Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Μαρτύριον τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἀθανασίου, ἀθλήσαντος ἐν ἔτει 1846



Μαρτύριον τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἀθανασίου,
ἀθλήσαντος ἐν ἔτει 1846. Προτροπῇ καὶ εἰσηγήσει τοῦ
πανοσιωτάτου Θωμᾶ ἱερομονάχου,
διατελοῦντος ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ῥωσσικοῦ °
Προοίμιον
Τὸ εἶδος τῶν ἐπερχομένων πειρασμῶν, ἀδελφοί, εἶναι διπλοῦν. Διότι εἶναι θλίψεις καὶ στενοχωρίαι ὁποῦ δοκιμάζουσι τὰς καρδίας ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ, καὶ μὲ τὴν ὑπομονὴν ἐλέγχονται ἐὰν εἰς τέλος ὑπομείνωσιν, εἶναι δὲ πάλιν πειρασμοὶ ὁποῦ συμβαίνουσιν εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, ὁποῦ γίνονται πειρατήριον δοκιμῆς πρὸς ὠφέ­λειαν. Διότι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εὑρίσκεται εἰς εὐπραγίαν καὶ ἀνά­παυ­σιν, δύσκολον εἶναι νὰ φυλάξῃ τὴν ψυχὴν ἀταπείνωτον, ἀμὴ ὅταν περιπέσῃ εἰς πειρασμούς, τότε ἐνθυμεῖται τὸν Θεὸν καὶ δεόμενος σώ­ζε­ται.
Οὕτω καὶ ὁ νῦν ἱστορούμενος καὶ εὐφημούμενος νεομάρτυς Ἀ­θανάσιος, ὅστις πατρίδα μὲν εἶχε τὴν νῆσον Λῆμνον, ἀπὸ γονεῖς εὐ­σεβεῖς γεννηθεὶς καὶ ἀνατραφεὶς καὶ παιδευθεὶς τὰ ἱερὰ γράμματα, ἐξήφθη ἀπὸ θεῖον ζῆλον καὶ ἦλθεν εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἔμεινεν εἰς τὴν ἱερὰν λαύραν τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου· καὶ ὑπετάχθη εἰς γέροντα καὶ διῆγε καλῶς. Ἀλλὰ καθὼς εἰς τὸ Σίναιον ὄρος καὶ Ῥαϊθὼ καὶ Μονὴν τοῦ ἁγίου Σάβα κατὰ θείαν συγχώρησιν κατέδραμον οἱ βάρ­βαροι καὶ ἐφόνευσαν τοὺς ὁσίους πατέρας | οὕτω συνέβη καὶ εἰς τὸ ἁγιώνυμον ὄρος τοῦ Ἄθω κατὰ 1821. 2: 3:, ὅτε ἐξεῤῥάγη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ἐπανάστασις, ἦλθε ὁ Ἀμπομποὺτ πασᾶς τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὑπέταξε τὸ ὄρος καὶ πολλὰ δεινὰ συνέβησαν. Εἶτα ἀποστείλας ἀνθρώπους ἐδικούς του εἰς τὸ ὄρος, ἐσύναξαν τὰ εὑρισκόμενα παι­δία, τὸν ἀριθμὸν ἑβδομήκοντα, καὶ ἤγαγον αὐτὰ εἰς τὴν Θεσσαλονί­κην καὶ τὰ ἐτούρκισαν (α), ἕνα δὲ μόνον ἐστάθη σταθερὸν εἰς τὴν πί­στιν καὶ ἐμαρτύρησεν, ὀνόματι Ζαφείρης. Τότε συνέλαβον καὶ τὸν Ἀθανάσιον καὶ ἤγαγον εἰς Θεσσαλονίκην, κἀκεῖθεν ἀπήχθη εἰς Αἴ­γυ­πτον, ὡς ἕρμαιον δουλωθεὶς εἰς αὐθέντην ἀγαρηνόν, ὅστις περιέ­τε­μεν αὐτὸν καὶ εἶχεν ὡς ἐμπιστευμένον εἰς τὸν οἶκον του. Καὶ φθά­σαντος αὐτοῦ εἰς ἡλικίαν τὸν ἐτίμησε καὶ ὑπάνδρευσεν μὲ γυναῖκα τινὰ τῶν αἰχμαλωτισθεισῶν*εἰς ἐκείνην τὴν τραγικὴν καταδρομὴν