το φαγητό. Γιατί πραγματική νηστεία είναι μόνο να μην κάνεις τίποτε άδικο. "ΝΑ Λύνεις κάθε δεσμό αδικίας". Συγχώρησε τον πλησίον σου για το κακό που σού έκανε και ξέχασε αυτά πού σού χρωστάει» .

«Η νηστεία σας να είναι καθαρή απο δικαστικές πράξεις και προστριβές." Κρέας δέν τρως, αλλά κατασπαράζεις τον αδελφό σου. Νηστεύεις το κρασί, αλλα είσαι σπάταλος στις αδικίες. Περιμένεις να έρθει το βράδυ για να φάς αλλά ξοδεύεις ολη την ημέρα σου στα δικαστήρια. " Αλοίμονο σε κείνους που δεν μεθάνε απο κρασί ,αλλα απο τις αδικίες.»

Επιμέλεια: Μιχάλης Σπύρου, Θεολόγος 

Αναδημοσίευση από: Εκκλησία της Κύπρου

Ομολογία πίστεως “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”


ΚΥΡΙΑΚΗ 27 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014 – ΤΟΥ ΘΩΜΑΚλεισμένοι στο υπερώο των Ιεροσολύμων ήταν οι δέκα μαθητές, αλλά απουσίαζε ο Θωμάς. Και αυτό γιατί τους διακατείχε μεγάλος φόβος μετά από τα όσα έζησαν κατά τη διάρκεια του Πάθους του Διδασκάλου τους. Ιδιαίτερα μετά το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως, ο κίνδυνος καταδίωξής τους ήταν ιδιαίτερα έντονος.
Έτσι εξηγείται γιατί το βράδυ της Αναστάσεως οι μαθητές ήταν τρομοκρατημένοι και βρίσκονταν σε αμηχανία για το τί έπρεπε να πράξουν. Ξαφνικά όμως και χωρίς να ανοίξει η πόρτα του υπερώου εμφανίσθηκε ο Αναστάς Κύριος και είπε: “Ειρήνη υμίν”. Βέβαια δεν εμφανίσθηκε με το φθαρτό ανθρώπινο σώμα, αλλά με το νέο, το αφθαρτοποιημένο. Η εμφάνιση αυτή συνδέεται πιο πολύ με την ανάγκη να τους ενημερώσει και να τους διαβεβαιώσει ότι το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, στο οποίο είχαν κληθεί να γίνουν συνεργοί και αυθεντικοί μάρτυρες, θα συνεχιζόταν. Για να τους στηρίξει λοιπόν στην πίστη και να μην τους αφήσει περιθώρια αμφιβολιών, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά Του προκειμένου να δουν τα σημάδια των πληγών Του που άφησε στο σώμα Του η Σταύρωση.
Παρών και ο Θωμάς

Άγ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ:Λόγος απολογητικός προς εκείνους που κατηγορούν τις άγιες εικόνες




Άγ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ:Λόγος απολογητικός προς εκείνους που κατηγορούν τις άγιες εικόνες

ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ 
ΠΡΟΣ ΕΚΕΙΝΟΥΣ
ΠΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Α'

  Θα έπρεπε βέβαια εμείς, συναισθανόμενοι πάντοτε την αναξιότητά μας, να σιωπούμε και να εξομολογούμαστε στο Θεό τις αμαρτίες μας,
αλλά όταν όλα στον καιρό τους είναι καλά, επει­δή όμως βλέπω την Εκκλησία, την οποία ο Θεός έκτισε επάνω στο θεμέλιο των αποστόλων και των προφητών με ακρογωνιαίο λίθο το Χριστό τον Υιό του, να βάλλεται, σαν σε θαλάσσια φουρτούνα που υψώνεται με αλλεπάλληλα κύματα, και να ανα­κατώνεται και να αναταράσσεται από τη βίαιη πνοή των πονη­ρών πνευμάτων, και το χιτώνα του Χριστού, τον υφασμένο με τη χάρη του Θεού, αυτόν που οι απόγονοι των ασεβών θέλουν με αυθάδεια να κομματιάσουν, τον βλέπω να σχίζεται, και το σώμα του, δηλαδή τον λαό του Θεού και τη θεοπαράδοτη από παλιά διδασκαλία της Εκκλησίας να κατακερματίζεται σε διά­φορες δοξασίες, γι' αυτό θεώρησα πως δεν είναι σωστό να σιω­πώ και να δέσω τη γλώσσα μου, φέροντας στη σκέψη μου την απόφαση που απειλεί λέγοντας· αν υποχωρήσεις, δεν θα έχεις την επιδοκιμασία μου1, και αν δεις το φονικό μαχαίρι να πλησιάζει και δεν ειδοποιήσεις τον αδελφό σου, θα ζητήσω το αίμα του από σένα2. Επειδή λοιπόν με τάρασσε αφόρητος φό­βος, αποφάσισα να μιλήσω, χωρίς να υπολογίσω μπροστά στην αλήθεια το μεγαλείο των βασιλέων γιατί άκουσα τον θεοπάτορα Δαβίδ να λέει, μιλούσα μπροστά σε βασιλείς και δεν ντρεπόμουνα3, και μάλιστα κεντριζόμουνα από αυτό ακόμα πιο πολύ να μιλήσω. Γιατί είναι φοβερό πράγμα ο λόγος του βασι­λιά που καταδυναστεύει τους υπηκόους, και είναι ανέκαθεν λί­γοι εκείνοι που περιφρόνησαν τα βασιλικά διατάγματα, όσοι δηλαδή γνωρίζουν ότι ο επίγειος βασιλιάς εξουσιάζεται από το Θεό και ότι οι νόμοι είναι ισχυρότεροι των βασιλέων.
2 Πριν από όλα, αφού στερέωσα στο λογισμό, σαν σε κάποια καρίνα ή θεμέλιο, τη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής παραδό­σεως, με την οποία είναι φυσικό να εξασφαλίζεται η σωτηρία, άνοιξα τη βαλβίδα του λόγου και σαν άλογο καλά χαλιναγωγη­μένο το παρακίνησα να ξεκινήσει από την αφετηρία. Γιατί πραγματικά νόμισα πως είναι πάρα πολύ φοβερό η Εκκλησία που λάμπει με τόσα προτερήματα και είναι στολισμένη με τις θεοδίδακτες παραδόσεις των ευσεβέστατων πατέρων να επι­στρέφει στα φτωχά πράγματα, επειδή φοβάται εκεί που δεν υπάρχει φόβος, και, σαν να μη έχει γνωρίσει τον αληθινό Θεό, να παίρνει τον κατήφορο της ειδωλολατρίας και να εγκαταλεί­πει την τελειότητα για ασήμαντες αφορμές, σαν να έχει ένα μι­κρό ψεγάδι σ' ένα ωραιότατο πρόσωπο που με την αδιόρατη παρεμβολή του καταστρέφει το σύνολο της ομορφιάς. Γιατί το μικρό δεν είναι μικρό, όταν προξενεί μεγάλο κακό, όπως δεν εί­ναι μικρό ψεγάδι το να ανατραπεί η θεοδίδακτη παράδοση της Εκκλησίας, πράγμα που καταδίκασαν οι προηγούμενοι οδηγοί μας, των οποίων είναι χρέος μας, αφού εξετάσουμε καλά την πολιτεία τους, να μιμούμαστε την πίστη τους4.
3 Παρακαλώ λοιπόν θερμά πρώτα τον παντοκράτορα Κύριο, μπροστά στον οποίο όλα είναι γυμνά και ολοφάνερα, προς τον οποίο απευθύνεται ο λόγος μου και ο οποίος γνωρίζει στην πε­ρίπτωση αυτή την καθαρότητα της ταπεινής μου γνώμης και την ειλικρίνεια του σκοπού μου, να μου δώσει λόγο με το άνοιγμα του στόματός μου, και αφού πάρει στα χέρια του τα χα­λινάρια του νου μου να τον αποσπάσει προς τον εαυτό του, για να τραβήξω το δρόμο μπροστά και ίσια, χωρίς να παρεκκλίνω προς εκείνα που νομίζονται καλά ή όσα είναι γνωστά ως ολότε­λα εσφαλμένα. Έπειτα παρακαλώ όλο το λαό του Θεού, το έθνος το άγιο, το βασίλειο ιεράτευμα, μαζί με τον καλό ποιμένα του λογικού ποιμνίου του Χριστού, ο οποίος απεικονίζει στον εαυτό του την ιεραρχία του Χριστού, να δεχθούν με αγαθή διά­θεση το λόγο μου, χωρίς να δίνουν σημασία στην ελάχιστη αξία του, ή να αναζητούν ευστροφία λόγων, γιατί σ' αυτά δεν είμαι ειδήμων ο φτωχός εγώ, αλλά να ζητούν τη δύναμη των νοημάτων (γιατί η βασιλεία των ουρανών δεν είναι θέμα λό­γων, αλλά δυνάμεως5)· άλλωστε σκοπός μου δεν είναι να νική­σω, αλλά να απλώσω χέρι στην αλήθεια που πολεμείται, χέρι δυνάμεως που το απλώνει η αγαθή διάθεση. Αφού λοιπόν επι­καλέσθηκα ως βοηθόν την ενυπόστατη αλήθεια, θα αρχίσω από εδώ το λόγο μου.
Γνωρίζω εκείνον που αδιάψευστα είπε ο Κύριος ο Θεός είναι ένας Κύριος6, και τον Κύριο το Θεό σου θα προσκυνάς και μόνο αυτόν θα λατρεύεις7, και δε θα υπάρχουν για σένα άλλοι θεοί8, και δε θα κατασκευάσεις κανένα γλυπτό ομοίω­μα, από όσα υπάρχουν επάνω στον ουρανό και κάτω στη γή9, και να είναι ντροπιασμένοι όλοι όσοι προσκυνούν τα αγάλμα­τα10 και να εξαφανισθούν οι θεοί, που δεν δημιούργησαν τον ουρανό και τη γή11 και όλα όσα κατά τον ίδιο τρόπο τα παλιά χρόνια είπε ο Θεός στους πατέρες και στους προφήτες και στις τελευταίες μέρες είπε σε μας με το μονογενή του Υιό, με τον οποίο δημιούργησε και το σύμπαν12. Γνωρίζω εκείνον που είπε˙ αυτή είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν εσένα, τον μόνο αληθινό Θεό και τον Ιησού Χριστό που έστειλες13. Πιστεύω σε ένα Θεό, μια αρχή των όλων, άναρχο, άκτιστο, άφθαρτο και αθάνατο, αιώνιο και αΐδιο, ακατάληπτο, ασώματο, αόρατο, απε­ρίγραπτο, ασχημάτιστο, μια ουσία υπερούσια, υπέρθεη θεότη­τα, σε τρεις υποστάσεις, σε Πατέρα και Υιό και άγιο Πνεύμα, και αυτόν μόνο λατρεύω και σ αυτόν μόνο προσφέρω τη λα­τρευτική προσκύνηση. Ένα Θεό προσκυνώ, μια θεότητα, αλλά λατρεύω και τρεις υποστάσεις, Θεό Πατέρα και Θεό Υιό σαρκωμένο και Θεό άγιο Πνεύμα, ένα Θεό.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

«Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών»; Ψυχολογικό ή οντολογικό αίτημα;

«Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών»; Ψυχολογικό ή οντολογικό αίτημα;

«Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών»; Ψυχολογικό ή οντολογικό αίτημα;
1. Εισαγωγή
Διατρέχοντας την ιστορική πορεία της Χριστιανοσύνης, είναι φυσικό ο μελετητής των αντιθέσεων και των αντιπαραθέσεων μεταξύ της Εκκλησίας και του κόσμου να σταθεί με περισσή προσοχή στον περίφημο λόγο του Αποστόλου των εθνών στην Πνύκα,
Οι Αθηναίοι ακροατές γοητεύτηκαν από το πρωτόγνωρο μήνυμα του Ευαγγελίου, μέχρι που έγινε αναφορά στην ανάσταση του Χριστού, «ακούσαντες δε ανάστασιν νεκρών οι μεν εχλευαζον, οι δε είπον ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου».
Σήμερα, είκοσι αιώνες μετά, δεν φαίνεται να έχουμε υπερβεί την αρχική δυσκολία συνάντησης της Θείας Αποκάλυψης και του ανθρώπινου πνεύματος, όπως ανάγλυφα διαγράφεται κατά την πρώτη τους επαφή στην Αθήνα. Μια από τις βασικότερες αντιρρήσεις, που εγείρει η ανθρώπινη σκέψη εναντίον της θρησκείας, σχετίζεται με την προβληματική του θανάτου και θα μπορούσαμε να τη συνοψίσουμε στην εξής αφοριστική διατύπωση: Η θρησκεία αποτελεί ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα, το όποιο οικοδομείται πάνω στον ανθρώπινο φόβο απέναντι στο θάνατο και στηρίζεται στη δημιουργία επανορθωτικών αλλά απατηλών παραδείσων.
Το ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε, όπως ήδη διατυπώθηκε στον τίτλο αυτής της εργασίας, είναι τώρα σαφές: Μήπως η χριστιανική πεποίθηση περί προσδοκώμενης αναστάσεως των νεκρών είναι ένα ανθρώπινο επινόημα, με σκοπό την ανακούφιση του υπαρξιακού άγχους μπροστά στο αναπότρεπτο του θανάτου, ή μήπως αποτελεί αλήθεια, της οποίας οι οντολογικές διαστάσεις υπερβαίνουν κάθε είδους χρησιμοθηρία, ακόμα και αν αυτή είναι ασυνείδητη ή φαινομενικά απαραίτητη, έστω και ως ψευδαίσθηση;
Είναι πραγματικά ο φόβος του θανάτου ικανό και αναγκαίο συστατικό για τη θεμελίωση της θρησκείας; Και ακόμη: η χριστιανική διδασκαλία εμπεριέχει στοιχεία που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την υποτιθέμενη ορθολογική απομυθοποίηση του θρησκευτικού φαινομένου;
2. Ό φόβος τον θανάτου ως αίτιο της πίστης
Ο αιώνας που ζούμε χαρακτηρίζεται από την καταναγκαστική προσπάθεια να δικαιώσει τις φιλοδοξίες του 19ου αιώνα, δηλαδή να ανακαλύψει και να τεκμηριώσει με επιστημονικές μεθόδους τους καθολικούς νόμους, που κυβερνούν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Στα πλαίσια αυτής της νοοτροπίας διαμορφώνεται η πεποίθηση ότι ο θάνατος —το δέος και ο φόβος μπροστά στο αναπότρεπτο της ανθρώπινης θνητότητας— αποτελεί ένα από τα δημιουργά αίτια της θρησκείας.
Μεταξύ των εκφραστών αυτών των απόψεων και των διαμορφωτών των επιστημολογικών προϋποθέσεων, που υποστήριξαν την ανθρωποκεντρική, ανθρωπογενή και χρησιμοθηρική εκδοχή της θρησκείας, είναι αναμφίβολα δυο ισχυρές προσωπικότητες του αιώνα μας, ο Κ. Μarx και ο S. Freud. Η αντίληψη του Κ. Μarx για τη θρησκεία ως «οπίου των λαών» — δηλαδή ως ψευδαισθησιογόνου κατευναστικού της ανθρώπινης αγωνίας— είναι γνωστή και δεν χρειάζεται να επιμείνουμε. Αξίζει όμως να καταγράψουμε μια διατύπωσή του, η οποία υπογραμμίζει εντονότερα την συσχέτιση που θεωρεί ότι υπάρχει μεταξύ της θρησκείας και του φόβου μπροστά στο θάνατο: «Η κατάργηση της θρησκείας ως απατηλής ευτυχίας των λαών επιβάλλεται για την πραγματική τους ευτυχία. Το αίτημα να παραιτηθούμε από τις αυταπάτες για τη φύση της, είναι ένα αίτημα να παραιτηθούμε από μια κατάσταση που χρειάζεται ψευδαισθήσεις. Η κριτική της θρησκείας επομένως είναι, σε εμβρυακή μορφή, η κριτική για την κοιλάδα των στε¬ναγμών, το φωτοστέφανο της οποίας είναι η θρησκεία».
Η φροϋδική θεωρία δεν φαίνεται, σε γενικές γραμμές, να βρίσκεται μακριά από αυτή την αντίληψη. Ο Freud υπέθεσε ότι ο άνθρωπος, ερχόμενος σε επαφή με την τραγικότητα του θανάτου και μη μπορώντας να την αντιμετωπίσει, «επινόησε» για λόγους ψυχολογικής ισορροπίας φανταστικούς τρόπους, δηλαδή θρησκευτικές δοξασίες, ώστε να μπορέσει να ισορροπήσει ψυχικά μεταξύ της ρεαλιστικής αποδοχής του και της ψυχολογικής άρνησής του.
Η ορθόδοξη χριστιανική τοποθέτηση απέναντι στο γεγονός του θανάτου δικαιώνει άραγε τις κοινωνιολογικές, ψυχολογικές ή ακόμη και θρησκευτικές αντιλήψεις που φαίνονται να συνάδουν εκόντως-ακόντως στην αντιμετώπιση της πίστης σαν το αποτέλεσμα των ψυχολογικών μηχανισμών άμυνας απέναντι στο άγχος θανάτου;
Πιστεύουμε ότι, αν παρατηρούσε κανείς τη γλώσσα και μόνο που χρησιμοποιεί ο ορθόδοξος θεολογικός λόγος, όταν αναφέρεται στο πρόβλημα του θανάτου, θα ήταν, τουλάχιστον, προσεκτικότερος στις γενικεύσεις των συμπερασμάτων του σχετικά με την ψυχολογικής τάξεως χρησιμοθηρική εκδοχή της πίστης. Ο ρεαλισμός και η αντικειμενικότητα της θεολογίας μας δεν αφήνουν περιθώρια ούτε άρνησης ούτε ωραιοποίησης του πιο τραγικού χαρακτηριστικού της ανθρώπινης ύπαρξης.
Αρκεί να ανατρέξουμε στο πιο αδιαμφισβήτητο και διαχρονικό κείμενο της ορθόδοξης θεολογίας περί θανάτου —τη νεκρώσιμη ακολουθία— για να διαπιστώσουμε το ρεαλισμό και την οδύνη μπροστά στη· «φοβερά ώρα του θανάτου». Ποιός θα μιλούσε για θρησκευτικού τύπου άρνηση του γεγονότος και της τραγικότητάς του μπροστά σε διατυπώσεις όπως: «Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον, και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού πλασθείσαν ημίν ωραιότητα, άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος· Ω του θαύματος! Τί το περί ημάς τούτο γέγονεν μυστήριον; Πώς παρεδόθημεν τη φθορά, και συνεζεύχθημεν τω θανάτω;».
Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κάποιος ότι πρόκειται για λυρικές εκφράσεις του παρελθόντος, που δεν συμφωνούν απόλυτα με τις τρέχουσες αντιλήψεις. Είναι γεγονός ότι συχνά προβάλλονται σαν αυτονόητες μερικές θεολογικές απόψεις όπως ότι ο θάνατος υπερβαίνεται αυτοδικαίως χάρη στην αθανασία της ψυχής, ή άλλοτε ότι η πνευματική βελτίωση —η «τελειοποίηση» διά της καλλιέργειας των αρετών και διά της τηρήσεως του φυσικού ή του θείου νόμου— μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο υπέρβασης του θανάτου. Πρόκειται για κλασικά επιχειρήματα θρησκευτικού τύπου, που στο βάθος τους εκφράζουν την ευσεβιστική εκδοχή του δυτικού πραγματισμού. Ωστόσο είναι προφανές ότι τελικά δικαιώνουν τη θεωρία περί της ψυχολογικής αναγκαιότητας, ως αιτιογενετικού παράγοντα της θρησκευτικότητας.
Η σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία δεν φαίνεται να διαφοροποιείται —πώς θα ήταν δυνατόν άλλωστε;— από το πνεύμα της νεκρώσιμης ακολουθίας, διαφοροποιείται όμως σαφώς από τα «θρησκευτικά» επιχειρήματα που προαναφέραμε.
Σύμφωνα με ένα σύγχρονο θεολόγο, για παράδειγμα, «Ούτε η “ηθική” ή “δικανική” λύση μπορεί να δώσει την υπέρβαση του θανάτου… Όχι, ο θάνατος δεν νικιέται με τίποτε από αυτά· αυτό πού νικιέται μ’ αυτά είναι η απασχόληση με το πρόβλημα του θανάτου, δηλαδή νικιέται η συνείδηση της τραγικότητας και του απαραδέκτου του θανάτου. Ο ευσεβισμός δημιουργεί ανθρώπους που δεν συγκινούνται, που δεν αγανακτούν· γιατί υπάρχει θάνατος, είτε γιατί καταφεύγουν στην πίστη της αθανασίας της ψυχής για να παρηγορηθούν και να παρηγορηθούν, είτε γιατί απολυτοποιούν την ηθική σε τέτοιο σημείο ώστε να πιστεύουν ότι η αθανασία κερδίζεται με την αρετή».
Γι’ αυτό, συμπληρώνει άλλος: «Πρέπει να εξοβελίσουμε όλες μαζί τις ιδεολογίες και κάθε θρησκεία, περιλαμβανομένης και κάθε μορφής παρηκμασμένου Χριστιανισμού, εφόσον μέχρι σήμερα δεν μας κατέστησαν ικανούς να ζήσουμε μια σφαιρική λύση στην ύπαρξή μας. Το πιο σοβαρό  ελάττωμα κάθε ιδεολογίας και θρησκείας είναι ότι περιφρονούν το μόνο αληθινά ουσιαστικό  ερώτημα της ζωής, που δεν είναι, άλλο από το ερώτημα το θανάτου».
Θα μπορούσαμε λοιπόν να αντιστρέψουμε τις αντιθρησκευτικές τοποθετήσεις, ισχυριζόμενοι ότι η διανοητικοποιημένη προσέγγιση του θανάτου από την κοινωνικο-φιλοσοφική ή την ψυχολογική διανόηση ευοδώνει πολύ περισσότερο την άρνηση, την απώθηση ή την απέλπιδα εκλογίκευση του τραγικότερου γεγονότος της ανθρώπινης ύπαρξης από ό,τι η εκκλησιαστική μας Παράδοση. Αυτό αποδεικνύει άλλωστε και η πολιτισμική άρνηση του θανάτου που χαρακτηρίζει το σύγχρονο δυτικό πολιτισμό με αρνητικές ψυχολογικές συνέπειες, τις οποίες θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε υπό τον όρο «παθολογικό πένθος».
Χρειάζεται, όμως, να αναζητήσουμε την ευθύνη μας στις περιπτώσεις, όπου οι παρεκκλίσεις από την γνήσια Παράδοσή μας δικαιώνουν τις θύραθεν αμφισβητήσεις. «Από τη ζύμωση (εννοείται του κόσμου με το Χριστιανισμό) προέκυψαν το αγαθό της δημοκρατίας, ο περιορισμός και η αποϊεροποίηση της πολιτικής, η σημασία του διαλόγου και του σεβασμού του άλλου, η αύξουσα αποσαφήνιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από τα οποία το πολυτιμότερο είναι η ελευθερία του πνεύματος. Αλλά έδώ έχουμε απόκλιση: ο ευσεβισμός και ο ηθικισμός των χριστιανικών πληθυσμών επέφερε την άρνηση του Θεού, ενός “Θεού εκδικητή”. Ακολούθησε ή άρνηση κάθε υπερβατικού. Μετά από αυτά πώς είναι δυνατό να θεμελιωθεί η υπερβατικότητα του πρόσωπου; Ο “θάνατος του Θεού” συνεπιφέρει το θάνατο του ανθρώπου».
Τα όσα προαναφέρθηκαν μας αναγκάζουν να εγκαταλείψουμε την υπεραπλουστευτική, όπως αποδεικνύεται, προσέγγιση της πίστης ως αποτέλεσμα μιας ψυχολογικής ανάγκης μπροστά στο άγχος θανάτου και μας ωθούν προς μια ενδελεχέστερη διερεύνηση των πραγμάτων. Πόσο έντονες και σαφείς είναι τελικά οι αντιθέσεις μεταξύ θεολογίας και επιστήμης της ψυχολογίας; Και ακόμη: ό,τι παρουσιάζεται σαν αντιπαράθεση είναι απαραίτητα σημείο διάστασης και μόνο, ή υπάρχουν σημεία σύγκλισης, που δεν μπορούν να γίνουν ορατά μέσα στα γενικόλογα σχήματα των ιδεολογικοποιημένων αντιμαχιών;
3. Η υπέρβαση του θανάτου ως οντολογικό αίτημα