τῶν χριστιανῶν, ἡ ὁποία ἔγινε καὶ αὐτὴ ἀρνησίχριστος, ἀναγκα­σθεῖ­σα ἀπὸ βίαν καὶ πενίαν. Οὕτως οὖν διάγων ἐν εὐημερίᾳ καὶ εὐπρα­γίᾳ, πλουτῶν εἰς τὴν ἀσέβειαν, ἐτιμήθη αὐθέντης εἰς εἴκοσι χωρία, Ἶτζ ἀγᾶς κληθείς, τὴν δὲ εὐσέβειαν ποσῶς δὲν ἐνθυμεῖτο. Τόσον δὲ ζῆλον εἶχεν εἰς τὸν Μωαμεθανισμὸν (καθὼς ὁ ἴδιος μᾶς ἔλεγεν) ὅτι νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν πατρίδα του, νὰ λάβῃ τοὺς γονεῖς του καὶ ἀδελ­φούς του νὰ τοὺς τουρκίσῃ, διὰ νὰ ἔχῃ μισθὸν ἐκ Θεοῦ. | Ἀλλ᾽ ὁ παν­ά­­γαθος Θεός, ὁ θέλων πάντας σωθῆναι, ᾠκονόμησε θαυμασίως τὴν σωτηρίαν του, διὰ τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου Πατριάρ­χου Ἀλεξανδρείας, καὶ ἀκούσατε.
Ἐφάνη εἰς αὐτὸν ὁ θεῖος Ἀθανάσιος καθ᾽ ὕπνον καὶ λέγει του· «Πῶς ἠρνήθης, ἄθλιε, τὴν πάτριόν σου ἀληθινὴν πίστιν καὶ ἐδέχθης τὴν μιαρὰν τῶν ἀπίστων ἀσέβειαν καὶ μέλλεις νὰ κολάζεσαι μὲ αὐ­τοὺς αἰωνίως; Καὶ διὰ πρόσκαιρον ἡδυπάθειαν ὁποῦ τώρα ἀπο­λαμ­βά­νεις, νὰ φλογίζεσαι αἰωνίως εἰς τὴν γέεναν τοῦ αἰωνίου πυρός. Ἐλθὲ εἰς τὸν ἑαυτὸν σου, πρὶν σὲ φθάσῃ ὁ θάνατος, καὶ τότε ἐν τῷ ᾅδῃ οὐκ ἔστι μετάνοια. Τώρα ὁποῦ ζῇς, δύνασαι, ἐὰν θέλεις, νὰ μετανοήσῃς καὶ νὰ σωθῇς, καθὼς καὶ ἄλλοι ὅμοιοὶ σου μετενόησαν καὶ ἐσώθησαν». Ταῦτα ἀκούσας, ἦλθε μὲν εἰς αἴσθησιν, ἀλλ᾽ ἡ μα­ταί­α δόξα καὶ τρυφὴ τὸν ἐκράτει καὶ ἔμενεν εἰς τὴν ἀσέβειαν. Ὁ δὲ ἅ­γιος τοῦ ἐφάνη καὶ δεύτερον καὶ τοῦ εἶπε τὰ αὐτά. Καὶ διὰ νὰ τὸν πληρο­φορήσῃ, τοῦ ἐφάνη ὅτι ἐπήρθη ἀοράτως καὶ τὸν ἐπῆγεν ἔξω τοῦ Μεγάλου Κάερος (Μυσιρίου) καὶ ἐκεῖ εἶδε δύο λίμνας πυρίνας, ὡσὰν στέρνας μεγάλας, καὶ ἐκόχλαζαν ἀπὸ πῦρ, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἔ­βγε­­νε δυ­σωδία ἀνυπόφορος. Ἄνωθεν δὲ αὐτῶν τῶν στέρνων ἐστέ­κον­το δαίμονες μὲ φραγγέλια πύρινα. Ἔσωθεν δὲ αὐτῶν εἶδε τὸν Μωά­μεθ καὶ τοὺς ὀπαδούς του ὅλους καὶ πλῆθος τουρκῶν, ἀνάμεσα εἰς τοὺς ὁποίους εἶδε καὶ πολλοὺς φίλους του Αἰγυπτίους τούρκους, τοὺς ὁποίους ἐγνώρισε, καὶ ἦτον ἀποθαμένοι τότε, πολλοὶ δὲ ἐξ ἐ­κεί­νων ἥπλωναν τὰς χεῖρας των νὰ πιασθῶσιν ἀπὸ τὰ σίδηρα | καὶ οἱ δαί­μο­νες τοὺς ἔκρουον μὲ τὰ φραγγέλια καὶ ἔπιπτον εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρὸς ὀδυρόμενοι. Ταῦτα βλέπων ἔφριξεν ἀπὸ τὸν φόβον του. Ὁ δὲ ἅγιος Ἀθανάσιος λέγει του· «Βλέπεις τοὺς φίλους σου καὶ τὸν Μωάμεθ μὲ τοὺς ὀπαδούς του ὁποῦ τοὺς σέβουσουν πῶς τυραν­νοῦν­ται. Ὧδε ἔχεις ἐλθεῖν καὶ σύ, ἐὰν δὲν ἐπιστρέψης εἰς τὴν πίστιν τῶν χριστιανῶν ὁποῦ τὴν ἠρνήθης». Αὐτὰ μᾶς ἐδιηγήθη ὁ ἴδιος μετὰ τὴν ἐπιστροφήν του.*