Στο έργο του Freud —έκτος από τα γενικά σημεία που προα¬ναφέραμε— συναντάμε και κάποιες ιδιαίτερες πτυχές, που παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον σε σχέση με το θέμα μας. Το υπέδαφος της φροϋδικής σκέψης χαρακτηρίζεται από ένα δυαλισμό, στα πλαίσια του οποίου οι βασικές και κυριαρχικές ενστικτώδεις δυνάμεις που παραδεχόταν αρχικά ήταν το ένστικτο της ηδονής (libido) και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης (self preservation), ως αντίρροπες τάσεις. Το ζητούμενο είναι η τελική ισορροπία μεταξύ τους, καθώς οι δυνάμεις της αυτοσυντήρησης τροποποιούν ή και αναστέλλουν την libido βάσει της αρχής της πραγματικότητας (reality testing).
Το Μάιο του 1920 ο πατέρας της ψυχανάλυσης εκδίδει το έργο του «πέρα από την αρχή της ηδονής» (Beyond Peasure Principle. Με αυτό το κείμενο ο Freud προχωρεί ακόμη μακρύτερα τη σκέψη του, εισηγούμενος για πρώτη φορά τη θεωρία του σχετικά με την ύπαρξη ενός ενστίκτου, το οποίο αντιμάχεται τα ένστικτα της ζωής, και το οποίο ονομάζει ένστικτο ή ορμή θανάτου, Έτσι αναπτύσσεται μια περιπλοκότερη κατανόηση γύρω από την ύφη των δύο προαναφερθέντων ενστίκτων (libido-αυτοσυντήρηση), για τα οποία τώρα εκφράζεται με φιλοσοφικότερο τρόπο, χρησιμοποιώντας τους ελληνικούς όρους «έρως» (eros) και θάνατος (thanatos). Σ’ ένα γράμμα του προς τον Einstein (Βιέννη, Σεπτέμβριος 1932) γράφει χαρακτηριστικά: «Σύμφωνα με τhν υπόθεσή μας τα ανθρώπινα ένστικτα είναι μόνο δύο κατηγοριών: αυτά που αποσκοπούν στη διατήρηση και ενοποίηση – τα οποία τα αποκαλούμε “ερωτικά”, ακριβώς με την έννοια με την οποία ο Πλάτων χρησιμοποιεί τη λέξη “Έρως” στο Συμπόσιό του, ή “σεξουαλικά”, με μια σκόπιμη επέκταση της λαϊκής κατανόησης της “σεξουαλικότητας”, και αυτά που αποσκοπούν στην καταστροφή και το φόνο και τα οποία κατατάσσουμε μαζί, όπως η επιθετικότητα ή το ένστικτο καταστροφικότητας».
Οι προεκτάσεις της θεωρίας οδηγούν σε συμπεράσματα που αποτελούν πρόκληση για το επιστημολογικό μοντέλο της τότε αλλά και της σύγχρονης εποχής. Αν το ένστικτο θανάτου ενυπάρχει στην ανθρώπινη φύση, εκφραζόμενο ως δύναμη στρεφό¬μενη εναντίον του ίδιου του εαυτού, τότε δεν αποτελεί παρά μια δύναμη που οδηγεί σε «μια ανυπέρβλητη τάση παλινδρόμησης που σκοπό έχει να επαναφέρει τις πιο οργανωμένες μορφές ζωής στις λιγότερο οργανωμένες, εξισώνοντας όλες τις διαφορές επιπέδων και ανάγοντας το ζωικό στο άψυχο».¬ Πρόκειται για μια φυσική τάση
παλινδρόμησης προς κατώτερα επίπεδα οργάνωσης της ζωής βάσει της αρχής της ομοιοστασίας, με προϋπόθεση την παραδοχή ότι οι ζωντανοί οργανισμοί προέρχονται από την ανόργανη ύλη και επομένως τείνουν να επιστρέψουν σ’ αυτήν.
Ένας σύγχρονος ψυχαναλυτής σχολιάζοντας το κείμενο του Freud: «Πέρα από την αρχή της Ηδονής» {«Beyond the Pleasure Principle») παρατηρεί χαρακτηριστικά: «Όταν μιλά για μια δαιμονική δύναμη ή δαιμονική ισχύ μπορεί να μην έχουμε πρόβλημα μ’ αυτό, γιατί προφανώς υπάρχουν σκοτεινές καταστροφικές δυνάμεις που εργάζονται στον εσωτερικό μας κόσμο. Αλλά, όταν ανάγεται σ’ ένα διαφορετικό αντιληπτικό πλαίσιο και μιλά για ένα βιολογικό ένστικτο που οδηγεί στην επιστροφή σε μια ανόργανη κατάσταση, αυτό μας δημιουργεί πολύ μεγαλύτερη δυσκολία». Είναι φανερό ότι η μεγαλύτερη δυσκολία δημιουργείται, όταν, στην προέκταση της θεωρίας, διαφαίνεται η ανάγκη να γίνει αποδεκτή η υπόθεση ότι η οργανική ζωή προέρχεται από την ανόργανη.
Φτάνουμε έτσι σε ένα κομβικό σημείο. Η αρχική προσέγγιση, κατά την όποια το θρησκευτικό φαινόμενο κατανοείται απλά ως απάντηση στο ψυχολογικό αίτημα του φόβου απέναντι στο θάνατο, μετακινείται τώρα σε μεγαλύτερο βάθος, καθώς αναδύεται η προτεραιότητα του οντολογικού προβληματισμού.
Όταν η ορθόδοξη Εκκλησία μιλάει για το θάνατο αναφέρεται σε κατηγορήματα ακόμη πιο προκλητικά από τη Φροϋδική υπόθεση περί ενστίκτου θανάτου και επιστροφής στο ανόργανο ή την υπόθεση του Ηeidegger περί του «είναι-προς-θάνατον». Για την ορθόδοξη θεολογία, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε, κτίστηκε, από το απόλυτο μηδέν «εκ του μη όντος» και κατά προέκταση «η απειλή του θανάτου είναι η απειλή του μηδενός, του απόλυτον μηδενός, του “ουκ είναι”, δηλαδή της επανόδου στην προκτισιακή κατάσταση. Και η απειλή αυτή είναι μόνιμη για το κτιστό, δεν υπερβαίνεται με καμιά δύναμη εγγενή στη φύση του. Από τη φύση μας γεννιόμαστε νεκροί, βιολογικά πε¬θαίνουμε από τη στιγμή που θα γεννηθούμε, και ο κόσμος όλος ως κτιστός φθείρεται υπάρχων και υπάρχει φθειρόμενος».
Ο άνθρωπος είναι κτιστός, δηλαδή θνητός, υποκείμενος στην δυνατότητα του πλήρους και απόλυτου αφανισμού και από αυτή την επίγνωση αναδύεται ο ρεαλισμός της Παράδοσής μας, όπως τον σκιαγραφήσαμε στις προηγούμενες αναφορές μας. Όμως το κτιστό μπορεί να επιζήσει μόνο αν βγει από τον εαυτό του, αν δεθεί και σχετισθεί με κάτι άκτιστο, και το μόνο άκτιστο είναι ο άκτιστος Θεός.
Ο Χριστός δεν είναι σωτήρας του κόσμου γιατί πρόσφερε ένα ηθικό πρότυπο ή μια διδασκαλία για τον άνθρωπο, αλλά γιατί ο ίδιος είναι η ενσάρκωση της υπέρβασης του θανάτου. Στην Θεανθρώπινη μορφή του Χριστού ενώνεται το κτιστό με το άκτιστο – ενώνονται η Θεία με την ανθρώπινη φύση με τον τρόπο που μας διδάσκει η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας: «ασυγχύτως» και «αδιαιρέτως». Αν αύτη η ένωση δεν γινόταν «ασυγχύτως», θα καταργείτο η ελευθερία, θα καταλυόταν η διατήρηση της ιδιαίτερης ταυτότητας, της ετερότητας μεταξύ άγαπώντος και αγαπωμένου. Αν δεν γινόταν «αδιαιρέ¬τως», θα υπήρχε ανάμεσα στο κτιστό και το Άκτιστο απόσταση, μερικός χωρισμός. Όμως κάθε «διάστημα» μεταξύ Θεού και ανθρώπου επιφέρει το θάνατο, διδάσκει ο Ιερός Χρυσόστομος. «Χωρίς αγάπη, δηλαδή έκσταση από την αυτάρκεια του όντος σε μια κίνηση ενότητας με τον “άλλον” και τελικά με τον όντως “άλλον” (τον Άκτιστον) δεν υπάρχει αθανασία».
Η περί θανάτου θεολογία μας αρχίζει αντίστροφα, όχι από την κατανόηση του θανάτου, αλλά από την κατανόηση του νοήματος της Ανάστασης. «Ανάστασιν Χριστού» πρώτα «θεασάμενοι», στη συνέχεια μπορούμε να ρωτάμε ευθέως: «πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, άδη, το νίκος;».
Η Εκκλησία μας δομήθηκε με το θεμέλιό της επάνω σ’ έναν τάφο. Δεν εδογμάτισε στηριζόμενη σε νεφελώδεις θεωρίες περί μετενσαρκώσεων ή νεκροφάνειας του ιδρυτή της. Αντίθετα είδε «Αυτόν ήδη τεθνηκότα» επί του σταυρού, χωρίς την παραμικρή διάθεση ωραιοποίησης ή αμφισβήτησης του γεγονότος. Τον άκουσε να παραδίδει το Πνεύμα και από την πλευρά του πτώματος, που ένυξε ο στρατιώτης, είδε ότι «ευθέως εξήλθεν αίμα και ύδωρ». Το είδε, το βίωσε οδυνηρά και ο «εωρακώς μεμαρτύρηκε, και αληθινή αυτού έστιν η μαρτυρία, κακείνος οίδεν ότι αληθή λέγει…».
Εμείς, η Εκκλησία, γνωρίζαμε καλά ότι πέθανε ο Θεός, προτού το γεγονός αποτελέσει διανοητικό εφεύρημα των σοφών του κόσμου. Όμως γνωρίζουμε επίσης ότι πέθανε «υπέρ της του κόσμου ζωής». Πρέπει κανείς να τολμήσει την αμφισβήτηση κάθε ψυχολογικού, ιδεολογικού ή και θρησκευτικού καταφύγιου που απαλύνει ψευδοπαρηγορητικά το βίωμα της θνητότητας· να τολμήσει να αφεθεί στην αίσθηση ότι η ζωή μας «τω άδη ήγγισε» και να διακινδυνεύσει —όπως οι μυροφόρες— την προσέγγιση του τάφου Του. Τότε μόνο μπορεί να ολοκληρωθεί η «ανακάλυψη» ότι πέθανε ο Θεός, όταν ανακαλύψουμε επίσης ότι «αποκεκύλισται ο λίθος» από της θύρας του μνημείου. Ότι «ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται».
4. Συμπεράσματα
Μπροστά στην οδύνη του θανάτου η λύση δεν είναι η ψυχολογική άρνηση του γεγονότος, ούτε μια φαινομενική αποδοχή, που συγκαλύπτει την απώλεια της ελπίδας. «Αδελφοί, ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε, καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα». Τί δεν πρέπει λοιπόν να αγνοούμε; «Ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας διά του Ιησού άξει συν αυτώ».
Τώρα μπορούμε να απαντήσουμε στο αρχικό ερώτημα. Η προσδοκία μας για εκ νεκρών ανάσταση δεν αποτελεί μία μυστικιστικού τύπου απάντηση σ’ ένα αίτημα για ψυχολογική ανακούφιση του άγχους θανάτου, ούτε μία οπιούχο νάρκωση της επιθανάτιας αγωνίας μας. Η προσδοκία μας στηρίζεται στην αδιάψευστη μαρτυρία του κενού τάφου, στην επίγνωση ότι ο άδης επικράνθη. Στη βεβαιότητα ότι ο θάνατος νικήθηκε μετά την ασύγχυτη και αδιαίρετη ένωση κτιστού και ακτίστου στο θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου Ιησού, τον εκούσιο σταυρικό Του θάνατο, την κάθοδό Του «εν τοις κατωτάτοις της γης» και την τριήμερή Του έγερση.
«Ο Χριστός είναι “σωτήρ του κόσμου” όχι γιατί θυσιάστηκε στο Σταυρό εξαλείφοντας μ’ αυτό τον τρόπο τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά γιατί “ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας”. Η Δύση (Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική) που είδε το πρόβλημα του κόσμου ως πρόβλημα ηθικό (παράβαση εντολής και τιμωρία) έκαμε το Σταυρό του Χριστού το επίκεντρο της πίστεως και της λατρείας. Αλλά η Ορθοδοξία εξακολουθεί να τονίζει την Ανάσταση ως το κέντρο όλης της ζωής της, ακριβώς γιατί είδε ότι το πρόβλημα του κτιστού δεν είναι ηθικό αλλά οντολογικό, είναι το πρόβλημα της υπάρξεως (και όχι της ομορφιάς) του κόσμου, το πρόβλημα του θανάτου».
Ας το διατυπώσουμε λοιπόν καθαρά: Αν η πίστη μας αποτελεί ένα ψυχολογικό καταφύγιο, αν η χριστιανική ελπίδα μας περιορίζεται μόνο σ’ αυτή τη ζωή, τότε είμαστε οι πιο αξιοθρήνητοι, οι ελεεινότεροι απ’ όλους τους ανθρώπους.
Ίσως είναι καιρός το κήρυγμά μας να ξαναβρεί το χαμένο κέντρο αναφοράς του, και τότε, αντί όλων όσων προαναφέρθηκαν ως απάντηση στο ερώτημα που θέσαμε στην αρχή, θα αρκεί η φράση του αποστόλου Παύλου: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών».
(π. Αδαμαντίου Αυγουστίδη, «Εν ασθενείαις καύχησις», εκδ. Αρμός, σ.31-43)
...

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου Χρυσοστόμου Λόγος Εἰς τὸν σταυρόν. Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου

Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου Χρυσοστόμου Λόγος Εἰς τὸν σταυρόν.

Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου
Λόγος
Εἰς τὸν σταυρόν, ἐλέχθη εἰς τὴν ἁγίαν καὶ μεγάλην Παρασκευήν·
καὶ εἰς τὴν ἐξομολόγησιν τοῦ λῃστοῦ, καὶ ὅτι χρὴ ἡμᾶς ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν εὔχεσθαι. Ὁμιλία βʹ.


αʹ. Ἑορτὴν ἄγομεν σήμερον καὶ πανήγυριν, ἀγαπητοί· ὁ γὰρ Δεσπότης ὁ ἡμέτερος ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τυγχάνει τοῖς ἥλοις πεπαρμένος. Καὶ μὴ ξενισθῇς, εἰ τοῦ πράγματος σκυθρωποῦ τυγχάνοντος ἡμεῖς ἑορτάζομεν· τοιαῦτα γὰρ ἅπαντα τὰ πνευματικὰ, ἀπεναντίας τῇ συνηθείᾳ τῇ ἀνθρωπίνῃ ἐστί. Καὶ ἵνα μάθῃς τοῦτο ἀκριβῶς, ὁ σταυρὸς πρότερον καταδίκης ὄνομα καὶ τιμωρίας ἦν, νῦν δὲ πρᾶγμα γέγονε τίμιον καὶ ποθεινόν· ὁ σταυρὸς πρότερον αἰσχύνης ἦν καὶ κολάσεως ὑπόθεσις, νῦν δὲ γέγονε δόξης καὶ τιμῆς ἀφορμή. Καὶ ὅτι δόξα ὁ σταυρὸς, ἄκουσον τοῦ Χριστοῦ λέγοντος· Πάτερ, δόξασόν με τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοὶ, δόξαν τὸν σταυρὸν καλῶν. Σταυρὸς τὸ κεφάλαιον τῆς σωτηρίας τῆς ἡμετέρας· σταυρὸς ἡ τῶν μυρίων ἀγαθῶν ὑπόθεσις. Διὰ τοῦτον οἱ πρότερον ἠτιμωμένοι καὶ ἔκπτωτοι, νῦν εἰς τὴν τῶν υἱῶν τάξιν ἐδέχθημεν· διὰ τοῦτον οὐκέτι πλανώμεθα, ἀλλὰ τὴν ἀλήθειαν ἐπέγνωμεν· διὰ τοῦτον οἱ ξύλα καὶ λίθους προσκυνοῦντες πρότερον, νῦν ἐπέγνωμεν τὸν τῶν ἁπάντων δημιουργόν· διὰ τοῦτον οἱ δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δικαιοσύνης ἀνήχθημεν· διὰ τοῦτον ἡ γῆ οὐρανὸς λοιπὸν γέγονεν. 
Οὗτος ἡμᾶς τῆς πλάνης ἠλευθέρωσεν, οὗτος πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἐχειραγώγησεν, οὗτος καταλλαγὰς Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους ἐποιήσατο, οὗτος ἀπὸ τοῦ βυθοῦ τῆς κακίας ἡμᾶς ἀνασπάσας, εἰς αὐτὴν τῆς ἀρετῆς τὴν κορυφὴν ἀνήγαγεν, οὗτος τῶν δαιμόνων τὴν πλάνην ἔσβεσεν, οὗτος τὴν ἀπάτην καθεῖλε. Διὰ τοῦτον οὐκέτι καπνὸς καὶ κνίσσα καὶ αἱμάτων ἀλόγων ἔκχυσις, ἀλλὰ πανταχοῦ λατρεῖαι πνευματικαὶ, ὕμνοι καὶ εὐχαί· διὰ τοῦτον δαίμονες δραπετεύουσι, διὰ τοῦτον ὁ διάβολος φυγαδεύεται, διὰ τοῦτον ἡ ἀνθρωπίνη φύσις πρὸς τὴν ἀγγελικὴν πολιτείαν ἁμιλλᾶται, διὰ τοῦτον παρθενία ἐπὶ γῆς πολιτεύεται. Ἀφ᾿ οὗ γὰρ ὁ ἐκ Παρθένου προῆλθε, τῆς ἀρετῆς ταύτης τὴν ὁδὸν ἐπέγνω ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις. Οὗτος ἡμᾶς ἐν σκότει καθημένους ἐφώτισεν, οὗτος ἡμᾶς ἐκπεπολεμωμένους κατήλλαξεν, οὗτος μακρὰν ὄντας ἐγγὺς εἶναι πεποίηκεν, οὗτος ἀπηλλοτριωμένους ὄντας ᾠκείωσεν, οὗτος ξένους γεγονότας, οὐρανοῦ πολίτας κατεσκεύασεν, οὗτος ἡμῖν πολέμων ἀναίρεσις γέγονεν, οὗτος ἡμῖν εἰρήνης ἀσφάλεια κατέστη.
Διὰ τοῦτον οὐκέτι φοβούμεθα τὰ πεπυρωμένα βέλη τοῦ διαβόλου· τὴν γὰρ πηγὴν τῆς ζωῆς εὕρομεν· διὰ τοῦτον οὐκ ἐσμὲν ἐν χηρείᾳ· τὸν γὰρ νυμφίον ἀπελάβομεν· διὰ τοῦτον οὐκέτι δεδοίκαμεν τὸν λύκον· τὸν γὰρ ποιμένα τὸν καλὸν ἐπέγνωμεν· Ἐγὼ γάρ εἰμι, φησὶν, ὁ ποιμὴν ὁ καλός. Διὰ τοῦτον οὐκέτι φρίττομεν τὸν τύραννον· τῷ γὰρ βασιλεῖ προσεδράμομεν. Ὁρᾷς πόσων ἡμῖν ἀγαθῶν ὑπόθεσις ὁ σταυρός; Εἰκότως οὖν ἑορτὴν ἄγομεν. Οὕτω καὶ Παῦλος ἑορτάζειν παραινεῖ λέγων· Ὥστε ἑορτάζωμεν μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδὲ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ᾿ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας. Καὶ τίνος ἕνεκεν ἑορτάζειν ἡμᾶς κελεύεις, ὦ μακάριε Παῦλε; Εἰπὲ τὴν αἰτίαν, Ὅτι τὸ Πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν, φησὶν, ἐτύθη Χριστὸς ὁ Θεός. Ὁρᾷς πῶς ἑορτὴ ὁ σταυρός; Ἔμαθες ὅτι διὰ τὸν σταυρὸν κελεύει ἑορτάζειν; Ἐν γὰρ τῷ σταυρῷ ἐτύθη· ὅπου δὲ θυσία, ἐκεῖ ἁμαρτημάτων ἀναίρεσις, ἐκεῖ καταλλαγὴ Δεσπότου, ἐκεῖ ἑορτὴ καὶ χαρά. Τὸ Πάσχα ἡμῶν, φησὶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός. Ποῦ ἐτύθη, εἰπέ; Ἐφ᾿ ὑψηλοῦ σταυροῦ. Καινὸν καὶ ξένον τὸ θυσιαστήριον, ἐπειδὴ ξένη καὶ παρηλλαγμένη ἡ θυσία. Ὁ αὐτὸς γὰρ καὶ θυσία καὶ ἱερεύς· θυσία μὲν, κατὰ σάρκα, ἱερεὺς δὲ κατὰ πνεῦμα· ὁ αὐτὸς καὶ προσῆγε καὶ προσήγετο. Ἄκουε πάλιν τοῦ Παύλου λέγοντος· Πᾶς γὰρ ἀρχιερεὺς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενος, ὑπὲρ ἀνθρώπων καθίσταται τὰ πρὸς τὸν Θεόν. Ὅθεν ἀνάγκη ἔχειν τι καὶ τοῦτον, ὃ προσενέγκῃ. Ἰδοὺ τέως προσφέρει. Ἀλλαχοῦ δὲ πάλιν φησίν· Οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς ἅπαξ προσενεχθεὶς εἰς τὸ πολλῶν ἀνενεγκεῖν ἁμαρτίας. Ἰδοὺ ἐνταῦθα προσηνέχθη, ἐκεῖ ἑαυτὸν προσήνεγκεν. Εἶδες πῶς καὶ θυσία καὶ ἱερεὺς ἐγένετο, καὶ θυσιαστήριον ἦν ὁ σταυρός; Ἀλλ᾿ ἀναγκαῖον μαθεῖν, τίνος ἕνεκεν οὐκ ἐν τῷ ναῷ ἡ θυσία προσφέρεται, ἐν τῷ ναῷ λέγω τῷ Ἰουδαϊκῷ, ἀλλ᾿ ἔξω τῆς πόλεως, ἔξω τῶν τειχῶν. Ἔξω γὰρ τῆς πόλεως ἐσταυρώθη, καθάπερ τις κατάδικος, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ προφήτου, ὅτι Καὶ ἐν τοῖς ἀνόμοις ἐλογίσθη.
Τίνος οὖν ἕνεκεν ἔξω τῆς πόλεως, ἐφ᾿ ὑψηλοῦ, καὶ οὐχ ὑπὸ στέγην τινά; Οὐχ ἁπλῶς οὐδὲ τοῦτο, ἀλλ᾿ ἵνα τοῦ ἀέρος καθάρῃ τὴν φύσιν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐφ᾿ ὑψηλοῦ, καὶ οὐκ ἐπικειμένης στέγης, ἀλλ᾿ ἀντὶ στέγης ἐπικειμένου τοῦ οὐρανοῦ, ἵνα καθαρθῇ ὁ οὐρανὸς ἅπαξ, ἐφ᾿ ὑψηλοῦ θυομένου τοῦ προβάτου. Ἐκαθάρθῃ οὖν οὐρανὸς, ἐκαθάρθη δὲ καὶ ἡ γῆ. Ἔσταξε γὰρ τὸ αἷμα ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ τὸν μολυσμὸν αὐτῆς ἅπαντα ἐξεκάθηρεν. Ἀλλ᾿ ὑπὸ στέγην μὲν ταύτης ἕνεκεν τῆς αἰτίας οὐ προσφέρεται ἡ θυσία· τίνος δὲ ἕνεκεν οὐχὶ ἐν αὐτῷ τῷ ναῷ τῷ Ἰουδαϊκῷ; Καὶ τοῦτο πάλιν οὐχ ἁπλῶς, ἀλλ᾿ ἵνα μὴ ἰδιοποιήσωνται τὴν θυσίαν οἱ Ἰουδαῖοι, ἵνα μὴ νομίσῃς ὑπὲρ τοῦ ἔθνους ἐκείνου μόνου τὴν θυσίαν προσφέρεσθαι, διὰ τοῦτο ἔξω τῆς πόλεως, ἔξω τῶν τειχῶν, ἵνα μάθῃς ὅτι καθολική ἐστιν ἡ θυσία, ἵνα μάθῃς, ὅτι ὑπὲρ τῆς γῆς ἁπάσης ἐστὶν ἡ προσφορὰ, καὶ ὅτι κοινὸς τῆς φύσεως ἡμῶν ἁπάσης ἐστὶν ὁ καθαρισμός. Τοῖς μὲν γὰρ Ἰουδαίοις διὰ τοῦτο ἐκέλευσεν ὁ Θεὸς πᾶσαν τὴν γῆν ἀφιέναι, καὶ εἰς ἕνα τόπον προσφέρειν, εἰς ἕνα τόπον εὔχεσθαι· ἐπειδὴ πᾶσα ἡ γῆ τότε ἀκάθαρτος ἦν ἀπὸ τοῦ καπνοῦ, καὶ τῆς κνίσσης, καὶ τῶν εἰδωλικῶν αἱμάτων, καὶ τῶν ἄλλων μολυσμῶν τῶν Ἑλληνικῶν· διὰ τοῦτο αὐτοῖς ἕνα τόπον ἐπέταξεν. Ἀλλ᾿ ἐλθὼν ὁ Χριστὸς, καὶ τῆς πόλεως ἔξω παθὼν, πᾶσαν τὴν γῆν ἐκάθηρε, πάντα τόπον εὐκτήριον εἰργάσατο. Βούλει μαθεῖν πῶς πᾶσα ἡ γῆ λοιπὸν ναὸς ἐγένετο, καὶ πῶς πᾶς τόπος εὐκτήριος κατέστη; Ἄκουσον πάλιν τοῦ μακαρίου Παύλου λέγοντος· Ἐν παντὶ τόπῳ ἐπαίροντες ὁσίους χεῖρας χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ. Εἶδες πῶς ἐκάθηρε τὴν οἰκουμένην; εἶδες πῶς πανταχοῦ ἐπαίρειν ὁσίους χεῖρας δυνάμεθα; Πᾶσα γὰρ ἡ γῆ γέγονεν ἁγία λοιπόν, μᾶλλον δὲ καὶ τῶν παρὰ Ἰουδαίοις ἁγίων ἁγιωτέρα. Πῶς; Ὅτε ἐκεῖ μὲν ἄλογον, ἐνταῦθα δὲ λογικὸν προσήχθη πρόβατον. Ὅσῳ τοίνυν κρεῖττον τὸ λογικὸν τοῦ ἀλόγου, τοσούτῳ πλείων ἐνταῦθα καὶ ὁ ἁγιασμός. Οὐκοῦν ἀληθῶς ἑορτὴ ὁ σταυρός.
βʹ. Βούλει μαθεῖν αὐτοῦ καὶ ἕτερον κατόρθωμα μέγιστον, πᾶσαν ὑπερβαῖνον ἀνθρωπίνην διάνοιαν; Τὸν παράδεισον ἀποκεκλεισμένον σήμερον ἀνέῳξε· σήμερον γὰρ τὸν λῃστὴν εἰσήγαγεν ἐν αὐτῷ. Δύο τὰ μέγιστα κατορθώματα, καὶ τὸν παράδεισον ἀνέῳξε, καὶ τὸν λῃστὴν εἰσήγαγεν· ἀπέδωκεν αὐτῷ τὴν ἀρχαίαν πατρίδα, ἐπανήγαγεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν πατρῴαν πόλιν. Σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ, φησὶν, ἐν τῷ παραδείσῳ. Τί λέγεις; ἐσταύρωσαι καὶ προσήλωσαι ἐν τῷ σταυρῷ ἥλοις, καὶ παράδεισον ἐπαγγέλλῃ; πῶς οὖν τοιαῦτα χαρίζῃ; Καὶ μὴν ὁ Παῦλος λέγει, ὅτι Ἐσταυρώθη ἐξ ἀσθενείας· ἀλλ᾿ ἄκουε τῶν ἐπαγομένων· Ἀλλὰ ζῇ, φησὶν, ἐκ δυνάμεως Θεοῦ. Καὶ πάλιν ἀλλαχοῦ· Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ σταυρῷ νῦν, φησὶν, ἐπαγγέλλομαι, ἵνα καὶ διὰ τούτου τὴν ἐμὴν καταμάθῃς δύναμιν. Ἐπειδὴ γὰρ τὸ πρᾶγμα σκυθρωπόν ἐστιν, ἵνα μὴ κατηφὴς γένῃ τῇ φύσει τοῦ σταυροῦ προσέχων, ἀλλὰ πρὸς τὴν τοῦ σταυρουμένου δύναμιν ἀποβλέψας, φαιδρὸς ᾖς καὶ γεγανωμένος, διὰ τοῦτο ἐκεῖ ἐπιδείκνυσί σοι τὴν ἰσχὺν τὴν ἑαυτοῦ. Οὐ γὰρ νεκρὸν ἀναστήσας, οὐ θαλάττῃ ἐπιτάξας, οὐ δαίμοσιν ἐπιτιμήσας, ἀλλ᾿ ἐσταυρωμένος, προσηλωμένος, ὑβριζόμενος, ἐμπτυόμενος, λοιδορούμενος, χλευαζόμενος, παρὰ πάντων διασυρόμενος ἴσχυσε τὴν πονηρὰν τοῦ λῃστοῦ διάνοιαν ἐφ᾿ ἑαυτὸν ἐπισπάσασθαι. Ὅρα ἑκατέρωθεν αὐτοῦ τὴν δύναμιν διαλάμπουσαν. Τὴν κτίσιν ἐκλόνησε, τὰς πέτρας διέῤῥηξε, τὴν πέτρας ἀναισθητοτέραν τοῦ λῃστοῦ ψυχὴν κηροῦ μαλακωτέραν εἰργάσατο. Σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ. Τί λέγεις; Τὰ χερουβὶμ τηρεῖ τὸν παράδεισον καὶ ἡ φλογίνη ῥομφαία, καὶ σὺ τῷ λῃστῇ τὴν ἐκεῖ εἴσοδον ἐπαγγέλλῃ; Ναὶ, φησίν. Ἐγὼ γὰρ καὶ τῶν χερουβίμ εἰμι