Ταῦτα ἐν ἐκστάσει ἰδὼν καὶ ἔξυπνος γενόμενος, ἐσυλλογίζετο τὰ ὁραθέντα, πλὴν νὰ ἀφήσῃ τὴν πλάνην ἕνα μὲν ἐφοβεῖτο, ἄλλο δὲ τὴν καλοπάθειαν καὶ δόξαν νὰ ὑστερηθῇ δὲν ἤθελεν, ὅθεν ἔμεινεν ὁ αὐτός. Μετὰ δὲ ἡμέρας τινὰς τοῦ ἐφάνη ὁ ἅγιος πάλιν καὶ λέγει του· «Ἐπειδὴ καὶ δὲν μοῦ ὑπήκουσες, οὔτε ἐφοβήθης εἰς τὰ φρικτὰ ὁποῦ εἶδες, ἰδοὺ σοῦ ὑστερῶ τὸν ἕνα ὀφθαλμὸν καὶ ποίησον ὡς βούλεσαι». Καὶ ὁ μὲν ἅγιος ἀφανὴς ἐγένετο, ὁ δὲ ἐγερθεὶς ἐκ τοῦ ὕπνου, εὑρέθη τυφλὸς ἀπὸ τὸν ἕνα ὀφθαλμὸν καὶ θαυμάσας ἀνήγγειλε τῆς γυναι­κός του τὰ ὁραθέντα, καὶ τὴν τύφλωσιν τοῦ ὀφθαλμοῦ του. Ἡ δὲ γυνὴ ἀκούσασα, χριστιανὴ καὶ αὐτὴ πρότερον οὖσα λέγει του· «Τοι­αῦ­τα παράδοξα θαύματα εἶδες καὶ μένεις ἀκόμη ἀμφίβολος; Φρόν­τι­σον τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς σου». Ὅθεν ἀνανήψας ἐκ τοῦ κάρου τῆς ἀσεβείας, ᾠκονόμησε τὴν γυναῖκα του, ἀφήσας εἰς αὐτὴν ὅλην του τὴν ὕπαρξιν, νουθετήσας αὐτὴν νὰ ζῇ εὐσεβῶς κρυφίως ὡς ἐδύ­να­το, ὅτι νὰ τὴν λάβῃ μεθ᾽ἑαυτοῦ δὲν ἐδύνετο. Καὶ λαβὼν τινὰ χρή­ματα ἀνέβη εἰς πλοῖον καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἔμει­νεν εἰς τὸ κελλίον τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου, καλούμενον Σεράγιον, πλη­σίον τῶν Καρυῶν, καὶ ἐξομολογήθη εἰς πνευματικὸν | καὶ ὡμολόγη­σεν ὅλα τὰ εἰς αὐτὸν συμβάντα. Καὶ κατηχήσας αὐτὸν ὁ πνευματι­κός, ἐκα­θά­ρι­σε μὲ νηστείαν καὶ τοῦ ἀνέγνωσε τὰς ἐξιλαστικὰς εὐ­χὰς καὶ τὸν ἔχρισε μὲ τὸ ἅγιον μῦρον, καὶ ἔγινε πάλιν χριστιανός. Ἔπειτα ἀπῆλ­θεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, κᾀκεῖθεν ἀπῆλθεν εἰς τὴν πατρίδα του Λῆμνον καὶ ἔμειν᾽ ἐκεῖ θαῤῥήσας εἰς τὴν συνθήκην τὴν γενομέ­νην μεταξὺ Εὐρωπαίων καὶ Τούρκων, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς οἱ χριστιανοὶ νὰ μένουν ἀ­νε­νόχλητοι εἰς τὸ θρησκευτικόν. Ἀλλ᾽ ὁ καρκῖνος ὀρθὰ βα­δί­ζειν οὐκ οἶδεν. Ὅθεν γνωρισθεὶς εἰς τοὺς ἐκεῖσε ἀγαρηνούς, ἠγρι­ώ­θησαν κατ᾽ αὐτοῦ καὶ ἐζήτουν τρόπον νὰ τὸν φονεύσουν οἱ φόνιοι καὶ φανερῶς μὴ δυνάμενοι, τὸν ἠπάτησαν ὡς τάχα νὰ ποιήσωσι πραγ­ματείαν μὲ πλοῖον· καὶ πλέοντες τὸν Ἑλλήσποντον, ἐβύθισαν αὐ­τὸν εἰς τὴν θά­λασ­σαν καὶ τὸν ἔπνιξαν. Καὶ οὕτως ἔλαβε τοῦ μαρ­τυ­ρίου τὸν στέφα­νον ὁ ἀοίδιμος καὶ συνετάγη εἰς τὸν χορὸν τῶν Μαρτύρων, ὡς κα­τα­φρονήσας δόξαν ματαίαν καὶ πλοῦτον φθειρό­με­νον καὶ ἡδονὰς σαρ­κός καὶ τὸν Κύριον ἀγαπήσας. Διὸ καὶ στε­φά­νῳ τῆς νίκης ἐκο­σμήθη παρ᾽ Αὐτοῦ, ᾧ ἡ δόξα, καὶ τὸ κράτος, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ἀμήν.
Ἀπολυτίκιον. * Ἦχος δ´.