δεσπότης, καὶ φλογὸς καὶ γεέννης καὶ ζωῆς καὶ θανάτου τὴν ἐξουσίαν ἔχω· διὸ καὶ λέγει· Σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ. Ἂν ἴδωσι τὸν Δεσπότην αἱ δυνάμεις ἐκεῖναι, εὐθέως παραχωροῦσι καὶ ὑπεξίστανται. Καίτοι γε βασιλεὺς οὐδεὶς ἄν ποτε ἀνάσχοιτο λῃστὴν ἄνθρωπον, ἢ ἕτερόν τινα τῶν ὁμοδούλων μεθ᾿ ἑαυτοῦ εἰσκαθίσας, οὕτως εἰς τὴν πόλιν εἰσελαύνειν· ὁ δὲ φιλάνθρωπος Δεσπότης τοῦτο ἐποίησεν. Εἰς τὴν ἱερὰν γὰρ εἰσιὼν πατρίδα, τὸν λῃστὴν μεθ᾿ ἑαυτοῦ εἰσφέρει, οὐχὶ ἀτιμάζων τὸν παράδεισον, μὴ γένοιτο, τοῖς ποσὶ τοῦ λῃστοῦ, ἀλλὰ ταύτῃ μᾶλλον τιμῶν. Τιμὴ γὰρ παραδείσου, τὸ τοιοῦτον ἔχειν Δεσπότην, οὕτω δυνατὸν καὶ φιλάνθρωπον, ὡς καὶ λῃστὴν δύνασθαι ποιῆσαι ἄξιον τῆς τρυφῆς τῆς ἐν τῷ παραδείσῳ. Καὶ γὰρ ὅτε τελώνας καὶ πόρνας εἰς τὴν βασιλείαν ἐκάλει, οὐ καταισχύνων τὴν βασιλείαν τοῦτο ἐποίει, ἀλλὰ τιμῶν μάλιστα, καὶ δεικνὺς ὅτι τοιοῦτός ἐστιν ὁ Κύριος τῆς τῶν οὐρανῶν βασιλείας, ὡς καὶ πόρνας καὶ τελώνας οὕτως ἐργάσασθαι δοκίμους, ὡς ἀξίους φανῆναι τῆς ἐκεῖ τιμῆς καὶ δωρεᾶς. Καθάπερ οὖν ἰατρὸν τότε θαυμάζομεν, ὅταν ἴδωμεν ὅτι ἀνθρώπους ἀνίατα νοσήματα ἔχοντας ἀπαλλάξας τῆς ἀῤῥωστίας, πρὸς καθαρὰν ὑγίειαν ἐπανήγαγεν· οὕτω καὶ τὸν Χριστὸν θαύμασον, ἀγαπητὲ, καὶ ἐκπλάγηθι, ὅτι λαβὼν ἀνίατα νοσήματα ψυχῆς ἔχοντας ἀνθρώπους, ἴσχυσε καὶ τῆς κακίας ἀπαλλάξαι, καὶ τῆς τῶν οὐρανῶν βασιλείας ἀξίους ἀποφῆναι τοὺς πρὸς τὴν ἐσχάτην πονηρίαν ἐληλακότας. Σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ. Μεγάλη τιμὴ, πολὺ τῆς φιλανθρωπίας τὸ μέγεθος, ἄφατος ἡ ὑπερβολὴ τῆς ἀγαθότητος· τοῦ γὰρ εἰς τὸν παράδεισον εἰσελθεῖν μείζων τιμὴ τὸ μετὰ τοῦ Δεσπότου εἰσελθεῖν. Τί γέγονεν, εἰπέ μοι; τί τοιοῦτον ὁ λῃστὴς ἐπεδείξατο, ἵνα ἀθρόον παραδείσου ἄξιος φανῇ ἀπὸ τοῦ σταυροῦ; Βούλει συντόμως εἴπω, καὶ δείξω τοῦ λῃστοῦ τὴν εὐγνωμοσύνην; Ὅτε Πέτρος ἠρνεῖτο κάτω ὁ τῶν μαθητῶν κορυφαῖος, τότε ἐκεῖνος ἄνω ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τυγχάνων ὡμολόγησε. Καὶ τοῦτο οὐ τοῦ Πέτρου κατηγορῶν εἶπον, μὴ γένοιτο, ἀλλὰ τοῦ λῃστοῦ τὴν μεγαλοψυχίαν δεῖξαι βουλόμενος, καὶ τὴν ὑπερβάλλουσαν φιλοσοφίαν. Ἐκεῖνος οὐκ ἤνεγκε κόρης ἀπειλὴν εὐτελοῦς· οὗτος δὲ ὁρῶν δῆμον ὁλόκληρον μεμηνότα καὶ περιεστῶτα καὶ βοῶντα καὶ μυρία εἰς τὸν ἐσταυρωμένον λοιδορούμενον, οὐκ εἶδε πρὸς τὴν ὕβριν τοῦ ἐσταυρωμένου, ἀλλὰ τοῖς τῆς πίστεως ὀφθαλμοῖς ἅπαντα ταῦτα παραδραμὼν, καὶ τὰ ταπεινὰ καὶ τὰ κωλύματα κάτω ἀφεὶς, ἐπέγνω τὸν τῶν οὐρανῶν Δεσπότην, εἰπὼν τὰ βραχέα ἐκεῖνα ῥήματα καὶ τοῦ παραδείσου ἄξιον αὐτὸν ἀποφήναντα· Μνήσθητί μου ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. Μὴ παραδράμωμεν ἁπλῶς τὸ εἰρημένον, μηδὲ ἐπαισχυνθῶμεν διδάσκαλον λαβεῖν τὸν λῃστὴν, ὃν οὐκ ἐπῃσχύνθη ὁ Δεσπότης ὁ ἡμέτερος πρῶτον εἰς τὸν παράδεισον εἰσαγαγεῖν· μὴ ἐπαισχυνθῶμεν διδάσκαλον λαβεῖν ἄνθρωπον, πρὸ παντὸς τοῦ τῶν ἀνθρώπων γένους ἄξιον φανέντα τῆς πολιτείας τῆς ἐν τῷ παραδείσῳ. Καθ᾿ ἕκαστον τοίνυν τῶν ῥημάτων ἐξετάσωμεν, ἵνα μάθωμεν καὶ ἐντεῦθεν τοῦ σταυροῦ τὴν δύναμιν. Οὐδὲ γὰρ εἶπε πρὸς αὐτόν, καθάπερ πρὸς Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν· Δεῦτε, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων· οὐδὲ εἶπε πρὸς αὐτόν, καθάπερ πρὸς τοὺς δώδεκα μαθητὰς, ὅτι Καθίσεσθε ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. Ὅλως δὲ οὐδὲ ῥήματος αὐτὸν ἠξίωσεν. Οὐδὲ θαύματα εἶδεν, οὐ νεκρὸν ἀνιστάμενον, οὐ δαίμονας ἐλαυνομένους, οὐ θάλατταν εἴκουσαν αὐτοῦ τῷ ἐπιτάγματι, οὐ περὶ βασιλείας αὐτῷ διελέχθη· πόθεν δὲ ᾔδει καὶ τῆς βασιλείας τὸ ὄνομα; Ἴδωμεν αὐτοῦ τὴν σύνεσιν τὴν πολλήν. Ἐλοιδόρει αὐτόν, φησὶν, ὁ ἕτερος λῃστής· καὶ γὰρ ἕτερος ἦν λῃστὴς συνεσταυρωμένος, ἵνα πληρωθῇ τὸ παρὰ τοῦ προφήτου εἰρημένον, ὅτι Καὶ μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη. Ἐβούλοντο γὰρ καὶ τὴν δόξαν αὐτοῦ διαβαλεῖν οἱ ἀγνώμονες Ἰουδαῖοι, καὶ πανταχόθεν ἐπηρέαζον τοῖς γινομένοις· ἀλλὰ διὰ πάντων ἡ ἀλήθεια ηὔξανε, καὶ δι᾿ αὐτῶν τῶν κωλυμάτων λαμπροτέρα ἐγίνετο. Ἐλοιδόρει τοίνυν αὐτὸν ὁ ἕτερος λῃστής· εἷς δέ τις τῶν εὐαγγελιστῶν φησιν, ὅτι ἀμφότεροι ἐλοιδόρουν τὸν Ἰησοῦν· καὶ τοῦτο δὲ ἀληθὲς, ὃ καὶ μάλιστα ἐπιτείνει τούτου τὴν εὐγνωμοσύνην. Εἰκὸς γὰρ αὐτὸν λοιδορῆσαι μὲν παρὰ τὴν ἀρχὴν, ἀθρόον δὲ τοσαύτην τὴν μεταβολὴν ἐπιδείξασθαι. Ἐλοιδόρει τοίνυν αὐτόν, φησὶν, ὁ ἕτερος λῃστής. Εἶδες λῃστὴν καὶ λῃστήν; ἀμφότεροι ἐν τῷ σταυρῷ, ἀμφότεροι ἀπὸ πονηρίας, ἀμφότεροι ἀπὸ βίου λῃστικοῦ, ἀλλ᾿ οὐκ ἀμφότεροι ἐν τοῖς αὐτοῖς· ἀλλ᾿ ὁ μὲν βασιλείαν ἐκληρονόμησεν, ὁ δὲ εἰς γέενναν παρεπέμπετο. Οὕτω καὶ χθὲς, μαθητὴς καὶ μαθηταί· ἀλλ᾿ ὁ μὲν πρὸς προδοσίαν παρεσκευάζετο, οἱ δὲ πρὸς διακονίαν εὐτρεπίζοντο· καὶ ἐκεῖνος μὲν ἔλεγε τοῖς Φαρισαίοις· Τί θέλετέ μοι δοῦναι, καὶ ἐγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; οὗτοι δὲ προσῆλθον τῷ Ἰησοῦ λέγοντες· Ποῦ θέλεις ἑτοιμάζωμέν σοι φαγεῖν τὸ Πάσχα; Οὕτω καὶ ἐνταῦθα, λῃστὴς καὶ λῃστής· ἀλλ᾿ ὁ μὲν ἐλοιδορεῖτο, ὁ δὲ ἐπιστομίζει· ὁ μὲν βλασφημεῖ, ὁ δὲ ἐγκαλεῖ, καὶ ταῦτα ὁρῶν ἐσταυρωμένον αὐτόν, κατακεκριμένον, τὸν δῆμον κάτωθεν λοιδορούμενον, ἐπιβοῶντα μεγάλα· ἀλλ᾿ ὅμως οὐδὲν τούτων αὐτὸν παρέτρεψεν, οὐδὲ τῆς προσηκούσης δόξης ἀπήγαγεν, ἀλλὰ καὶ τῷ ἑτέρῳ λῃστῇ σφοδρῶς ἐπιτίθεται, καί φησι πρὸς αὐτόν· Οὐδὲ φοβῇ τὸν Θεὸν σύ;
γʹ. Εἶδες παῤῥησίαν λῃστοῦ; εἶδες πῶς οὐδὲ ἐν σταυρῷ τῆς οἰκείας τέχνης ἐπιλανθάνεται, ἀλλὰ διὰ τῆς ὁμολογίας αὐτῆς λῃστεύει τὴν βασιλείαν; Οὐδὲ φοβῇ τὸν Θεὸν σύ, φησίν; Εἶδες παῤῥησίαν ἐν σταυρῷ; εἶδες φιλοσοφίαν, εἶδες εὐλάβειαν; Ὅτι γὰρ ἐν ἑαυτῷ ἦν, ὅτι τὰς φρένας ὅλως εἶχε τοῖς ἥλοις ἐμπεπαρμένος, καὶ τὰς ἐκ τῶν ἥλων ὀδύνας ὑπομένων τὰς ἀφορήτους, οὐχὶ θαυμάζεσθαι ἄξιος τοῦ γενναίου φρονήματος ἕνεκα; Ἐγὼ μὲν οὐ θαυμάζεσθαι μόνον ἄξιον, ἀλλὰ καὶ μακαρίζεσθαι αὐτὸν δικαίως ἂν εἴποιμι. Καὶ γὰρ οὐ μόνον οὐκ ἐπεστρέφετο πρὸς τὰς ἀλγηδόνας, ἀλλ᾿ ἀφεὶς τὰ καθ᾿ ἑαυτόν, τὰ ἑτέρου ἐφρόντιζε, καὶ ὅπως ἐκεῖνον ἐξαρπάσῃ τῆς πλάνης, καὶ διδάσκαλος γένηται ἐν σταυρῷ, ἐσπούδαζεν. Οὐδὲ φοβῇ τὸν Θεόν, φησὶ, σύ; Μονονουχὶ λέγει πρὸς αὐτόν· Μὴ τῷ κάτω δικαστηρίῳ πρόσεχε, μὴ ἀπὸ τῶν ὁρωμένων ψηφίζου, μὴ τὰ γινόμενα μόνον ὅρα· ἔστιν ἕτερος κριτὴς ἀόρατος, ἀδέκαστόν ἐστιν ἐκεῖνο τὸ δικαστήριον, παραλογισθῆναι μὴ δυνάμενον. Μὴ τοίνυν ἴδῃς, ὅτι κατεκρίθη κάτω· ἀλλὰ τὰ ἄνω οὐ τοιαῦτα. Ἐνταῦθα μὲν γὰρ ἐν τῷ κάτω δικαστηρίῳ καὶ ἀνεύθυνοι πολλάκις καταδικάζονται, καὶ ὑπεύθυνοι ἀφίενται, καὶ δίκαιοι κατακρίνονται, καὶ ἄδικοι διαφεύγουσι. Τὰ μὲν γὰρ ἑκόντες τῶν κρινομένων, τὰ δὲ ἄκοντες διαφθείρουσιν οἱ πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων· ἢ γὰρ ἀγνοοῦντες τὸ δίκαιον καὶ ἀπατηθέντες, ἢ ἰδόντες μὲν, ὑπὸ χρημάτων δὲ διαφθαρέντες προέδωκαν τὴν ἀλήθειαν, καὶ κατεψηφίσαντο τῶν ἀνευθύνων. Ἄνω δὲ οὐδὲν τοιοῦτόν ἐστιν. Ὁ Θεὸς γὰρ κριτὴς δίκαιος, καὶ τὸ κρῖμα αὐτοῦ ὡς φῶς ἐξελεύσεται· οὐκ ἔχει σκότος, οὐκ ἔχει ἀποκρυβὴν, οὐδεμίαν δέχεται παρατροπήν. Ἵνα γὰρ μὴ λέγῃ ἐκεῖνος, ὅτι κατεδικάσθη κάτω, τί αὐτῷ συνηγορεῖς; ἀνήγαγεν αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἄνω δικαστήριον, ἐπὶ τὸ βῆμα τὸ φοβερόν, ἐπὶ τὸ κριτήριον τὸ ἀδέκαστον, ἐπὶ τὸν ἀπαραλόγιστον δικαστὴν, ἀνέμνησεν αὐτὸν ἐκείνου τοῦ φοβεροῦ κριτηρίου. Ἐκεῖ βλέπε, φησὶ, καὶ οὐκ οἴσεις τὴν καταδικάζουσαν ψῆφον, οὐδὲ στήσῃ μετὰ τῶν κάτω ἀνθρώπων, ἀλλὰ θαυμάσεις, καὶ ἀποδέξῃ τὴν ἄνωθεν κρίσιν. Οὐδὲ φοβῇ, φησὶ, τὸν Θεὸν σύ; Εἶδες φιλοσοφίαν λῃστοῦ, εἶδες σύνεσιν, εἶδες διδασκαλίαν; ἀθρόον ἀπὸ τοῦ σταυροῦ πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀνέπτη. Καὶ ὅρα αὐτὸν ἀποστολικὸν νόμον ἤδη πληροῦντα, καὶ οὐ τὰ ἑαυτοῦ μόνον σκοποῦντα, ἀλλὰ πάντα ποιοῦντα καὶ πραγματευόμενον, ὥστε καὶ ἐκεῖνον τῆς πλάνης ἀπαλλάξαι, καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἐπαναγαγεῖν. Εἰπὼν γὰρ, Οὐδὲ φοβῇ τὸν Θεὸν σύ, ἐπήγαγεν, Ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματί ἐσμεν. Σκόπει ἐξομολόγησιν ἀπηρτισμένην. Τί ἐστιν, Ἐν τῷ αὐτῷ κρίματί ἐσμεν; Ἐν τῇ αὐτῇ, φησὶ, κολάσει· καὶ ἡμεῖς γὰρ ἐν σταυρῷ ἐσμεν. Ἐκεῖνον τοίνυν ὀνειδίζων, σαυτὸν πρὸ ἐκείνου βάλλεις ταῖς λοιδορίαις. Ὥσπερ οὖν ὁ ἐν ἁμαρτήμασιν ὤν, καὶ ἕτερον καταδικάζων, ἑαυτὸν πρὸ ἐκείνου καταδικάζει· οὕτω καὶ ὁ ἐν συμφορᾷ ὤν, καὶ ὀνειδίζων ἑτέρου συμφορὰν, ἑαυτὸν πρὸ ἐκείνου ὀνειδίζει. Ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι, φησὶν, ἐσμέν. Ἀποστολικὸν αὐτῷ νόμον ἀναγινώσκει, εὐαγγελικὰ ῥήματα λέγοντα· Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε. Ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματί ἐσμεν. Τί ποιεῖς, ὦ λῃστά; κοινωνὸν ὑμῶν αὐτὸν ποιεῖς λέγων, Ἐν τῷ αὐτῷ κρίματί ἐσμεν; Οὐχὶ, φησίν· ἐπάγω τὴν διόρθωσιν διὰ τῶν ἑξῆς· Καὶ ἡμεῖς μὲν, φησὶ, δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐποιήσαμεν ἀπολαμβάνομεν. Ἵνα γὰρ μὴ ἀκούσας ὅτι εἶπεν, Ἐν τῷ αὐτῷ κρίματί ἐσμεν, νομίσῃς ὅτι κοινωνὸν αὐτὸν τῆς ἁμαρτίας ἐποίησε, διὰ τοῦτο ἐπήγαγε τὴν διόρθωσιν, καί φησιν· Ἡμεῖς μὲν δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐποιήσαμεν ἀπολαμβάνομεν. Εἶδες ἐξομολόγησιν τελείαν ἐν σταυρῷ; εἶδες πῶς ἀπενίψατο διὰ τῶν ῥημάτων τὰ ἁμαρτήματα; εἶδες πῶς ἐπλήρωσεν ἐκεῖνο τὸ προφητικὸν παράγγελμα· Λέγε σὺ τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθῇς; Οὐδεὶς αὐτὸν ἠνάγκασεν, οὐδεὶς κατηγόρησεν, οὐδεὶς ἐπέθετο· αὐτὸς ἑαυτοῦ κατήγορος γίνεται· διὰ τοῦτο οὐδένα λοιπὸν εἶχεν ἕτερον κατήγορον. Προλαβὼν γὰρ ἥρπασε τὴν τάξιν τοῦ κατηγόρου, καὶ ἑαυτὸν ἐστηλίτευσε λέγων· Ἡμεῖς δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν· οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξεν. Εἶδες εὐλάβειαν ἐπιτεταμένην; Ὅτε δὴ κατηγόρησεν ἑαυτοῦ, ὅτε ἐξεπόμπευσε τὰ καθ᾿ ἑαυτόν, ὅτε ἀπελογήσατο ὑπὲρ τοῦ Δεσπότου εἰπὼν, ὅτι Ἡμεῖς μὲν δικαίως, οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε· τότε καὶ τὴν ἱκεσίαν προσαγαγεῖν ἐθάῤῥησε, λέγων· Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. Οὐκ ἐτόλμησε πρότερον εἰπεῖν, Μνήσθητί μου, ἕως ὅτε διὰ τῆς ἐξομολογήσεως ἐκάθηρεν ἑαυτὸν τοῦ ῥύπου τῶν ἁμαρτημάτων, ἕως ὅτε καταδικάσας ἑαυτὸν ἀνεύθυνον εἰργάσατο, ἕως ὅτε διὰ τῆς κατηγορίας ἀπέθετο τὰ πλημμελήματα.
Ὁρᾷς πόσον ἰσχύει ἐξομολόγησις καὶ ἐν αὐτῷ τῷ σταυρῷ; Ταῦτα ἀκούων, ἀγαπητὲ, μηδέποτε ἀπογνῷς σαυτοῦ, ἀλλ᾿ ἐννοῶν τὸ ἄφατον μέγεθος τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας, ἐπείγου πρὸς τὴν τῶν ἡμαρτημένων διόρθωσιν. Εἰ γὰρ ἐν σταυρῷ ὄντα τὸν λῃστὴν τοσαύτης ἠξίωσε τῆς φιλοτιμίας, πολλῷ μᾶλλον ἡμᾶς τῆς οἰκείας ἀξιώσει φιλανθρωπίας, εἰ βουληθείημεν τῶν πεπλημμελημένων τὴν ἐξομολόγησιν ποιήσασθαι. Ἵνα τοίνυν καὶ ἡμεῖς τῆς παρ᾿ αὐτοῦ φιλανθρωπίας ἀπολαύσωμεν, ἐξομολογεῖσθαι τὰ ἑαυτῶν ἁμαρτήματα μὴ ἐπαισχυνώμεθα· μεγάλη γὰρ τῆς ἐξομολογήσεως ἡ ἰσχὺς, καὶ πολλὴ ταύτης ἡ δύναμις. Ἰδοὺ γὰρ καὶ οὗτος ἐξωμολογήσατο, καὶ τὸν παράδεισον εὗρεν ἀνεῳγμένον· ἐξωμολογήσατο, καὶ παῤῥησίαν ἔλαβεν, ὁ ἐν λῃστείᾳ ὤν, βασιλείαν αἰτῆσαι. Μέχρις ἐκείνου τοῦ καιροῦ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν οὐκ ᾔτησε. Πόθεν, εἰπέ μοι, βασιλείας, ὦ λῃστὰ, μέμνησαι; τί γὰρ εἶδες τοιοῦτον νῦν; Ἧλοι καὶ σταυρὸς τὰ ὁρώμενα, καὶ κατηγορία καὶ σκώμματα καὶ λοιδορίαι. Ναὶ, φησίν· αὐτὸς γὰρ ὁ σταυρὸς βασιλείας εἶναί μοι δοκεῖ σύμβολον. Διὰ τοῦτο δὲ αὐτὸν βασιλέα καλῶ, ἐπειδὴ βλέπω αὐτὸν σταυρούμενον· βασιλέως γάρ ἐστιν ὑπὲρ τῶν ἀρχομένων ἀποθνήσκειν. Αὐτὸς εἶπεν· Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὑτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων· οὐκοῦν καὶ ὁ βασιλεὺς ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὑτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν ἀρχομένων. Ἐπεὶ οὖν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τέθεικε, διὰ τοῦτο αὐτὸν βασιλέα καλῶ. Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.
δʹ. Βούλει μαθεῖν πῶς καὶ βασιλείας σύμβολον ὁ σταυρὸς, καὶ πῶς σεμνὸν τὸ πρᾶγμά ἐστιν; Οὐκ ἀφῆκεν αὐτὸν εἶναι ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλ᾿ ἀνέσπασεν αὐτὸν καὶ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνήγαγε. Πόθεν δῆλον τοῦτο; Μετ᾿ αὐτοῦ μέλλει ἔρχεσθαι ἐν τῇ δευτέρᾳ παρουσίᾳ. Ἀλλ᾿ ἴδωμεν καὶ πῶς μέλλει μετ᾿ αὐτοῦ ἔρχεσθαι. Ἄκουσον αὐτοῦ λέγοντος τοῦ Χριστοῦ· Ἐὰν εἴπωσιν ὑμῖν, Ἰδοὺ ἐν τοῖς ταμιείοις ἐστὶν ὁ Χριστὸς, ἰδοὺ ἐν τῇ ἐρήμῳ, μὴ ἐξέλθητε· περὶ τῆς δευτέρας αὑτοῦ παρουσίας λέγων, διὰ τοὺς ψευδοχρίστους, διὰ τοὺς ψευδοπροφήτας, διὰ τὸν Ἀντίχριστον, ἵνα μή τις πλανηθεὶς ἐκείνῳ περιπέσῃ. Ἐπειδὴ γὰρ πρὸ τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἀντίχριστος ἔρχεται, ἵνα μὴ ζητοῦντες, φησὶ, τὸν ποιμένα, τῷ λύκῳ περιπέσητε, διὰ τοῦτο ὑμῖν λέγω γνωρίσματα τῆς τοῦ ποιμένος παρουσίας. Ἐπειδὴ γὰρ ἡ πρώτη αὐτοῦ παρουσία λανθάνουσα ἐγένετο, μὴ νομίσητε, φησὶν, ὅτι καὶ ἡ δευτέρα τοιαύτη ἔσται. Ἐκείνη γὰρ εἰκότως λανθάνουσα ἐγένετο· ἦλθε γὰρ ζητῆσαι τὸ ἀπολωλός· αὕτη δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ πῶς; εἰπὲ καὶ δίδαξον. Ὥσπερ ἐξέρχεται, φησὶν, ἡ ἀστραπὴ ἀπὸ ἀνατολῶν, καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀθρόον πᾶσι φανεῖται· οὐ δεήσεται οὐδεὶς ἐρωτῆσαι. Ὥσπερ γὰρ ἀστραπῆς φαινομένης, οὐ δεόμεθα ἐξετάζειν, εἰ ἐγένετο ἀστραπή· οὔτω τῆς παρουσίας αὐτοῦ γενομένης, οὐ δεησόμεθα ἐξετάζειν εἰ παρεγένετο ὁ Χριστός. Ἀλλὰ τὸ ζητούμενον οὐδέπω καὶ νῦν εἰρήκαμεν, εἰ μετὰ τοῦ σταυροῦ ἔρχεται. Ἄκουε τοίνυν καὶ τοῦτο σαφῶς αὐτοῦ δηλοῦντος.
Τότε, φησὶ, τουτέστιν, ὅταν ἔρχωμαι, ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται, καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς. Τοσαύτη γὰρ ἔσται τοῦ φωτὸς τότε ἡ ὑπερβολὴ, ὡς καὶ τὰ φανότατα ἄστρα ἀποκρύπτεσθαι. Καὶ οἱ ἀστέρες γὰρ, φησὶ, πεσοῦνται, καὶ οὕτω τὸ σημεῖον φανήσεται τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ. Εἶδες πόση ἡ ὑπερβολὴ τοῦ σημείου, πόση φαιδρότης, πόση λαμπηδών; Ὁ ἥλιος σκοτίζεται, ἡ σελήνη οὐ φαίνει, τὰ ἄστρα πίπτει· ἐκεῖνο δὲ μόνον φαίνεται, ἵνα μάθῃς ὅτι καὶ σελήνης φανότερον καὶ ἡλίου φαιδρότερόν ἐστι. Καθάπερ γὰρ βασιλέως εἰσιόντος, τὰ στρατόπεδα προλαμβάνοντα τὰ σημεῖα φέρει ἐπὶ τῶν ὤμων, καὶ προαγγέλλει τοῦ βασιλέως τὴν εἴσοδον· οὕτω τοῦ τῆς κτίσεως Δεσπότου καταβαίνοντος ἐκ τῶν οὐρανῶν, προλαμβάνει τὰ στρατόπεδα τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀρχαγγέλων τὸ σημεῖον ἐκεῖνο βαστάζοντα, καὶ τὴν βασιλικὴν εἴσοδον ἡμῖν ἀπαγγέλλοντα. Τότε, φησὶ, καὶ αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται, περὶ τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀρχαγγέλων λέγων, καὶ πασῶν τῶν ἀοράτων δυνάμεων· τρόμος γὰρ αὐτοὺς λήψεται, καὶ φόβος πολὺς καὶ ἀγωνία. Τίνος δὲ ἕνεκεν, εἰπέ μοι, καὶ αἱ δυνάμεις ἐκεῖναι ἐν φόβῳ καθεστήκασιν; Εἰκότως. Φοβερὸν ἔσται τότε τὸ δικαστήριον, ἅπασα ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις μέλλει κρίνεσθαι καὶ εὐθύνας ὑπέχειν καὶ παρίστασθαι βήματι φοβερῷ. Τί δήποτε δὲ καὶ οἱ ἄγγελοι τότε τρέμουσι, καὶ αἱ ἀσώματοι δυνάμεις ἐκεῖναι δεδοίκασιν; οὐδὲ γὰρ ἐκεῖνοι μέλλουσι κρίνεσθαι. Καθάπερ δικαστοῦ τοὺς ὑπευθύνους καταδικάζοντος, καὶ ἐφ᾿ ὑψηλοῦ τοῦ βήματος καθεζομένου, οὐχὶ οἱ ὑπεύθυνοι μόνον, ἀλλὰ καὶ οἱ τῆς τάξεως αὐτῆς παρεστῶτες, οἱ μηδὲν ἑαυτοῖς συνειδότες, ὅμως δεδοίκασι καὶ φρίττουσι διὰ τὸν φόβον τοῦ δικαστοῦ· οὕτω καὶ τότε, τῆς φύσεως τῆς ἡμετέρας κρινομένης καὶ τῶν πλημμελημάτων τὰς εὐθύνας ἀπαιτουμένης, καὶ οἱ μηδὲν συνειδότες ἑαυτοῖς ἄγγελοι, καὶ αἱ λοιπαὶ δυνάμεις δεδοίκασι καὶ τρέμουσι διὰ τὴν ἀπειλὴν τοῦ δικαστοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἔγνωμεν· τίνος δὲ ἕνεκεν καὶ διὰ τί ἔχων τὸν σταυρὸν ἔρχεται; Μάνθανε καὶ τούτου τὴν αἰτίαν. Ἵνα γὰρ δι᾿ αὐτῶν τῶν ἔργων μάθωσιν οἱ σταυρώσαντες τὴν οἰκείαν ἀγνωμοσύνην, διὰ τοῦτο αὐτὸν τὸν ἔλεγχον τῆς μανίας αὐτοῖς δείκνυσι. Καὶ ἵνα μάθῃς ὅτι διὰ τοῦτο αὐτὸν φέρει, ἵνα αὐτῶν καθάψηται, ἄκουε πάλιν αὐτοῦ τοῦ εὐαγγελιστοῦ λέγοντος· Τότε φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς, βλέπουσαι τὸν κατήγορον, καὶ ἐπιγινώσκουσαι τὸ ἁμάρτημα. Καὶ τί θαυμάζεις, εἰ τὸν σταυρὸν φέρων ἔρχεται; αὐτὰ τὰ τραύματα μεθ᾿ ἑαυτοῦ φέρων ἔρχεται. Πόθεν δῆλον, ὅτι αὐτὰ τὰ τραύματα φέρει μεθ᾿ ἑαυτοῦ; Ἄκουε τοῦ προφήτου λέγοντος· Ὄψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν. Καθάπερ γὰρ ἐπὶ τοῦ Θωμᾶ ἐποίησε, βουλόμενος τὴν ἀπιστίαν διορθῶσαι τοῦ μαθητοῦ, καὶ ἔδειξεν αὐτῷ τοὺς τύπους τῶν ἥλων, καὶ αὐτὰ τὰ τραύματα, καὶ λέγει, Βάλε τὸν δάκτυλόν σου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου, καὶ ἴδε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει, ἵνα δείξῃ αὐτῷ, ὅτι ἀληθῶς ἀνέστη· οὕτω καὶ τότε φέρει τὰ τραύματα καὶ τὸν σταυρόν, ἵνα αὐτοῖς δείξῃ, ὅτι αὐτός ἐστιν ἐκεῖνος ὁ σταυρωθείς. Μέγα ἄρα ἀγαθὸν καὶ σωτήριον, καὶ τεκμήριον ἐναργὲς τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας.