 

Ὡς στύλος ἀκλόνητος
Σταυρὸν ὥσπερ θώρακα ἀναλαβόμενος
πρὸς πάλην ἐχώρησας τῶν ἀσεβῶν ἀνδρικῶς,
στεῤῥὲ Ἀθανάσιε·
ὅθεν καὶ μυκτηρίσας ἀσεβῶν δυναστείαν
ἔπαθλον ἐκομίσω στέφος τῆς ἀφθαρσίας,
πρεσβεύων λυτρωθῆναι ἡμᾶς
ἐκ πολυπλόκων δεινῶν.

Τό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Σάββα (Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ) τῆς Μεγίστης Λαύρας.


.

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ. ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ, ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΤ

















... (ὁ ἅγιος Γρηγόριος ό Παλαμᾶς) στα 1331, θα ξαναγυρίσει στον Άθωνα, αφου οι σερβικές επιδρομές λυμαινόντουσαν σταθερά την περιοχή της Βέρροιας. Ως τόπο  διαμονής του, διάλεξε το ερημητήριο του αγίου Σάββα, κοντά στη Λαύρα. Οι μοναχοί δείχνουν ακόμη και σήμερα την τοποθεσία του ερημητηρίου αυτού όπου αργότερα κτίσθηκε ένα παρεκκλήσι. Ο άγιος Σάββας βρίσκεται ψηλότερα από το μοναστήρι, σκαρφαλωμένος στην απόκρημνη πλαγιά του όρους Άθω. Χρειάζεται περίπου μιας ώρας κουραστική πορεία για να το φθάσεις, ακολουθώντας ένα ορεινό μονοπάτι. Ο Παλαμάς εξακολούθησε εκεί το ίδιο είδος ζωής που είχε υιοθετήσει στη Βέρροια: Απομονωμένος στη διάρκεια των ημερών της εβδομάδας, κατέβαινε στο μοναστήρι για τις λειτουργικές γιορτές.
 Σημειώνουμε από τώρα την αρκετά αξιοπρόσεκτη αυτή ισορροπία ανάμεσα στην προσωπική πνευματικότητα και την κοινοβιακή προσευχή, που ο ησυχασμός του ΙΔ' αιώνα ήξερε να βρίσκει και που Θα προσδιορίσει σε πλατύ μέτρο τη θεολογική σκέψη του Παλαμά.
Η παραμονή του Γρηγορίου στον άγιο Σάββα διακόπηκε στα 1335-1336 για σύντομη περίοδο. Οι αθωνικές αρχές τον ονόμασαν τη στιγμή εκείνη ηγούμενο ενός μεγάλου μοναστηριού, του Εσφιγμένου, που βρίσκεται στα βόρεια της χερσονήσου και που αριθμούσε το ΙΔ' αιώνα, σχεδόν 200 μοναχούς. Ο μεταρρυθμιστικός ζήλος του νεαρού ηγουμένου θα τον φέρει σε λίγο σε σύγκρουση με τους μοναχούς. Ο Παλαμάς θα επιστρέψει στον άγιο Σάββα: Άλλες έγνοιες θα τον περιμένουν εκεί.
Η σύγκρουση με το Βαρλαάμ και τον Ακίνδυνο...
από τό βιβλίο του Jean Meyendorff
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ από την πρωτότυπη γαλλική έκδοση ΕΛ. ΜΑΪΝΑΣ  Εκδόσεις «ΑΚΡΙΤΑΣ»