εʹ. Μᾶλλον δὲ οὐχ ὁ σταυρὸς μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ῥήματα τὰ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ δείκνυσιν αὐτοῦ τὴν ἄφατον φιλανθρωπίαν. Καὶ ἄκουε αὐτῶν τῶν ῥημάτων. Παρεστώτων γὰρ αὐτῶν τῶν σταυρωσάντων καὶ τῷ θυμῷ ζεόντων, Πάτερ, φησὶν, ἄφες αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσιν. Εἶδες φιλανθρωπίαν Δεσπότου; σταυρούμενος, ὑπὲρ τῶν σταυρούντων παρεκάλει· καίτοι ἐκεῖνοι ἐχλεύαζον καὶ διέσυρον αὐτὸν λέγοντες· Εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ. Καὶ μὴν διὰ τοῦτο οὐ καταβαίνει ἀπὸ τοῦ σταυροῦ, ἐπειδὴ Υἱός ἐστι τοῦ Θεοῦ· διὰ τοῦτο γὰρ ἦλθεν, ἵνα σταυρωθῇ ὑπὲρ ἡμῶν. Καταβάτω, φησὶν, ἀπὸ τοῦ σταυροῦ, ἵνα ἴδωμεν, καὶ πιστεύσωμεν εἰς αὐτόν. Ὅρα ἀναισχυντίας ῥήματα καὶ προφάσεις ἀπιστίας. Τοῦ καταβῆναι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ μεῖζον ἐποίησε, καὶ οὐκ ἐπίστευσαν, καὶ νῦν λέγουσι· Κατάβα ἀπὸ τοῦ σταυροῦ, καὶ πιστεύσομέν σοι. Τοῦ γὰρ καταβῆναι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ πολὺ μεῖζον ἦν τὸ νεκρὸν ἀναστῆναι, τοῦ λίθου ἐπικειμένου τῷ τάφῳ· τοῦ καταβῆναι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ πολὺ μεῖζον ἦν τετραήμερον ὄντα τὸν Λάζαρον κειρίαις ἐνειλημ[μ]ένον, μετὰ τούτων ἐξαγαγεῖν ἐκ τοῦ μνημείου. Εἶδες ἀνοίας ῥήματα; εἶδες μανίας ὑπερβολήν; ἀλλὰ προσέχετε μετὰ ἀκριβείας, παρακαλῶ, ἵνα εἰδῆτε Θεοῦ φιλανθρωπίαν ὑπερβάλλουσαν, καὶ πῶς αὐτῇ τῇ ἀνοίᾳ αὐτῶν ἀφορμῇ κέχρηται εἰς συγγνώμην ὁ Χριστός. Πάτερ, φησὶν, ἄφες αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι. Μονονουχὶ γὰρ τοῦτο δηλοῖ, δι᾿ ὧν φησιν· Ἀνόητοί εἰσι, καὶ ἀγνοοῦσιν ὃ πράττουσι. Κἀκεῖνοι μὲν ἔλεγον· Εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, σῶσον σεαυτόν· αὐτὸς δὲ ἐσπούδαζεν ὅπως ἐκείνους σώσῃ τοὺς ὀνειδίζοντας αὐτῷ καὶ κωμῳδοῦντας καὶ λοιδορουμένους. Ἄφες αὐτοῖς, φησὶ, τὴν ἁμαρτίαν ταύτην· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι. Τί οὖν; ἀφῆκεν αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν; Ἀφῆκε τοῖς βουλομένοις τὴν μετάνοιαν ἐπιδείξασθαι. Καὶ εἰ μὴ ἀφῆκεν αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν, οὐκ ἂν Παῦλος ἀπόστολος ἐγένετο· εἰ μὴ ἀφῆκεν αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν, οὐκ ἂν εὐθέως τρισχίλιοι καὶ πεντακισχίλιοι, οὐκ ἂν αἱ πολλαὶ μυριάδες τῶν Ἰουδαίων ἐπίστευσαν ὕστερον. Ἄκουσον γὰρ τί φησι πρὸς τὸν Παῦλον Ἰάκωβος ἐν Ἱεροσολύμοις· Θεωρεῖς, ἀδελφὲ, πόσαι μυριάδες εἰσὶ τῶν πεπιστευκότων Ἰουδαίων.
Μιμησώμεθα τοίνυν, παρακαλῶ, καὶ ἡμεῖς τὸν Δεσπότην, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν εὐχώμεθα. Ἅπερ χθὲς παρῄνεσα, ταῦτα καὶ νῦν πάλιν παραινῶ· εἰδὼς τοῦ κατορθώματος τὸ μέγεθος, μίμησαί σου τὸν Δεσπότην· ἐκεῖνος ἐσταυροῦτο, καὶ ὑπὲρ τῶν σταυρούντων παρεκάλει. Καὶ πῶς δύναμαι, φησὶ, τὸν Δεσπότην μιμήσασθαι; Ἂν ἐθέλῃς, δύνασαι· εἰ μὴ ἦν δυνατόν, οὐκ ἂν ἔλεγε· Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ· εἰ μὴ δυνατὸν ἦν ἀνθρώπῳ μιμήσασθαι, οὐκ ἂν ὁ Παῦλος εἶπε· Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ. Πλὴν ἀλλ᾿ οὐ βούλει μιμήσασθαι τὸν Δεσπότην; μίμησαί σου τὸν σύνδουλον, τὸν Στέφανον λέγω, τὸν πρῶτον ἀνοίξαντα τὰς τοῦ μαρτυρίου θύρας· ἐκεῖνος τὸν Δεσπότην ἐμιμήσατο. Καθάπερ γὰρ ὁ Δεσπότης μεταξὺ τῶν σταυρούντων αὐτὸν κρεμάμενος ὑπὲρ τῶν σταυρούντων παρεκάλει, οὕτω καὶ ὁ δοῦλος μεταξὺ τῶν λιθαζόντων ὤν, βαλλόμενος ὑπὸ πάντων, καὶ τὰς νιφάδας τῶν λίθων δεχόμενος, τὰς ὀδύνας τὰς ἐκ τούτων γινομένας ἀφεὶς ἔλεγε· Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. Εἶδες πῶς Υἱὸς διαλέγεται, καὶ πῶς δοῦλος εὔχεται; ἐκεῖνος λέγει· Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσιν· οὗτος λέγει· Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. Καὶ ἵνα μάθῃς ὅτι ἐσπουδασμένως τοῦτο ποιεῖ, οὐχ ἁπλῶς ηὔξατο, οὐδὲ ἀφωσιωμένως, οὐδὲ ἑστὼς, ἀλλὰ θεὶς τὰ γόνατα, μετὰ κατανύξεως, μετὰ πολλῆς τῆς συμπαθείας. Βούλει σοι δείξω καὶ ἄλλον σύνδουλον μείζονα εὐχόμενον εὐχὴν ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν; ἄκουε τοῦ μακαρίου Παύλου λέγοντος· μετὰ γὰρ τὸ εἰπεῖν ὅσα πέπονθεν, ὅτι Πεντάκις τεσσαράκοντα παρὰ μίαν παρὰ Ἰουδαίων ἔλαβον, τρὶς ἐῤῥαβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθάσθην, τρὶς ἐναυάγησα· καὶ ἀπαριθμήσασθαι τὸν ὁρμαθὸν καὶ τὰς ἐπιβουλὰς, ἃς παρ᾿ αὐτῶν καθ᾿ ἑκάστην ὑπέμεινε, φησὶ καὶ αὐτός· Ηὐχόμην ἀνάθεμα εἶναι αὐτὸς ἐγὼ ἀπὸ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται. Θέλεις καὶ ἑτέρους ἰδεῖν, οὐχὶ ἀπὸ τῆς Καινῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς Παλαιᾶς, τὸ αὐτὸ τοῦτο ποιοῦντας; Τοῦτο γὰρ μάλιστά ἐστι τὸ θαυμαστόν, ὅταν οἱ μὴ κελευσθέντες τοὺς ἐχθροὺς φιλεῖν, ἀλλ᾿ ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ, καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος ἐκβάλλειν, καὶ τοῖς ἴσοις ἀμύνεσθαι, οὗτοι πρὸς τὴν ἀποστολικὴν φθάσωσι κορυφήν. Ἄκουσον γοῦν τί φησι Μωϋσῆς ὁ καταλευσθεὶς πολλάκις ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων· Εἰ μὲν ἀφῇς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν. ἄφες· εἰ δὲ μὴ, κἀμὲ ἐξάλειψον ἐκ τῆς βίβλου ἧς ἔγραψας. Ὁρᾷς ἕκαστον τῶν δικαίων τὴν τῶν ἄλλων ἀσφάλειαν πρὸ τῆς οἰκείας σωτηρίας τιθέμενον; Οὐδὲν ἥμαρτες· τίνος ἕνεκεν κοινωνῆσαι βούλει αὐτῶν τῆς τιμωρίας; Οὐκ αἰσθάνομαι, φησὶ, τῆς εὐπραγίας, ἑτέρων πασχόντων κακῶς. Ἔστι δὲ καὶ ἕτερον ἰδεῖν τοιαύτην ποιούμενον εὐχήν. Πολλὰ γὰρ ἐπίτηδες παράγω τὰ παραδείγματα, ἵνα κἂν οὕτως ἑαυτοὺς διορθώσωμεν, καὶ τὸ χαλεπὸν τοῦτο νόσημα τῆς αὑτῶν ψυχῆς ἐξορίσωμεν, τὸ κατεύχεσθαι λέγω τῶν ἐχθρῶν. Ἄκουε καὶ τοῦ μακαρίου Δαυΐδ, ἡνίκα τοῦ Θεοῦ παροξυνθέντος καὶ ἄγγελον ἀποστείλαντος τὸν τιμωρησόμενον τὸ πλῆθος, τί φησιν, ὁρῶν λοιπὸν γυμνὴν τὴν ῥομφαίαν δεικνύντα τὸν ἄγγελον καὶ τὴν πληγὴν ἐπιφέρειν μέλλοντα· Ἐγὼ ὁ ποιμὴν ἐκακοποίησα, καὶ οὗτοι τὸ ποίμνιον τί ἐποίησαν; Γενέσθω ἡ χείρ σου ἐπ᾿ ἐμὲ, καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου. Ὁρᾷς πάλιν συγγενῆ τὰ κατορθώματα; Βούλει σοι δείξω καὶ ἕτερον τοῦτο ποιοῦντα; Σαμουὴλ ὁ προφήτης ὑβρίσθη παρὰ τῶν Ἰουδαίων, ἐξουθενήθη, ἠτιμώθη οὕτως, ὡς τὸν Θεὸν θελῆσαι αὐτὸν παραμυθήσασθαι. Προσέχετε, παρακαλῶ, μετὰ ἀκριβείας. Εἶπε γὰρ πρὸς αὐτὸν ὁ Θεός· Οὐ σὲ ἐξουθενήκασιν, ἀλλ᾿ ἐμέ. Τί οὖν ἐκεῖνος ὁ ἐξουθενηθεὶς, ὁ ἀτιμασθεὶς, ὁ καταφρονηθεὶς, ὁ ὑβρισθείς; Ἄκουε τί φησιν· Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο ἁμαρτεῖν τῷ Κυρίῳ τοῦ διαλιπεῖν προσευχόμενον ὑπὲρ ὑμῶν. Ἁμαρτίαν ἐνόμισεν εἶναι τὸ μὴ προσεύχεσθαι ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν. Μὴ γένοιτό μοι, φησὶν, ἁμαρτεῖν οὕτως, ὡς μὴ προσεύξασθαι ὑπὲρ ὑμῶν. Εἶδες ἕκαστον τῶν δικαίων, πόσην τούτου τοῦ κατορθώματος ἐποιήσατο τὴν ἐπιμέλειαν, τῷ Δεσπότῃ κατακολουθῶν; Ἴδωμεν τοίνυν ἄνωθεν τὰ εἰρημένα. Ὁ Δεσπότης λέγει· Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσιν. Ὁ Στέφανος εἶπε· Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. Ὁ Παῦλος λέγει· Ηὐχόμην ἀνάθεμα εἶναι αὐτὸς ἐγὼ ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα. Ὁ Μωϋσῆς ὁμοίως· Εἰ μὲν ἀφῇς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν, ἄφες· εἰ δὲ μὴ, κἀμὲ ἐξάλειψον ἐκ τῆς βίβλου ἧς ἔγραψας. Ὁ Δαυῒδ λέγει· Γενέσθω ἡ χείρ σου ἐπ᾿ ἐμὲ, καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου. Ὁ Σαμουὴλ ὡσαύτως· Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο ἁμαρτεῖν τοῦ διαλιπεῖν προσευχόμενον ὑπὲρ ὑμῶν. Ποίας οὖν τύχοιμεν ἡμεῖς συγγνώμης λοιπόν, τῶν ἀπὸ τῆς Καινῆς, τῶν ἀπὸ τῆς Παλαιᾶς, ὥσπερ πάντων ἡμᾶς ὠθούντων εἰς τὴν ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν εὐχὴν, εἰ μὴ μετὰ πάσης σπουδῆς τοῦτο κατορθοῦν σπουδάσομεν; Μὴ τοίνυν ῥᾳθυμῶμεν, παρακαλῶ. Ὅσῳ γὰρ πλείονα τὰ παραδείγματα, τοσούτῳ, ἂν μὴ μιμησώμεθα, μείζων ἡ κόλασις. Πολὺ γὰρ μεῖζόν ἐστι τὸ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν εὔχεσθαι, ἢ ὑπὲρ τῶν φίλων· οὐχ οὕτως ἡμᾶς ὠφελεῖ τὸ ὑπὲρ τῶν φίλων εὔχεσθαι, ὡς τὸ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν. Ἄκουε τοῦ Χριστοῦ λέγοντος· Ἐὰν ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστίν; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αὐτὸ ποιοῦσιν; Ὅταν τοίνυν ὑπὲρ τῶν φίλων εὐξώμεθα, οὐδέπω τῶν τελωνῶν γινόμεθα βελτίους· ἐὰν δὲ τοὺς ἐχθροὺς φιλήσωμεν, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν εὐξώμεθα, ὅμοιοι γινόμεθα τῷ Θεῷ κατὰ δύναμιν ἀνθρωπίνην. Ἔσεσθε γὰρ, φησὶν, ὅμοιοι τοῦ Πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς, καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους. Ὅταν οὖν καὶ ἀπὸ τοῦ Δεσπότου, καὶ ἀπὸ τῶν δούλων ἔχωμεν τὰ παραδείγματα, ζηλώσωμεν, κατορθώσωμεν τὴν ἀρετήν· ἵνα καὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἐπιτυχεῖν καταξιωθῶμεν, καὶ τῇ φρικτῇ ταύτῃ τραπέζῃ μετὰ πλείονος τῆς παῤῥησίας, τὸ συνειδὸς ἑαυτῶν ἐκκαθάραντες, καὶ τῶν ἐπηγγελμένων ἀγαθῶν ἐπιτύχωμεν, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μεθ᾿ οὗ τῷ Πατρὶ, ἅμα τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, δόξα, κράτος, τιμὴ, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Έξοδος από την κρίση, του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη,