ΤΟ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ

ΑΓΙΟΣ ΝΗΦΩΝ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ



Άγιος Νήφων ο Β΄

 Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (†1508)



Καταγόταν από ευγενική οικογένεια της Πελοποννήσου. Τα πρώτα γράμματα διδάχθηκε στην πατρίδα του, «είχε δε και τόσον δεξιών νουν, οπού εις ολίγον καιρόν απέρασεν όλους τους συμμαθητάς του εις τα μαθήματα». Στην Επίδαυρο υποτάχθηκε στον ενάρετο Γέροντα Αντώνιο, ο οποίος του φόρεσε το μοναχικό σχήμα και από Νικόλαο τον ονόμασε Νήφωνα. Εργόχειρο είχε την καλλιγραφία και ποτέ δεν άφηνε την προσευχή, τη σιωπή και τη μελέτη. «Ούτε βιβλίον Εκκλησιαστικόν ανέγνωσε χωρίς να χύση δάκρυα».
Μετά τον θάνατο του Γέροντός του γνωρίσθηκε με τον σοφό Αγιορείτη Ζαχαρία και, αφού περιόδευσαν διαφόρους τόπους προς στηριγμό των χριστιανών, εγκαταστάθηκαν στην Αχρίδα, στη μονή της Θεοτόκου. Όταν ο Ζαχαρίας εξελέγη αρχιεπίσκοπος Αχριδών, ο Νήφων ήλθε με την ευλογία του στο Άγιον Όρος και επισκέφθηκε διαδοχικά τις μονές Βατοπεδίου, Παντοκράτορος, Μ. Λαύρας και Διονυσίου, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Ήταν αγαπητός απ' όλους τους Αγιορείτες για τη σπάνια σοφία και την ασυνήθιστη ταπείνωσή του. «Όλοι εθαύμαζαν την σύνεσιν των λόγων του. Ότι τόσον γλυκύς ήτον εις το λέγειν, οπού δεν εδύνατο τινάς να τον χωρισθή αλλά από την γλυκύτητα των λόγων του αλησμονούσε και την σωματικήν τροφήν». 
Χωρίς τη θέλησή του εξελέγη μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1482) και από εκεί προβιβάσθηκε στον πατριαρχικό θρόνο στα τέλη του 1486, όπου παρέμεινε μέχρι το 1488. Μετά τη δεύτερη εκθρόνισή του το 1498, ύστερα από διετή περίπου πατριαρχεία, προσκλήθηκε από τον ηγεμόνα Ράδουλο (1496-1508) στη Βλαχία για να διοργανώσει την Εκκλησία και να διδάξει τον λαό, και «όλοι τον εδέχθησαν ως απόστολον του Κυρίου». Τον συνόδευαν οι όσιοι μαθητές του Μακάριος και Ιωάσαφ. Αμέσως, με μεγάλο ζήλο επιδόθηκε στο έργο του, σώζοντας τη Ρουμανική Εκκλησία από την έντονη παπική προπαγάνδα, την ηθοφθορία και αμέλεια κλήρου και λαού και «όλοι εδόξαζον τον Θεόν, οπού τους απέστειλε τοιούτον φωστήρα, και τους ωδήγησεν εις την οδόν της αληθείας και τον ωνόμαζον Νέον Χρυσόστομον». Επειδή όμως ο ηγεμόνας στάθηκε ασεβής στους θείους νόμους, αφού τον νουθέτησε ο άγιος, αποσύρθηκε στη μονή του Διονυσίου, όπου μετά από θαυμαστούς αγώνες ανεπαύθη. Είχε επιστρέψει αγνώριστος στη μονή και είχε ζητήσει το διακόνημα του βουρδουνάρη.
Το τίμιο λείψανό του πολλά θαύματα τέλεσε, φυλάγεται σε θαυμάσια λάρνακα στη μονή του και η κάρα του με το δεξί του χέρι σε μονή της Ρουμανίας. Ο τάφος του βρίσκεται πλάϊ στο ναό του κοιμητηρίου της μονής.


Πρώτος βιογράφος του (1517) ο μαθητής του και Πρώτος του Αγίου Όρους Γαβριήλ (1527-1528). Την ακολουθία του έγραψε ο γνωστός ιατρός Ιωάννης Κομνηνός, ο μετέπειτα μητροπολίτης Δρύστρας Ιερόθεος. Την ακολουθία αυτή αναθεώρησε και βελτίωσε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος συνέταξε τα εγκώμια.
Στη μονή Διονυσίου υπάρχει παρεκκλήσιο προς τιμή του Αγίου, κτίσμα του 1782 και έξω της μονής Κάθισμα του αγίου Νήφωνος και το ιστορικό προσκυνητάρι, όπου του έγινε η υποδοχή ως πατριάρχη, ιδιότητα που αποκαλύφθηκε στον ηγούμενο με όραμα, γιατί είχε κρυφθεί.
Η ιδιαιτέρα μνήμη του τιμάται πανηγυρικά με ολονύκτιο αγρυπνία στην ασκητική μονή του μεγάλου αγίου στις 11 Αυγούστου

απο το ιστολόγιο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
Read more: 
http://ioannis-kapodistrias.blogspot.com/2012/08/1508.html#ixzz2e1SsQj75

Χαρίτων ὁ Πνευματικός (1836-1906). Βίος καί Ἔργα.



ἔκδ. Βρυέννιος, Σειρά: Ὁσίων Θησαύρισμα 2, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 150  

«... Ὁ γέροντας Χαρίτων ὁ Πνευματικός διαζωγραφεῖται στό παρόν πόνημα ὡς ἀσκητική νηπτική μορφή, ὡς ἄριστος καί ἔμπειρος πνευματικός πού ἄφησε ἐποχή, ὡς ἡσυχαστής καί μύστης τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ὡς λόγιος καί φιλομαθής μοναχός, καί ὡς ὑμνογράφος καί ἄριστος γνώστης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τυπικοῦ. Ἡ Βιβλιοθήκη τοῦ Κυριακοῦ τῆς Ἱ. Σκήτης Ἁγ. Τριάδος τῶν Καυσοκαλυβίων διασώζει τά περισσότερα χειρόγραφα τοῦ μακαρίου καί εὐλογημένου αὐτοῦ πνευματικοῦ. Δέν ὑπῆρχε γι᾿ αὐτό καταλληλότερο πρόσωπο γιά τήν παρουσίαση τοῦ προσώπου καί τοῦ ἔργου του, ἀπό τόν βιβλιοθηκάριο τῆς Σκήτης μοναχό Πατάπιο, ὁ ὁποῖος καί μέ ἄλλα του δημοσιεύματα συμβάλλει σημαντικά στήν φανέρωση ἀγνώστων ἁγιορειτικῶν μορφῶν καί ποικίλων θησαυρισμάτων καί χαρισμάτων...». 

Ἀπό τόν Πρόλογο τοῦ πρωτοπρεσβ. Θεοδώρου Ζήση, καθηγητή Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης




ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

[1] Έγγραφο με αριθμό 102 του καταλόγου μοναχού Παταπίου, βιβλιοφύλακα.
[2] Ανδρέα Θεοφιλοπούλου, ιερομονάχου, Γεροντικόν του Αγίου Όρους σελ. 187. Το κεφάλαιο που αφορά τη σπηλιά του αγίου Αθανάσιου του αθωνίτη και τον παπα-Χαρίτωνα είναι στις σελίδες 185-191.
[3] Κατά μία πληροφορία που δε μπόρεσα να διασταυρώσω κατοίκησε στην ανδρώα τότε Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου.
[4] Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτη, Μορφές του Άθω, ο παπα-Χαρίτων ο Πνευματικός, Πρωτάτον. Καρυές Αγίου Όρους Άθω, 2001 αριθ. 82 σελ. 44-47.
[5] Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτη, Μορφές του Άθω, ο.π.
[6] Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτη, Μορφές του Άθω, ο.π.
[7] Ανδρέα Θεοφιλοπούλου, Γεροντικόν του Αγίου Όρους, ο.π.
[8] Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτη, Μορφές του Άθω, ο.π.
[9] Η παρακάτω διήγηση  διασώθηκε από το γέροντα Ισίδωρο και έχει καταγραφεί στο έργο: Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου ιερομονάχου, Ασκητικές μορφές, Άγιον Όρος 2000, σελ. 214-215.
[10] Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτη, Μορφές του Άθω, ο.π.
[11] Περισσότερα για τη τύχη της συνοδείας βλ. σε: Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτη, Μορφές του Άθω, ο.π. και Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου, Ασκητικές μορφές, ο.π.
[12] Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου, Ασκητικές μορφές, ο.π.
[13] Τα παρατιθέμενα δημοσιεύονται σε: Ανδρέα Θεοφιλοπούλου, Γεροντικόν του Αγίου Όρους, σελ. 186.
[14] Ανδρέα Θεοφιλοπούλου,  Γεροντικόν του Αγίου Όρους, ο.π.,  σελ. 190

ΠΗΓΗ: ΟΜΟΘΥΜΑΔΟΝ Σύλλογος Ενοριτών Αγίου Αθανασίου Μπάρας Τρικάλων

Ο ΤΡΙΚΑΛΙΝΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΧΑΡΙΤΩΝ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


                                                       (1836-1906)

Ο πνευματικός, ο λόγιος, ο υμνογράφος, ο ασκητικός,

ο ενάρετος, ο χαριτωμένος.