Έξοδος από την κρίση, του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη,

Έξοδος από την κρίση
του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη

από την εφημερίδα «Μακεδονία», 16/10/2011
Είπα στον εαυτό μου να μην ασχοληθώ ξανά με το θέμα της οικονομικής κρίσης. Επειδή όμως η κατάσταση χειροτερεύει συνεχώς και τα δικαιολογημένα παράπονα θεριεύουν, θέλησα να μην τηρήσω τον λόγο μου. Δεν θα μεταφέρω γνωστά πικρά γεγονότα, ούτε θα γίνω εκτιμητής τους. Καθημερινά αναθεωρούνται πρόσφατες αποφάσεις, μεγαλώνουν τα προβλήματα και μεγαλώνει η κρίση. Άφωτα αδιέξοδα, τραγικά δράματα, εικόνες θλίψης, ντροπής και κατάντιας. Ανησυχία, αγωνία, χρεοκοπία, ανεργία, αβεβαιότητα και καχυποψία επικρατούν. Πρόκειται οπωσδήποτε για ελεεινό και αξιοδάκρυτο κατάντημα.
Ξαναχρειάζεται να ειπωθεί το σύνθημα περί αλλαγής δυνατά. Είναι μια ευκαιρία τώρα, που διαφορετικά δεν θα δινόταν, να ομολογήσουμε την ήττα μας, την αδυναμία, την αμαρτία μας. Με γενναιότητα να οδηγηθούμε στην απαραίτητη μετάνοια. Τώρα αμέσως, δεν υπάρχει χρόνος για απώλεια. Να παραδεχθούμε τους παρασυρμούς μας, ότι πήραμε τη ζωή μας λάθος, δεν θέσαμε υψηλούς στόχους, συμφωνήσαμε με την αδικία. Δυστυχώς η αναλήθεια, η αδιαφάνεια, η ανεντιμότητα, η αδιαφορία, η ασέβεια έλαβαν κυρίαρχη θέση στη ζωή μας. Είναι καιρός να σκύψουμε καλά μέσα μας, να παρατηρήσουμε αυστηρά τον εαυτό μας, να μεταποιήσουμε τα πάθη μας. Είναι ύστατη ώρα, δεν υπάρχουν περιθώρια για αναβολές και καθυστερήσεις. Είμεθα υπεύθυνοι για τους εαυτούς μας. Ας αφήσουμε τώρα τους άλλους, ας δούμε πιο προσεκτικά τους όχι και τόσο γνωστούς εαυτούς μας.