Γεωργίου Στ. Αποστολάκη
Προέδρου Εφετών

1.- Ο βίος του.
          Ελάχιστα είναι γνωστός στην πατρίδα του ο περίφημος και περιβόητος στα χρόνια του παπα-Χαρίτων ο πνευματικός που ασκήθηκε στο Άγιον Όρος. Θεωρούνταν και ήταν μεγάλο πνευματικό ανάστημα, ισάξιος των παλιών νηπτικών πατέρων και γνήσιο τέκνο των Κολλυβάδων
Από την (ανέκδοτη δυστυχώς ακόμη) αυτοβιογραφία του που φυλάσσεται σε χειρόγραφο στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Σκήτης Καυσοκαλυβίων Αγίου Όρους[1]γνωρίζουμε ότι ο όσιος αυτός ασκητής γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1836 στο Μεγάλο Κεφαλόβρυσο Τρικάλων (Μεγάλο Μέρτσιο ονομαζόταν τότε). Ήταν γιος του ιερέα  του χωριού και όταν βαφτίσθηκε έλαβε το όνομα Χαράλαμπος. Το κοσμικό του επώνυμο ήταν «Παπαδόπουλος» ή «Παπαγεωργόπουλος». Σπούδασε στα Τρίκαλα κατά τα έτη 1844 έως 1852.
Μέσα του όμως έκαιγε ο πόθος του μοναχικού βίου που τον ωθούσε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Να πώς ο Κύριος οικονόμησε τη σωτηρία του:
«Ο πατέρας μου, έλεγε, ήταν ιερέας και είχε έργο πολύ βαρύ και δύσκολο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και μάλιστα λίγο μετά την επανάσταση του ’21. Με έπαιρνε, όταν ήμουν ηλικίας δέκα έως δώδεκα χρονών, μαζί του να τον βοηθήσω να κάνει τις θείες λειτουργίες σε χωριά μακριά από το δικό μας. Περνούσαμε τη νύχτα με φόβο και τρόμο από το νεκροταφείο ενός χωριού που ήταν πολλοί Τούρκοι κάτοικοι.
»Στο κεφαλοχώρι αυτό, όταν περνούσαμε από το τούρκικο νεκροταφείο, βλέπω πάνω σε κάθε τάφο να κάθεται και ένα σκυλί. Από τα σκυλιά αυτά άλλο είχε για στρώμα ένα ωραίο χαλί, άλλο κάθονταν πάνω σε μαξιλαράκι, άλλο σε ένα κουρέλι και άλλο τελείως κάτω στο χώμα και τις λάσπες, κι όλα έτρεμαν από το κρύο.
»Βλέποντας αυτά εγώ, καθόμουν και χάζευα.  Εν τω μεταξύ ο πατέρας μου φεύγοντας νόμιζε πως εγώ τον ακολουθώ κι έτσι είχε αρκετά απομακρυνθεί. Σαν είδε πως δεν πήγαινα κοντά του, γύρισε και με βρήκε να παρατηρώ τους τάφους.
»Στην ερώτηση γιατί παρέμεινα εκεί, του διηγήθηκα αυτά τα παράξενα και περίεργα πράγματα που συνέβαιναν στους τάφους των Τούρκων.
»Ο πατέρας μου, ο οποίος δεν έβλεπε τίποτε απ’ αυτά που εγώ είδα, μου εξήγησε πως όταν πεθαίνει ο άνθρωπος, το σώμα θάβεται στη γη, αλλά η ψυχή πηγαίνει στο δίκαιο Κριτή να δώσει λόγο για τις πράξεις που έκαμε στη ζωή με το σώμα εδώ στη γη. Και ανάλογα με τα έργα του ο καθένας θα πληρωθεί. Γι’ αυτό τα σκυλιά που βλέπεις να κοιμούνται πάνω στους τάφους είναι οι ψυχές των Τούρκων που είναι άπιστοι  γιατί δεν πίστεψαν στη μόνη πραγματική και αληθινή θρησκεία των Χριστιανών, αλλά επειδή σ΄ αυτή την ψεύτικη θρησκεία που διδάχθηκαν μένουν πιστοί, όπως πιστά μένουν τα σκυλιά στα αφεντικά τους, έτσι και αυτών η ψυχή πήρε τη μορφή σκύλου. Και επειδή μερικοί απ’ αυτούς στη ζωή τους μπορεί να είχαν κάνει καλά έργα και κοινωφελείς πράξεις, ο Θεός σαν δίκαιος που είναι δίνει στη ψυχή τους μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία που θα γίνει η τέλεια κρίση και ανταπόδοση σε όλους τους ανθρώπους, δίνει και σ΄ αυτούς από τώρα μερική απόλαυση. Γι’ αυτό και βλέπεις άλλα σκυλιά να είναι πάνω σε χαλιά, άλλα σε απλό πανί και άλλα κάτω στη γη.
»Όταν άκουσα αυτά από τον πατέρα μου, γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα πώς καιμε ποιο τρόπο θα σώσω την ψυχή μου. Έτσι μετά από τα πρώτα σχολικά γράμματα, σαν έγινα παλικάρι είκοσι χρόνων, έφυγα κρυφά από τους γονείς μου και πήγα για λίγο στα βράχια των Μετεώρων………»[2]
Στα Άγια Μετέωρα ο Χαράλαμπος πήγε το 1854 σε ηλικία 18 ετών. Εκεί έμεινε τρία έτη.[3] Το 1857 αναχώρησε για το Άγιο Όρος όπου έγινε ρασοφόρος μοναχός το 1862 και έλαβε το όνομα Χαρίτων. Το 1865 αναχώρησε και πάλι για τους Αγίους Τόπους και το Σινά, όπου έγινε σταυροφόρος μοναχός. Στην αρχαία και ιστορική μονή του Σινά έμεινε πέντε έτη. Ασχολήθηκε με την καλλιγραφική αντιγραφή χειρόγραφων από τη σπουδαία βιβλιοθήκη της Μονής. Το διακόνημα αυτό φυσικά πλούτισε τις γνώσεις του φιλομαθούς πατρός Χαρίτωνος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η φιλομάθειά του τον ανάδειξε συν τω χρόνω σε λόγιο. Στα σπουδαία μοναστικά κέντρα που ασκήθηκε (Άγια Μετέωρα, Σινά και Άγιον Όρος) οι βιβλιοθήκες είναι πλούσιες. Αντιγράφοντας και διαβάζοντας με επιμέλεια, αφομοίωσε πλήθος γνώσεως από τις χειρόγραφες πηγές τους και από άλλα σπάνια παλαίτυπα βιβλία. Σε εκατό ανέρχονται τα χειρόγραφα βιβλία που αντέγραψε ο ίδιος. Σε μερικά (λ.χ. στο Μέγα Γεροντικό και το Λαυσαϊκό)  όχι μόνον έκανε συμπληρωματικές παρεμβάσεις αλλά πρόσθεσε και προοιμιακά κείμενα δικά του, τα οποία καταδεικνύουν την λογιότητα και την εγγραματοσύνη του.[4]
Το 1870 επέστρεψε και πάλι στο Άγιο Όρος. Εγκαταστάθηκε στη σκήτη του Αγίου Βασιλείου, στους πρόποδες του όρους Άθω, όπου έμεινε για δύο έτη. Το 1872 πήγε στο κελί του Αγίου Νείλου, κοντά στην Ιερά Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, όπου εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Χειροτονήθηκε επίσης ιερέας. Το διάστημα από 1873 μέχρι 1877 κοινοβίασε στην Ιερά Μονή  Κωνσταμονίτου. Εκεί έγινε πνευματικός. [5]
Σημαντική για την πνευματική του εξέλιξη είναι η περίοδος 1877 μέχρι 1880 που εντάχθηκε στη συνοδεία του περίφημου ασκητή και Άγιου Γέροντα Χατζηγεώργη. Έζησε ως υποτακτικός του στην Κερασιά της Μεγίστης Λαύρας.  Το 1880 ξαναγύρισε στη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου, όπου έμεινε μέχρι το 1887. Τη διετία 1887-1889 ασκήθηκε στο Κελί του Αγίου Αρτεμίου κοντά στον Άγιο Νείλο. [6]
«… Η Γεροντία της Μεγίστης Λαύρας, συνεχίζει διηγούμενος ο παπα-Χαρίτων, με υποχρέωσε να έλθω εδώ στη Σπηλιά του αγίου Αθανασίου στη Βιγλα διότι ήταν μεγάλη ανάγκη να έχει το ησυχαστικό Κάθισμα και Προσκύνημα αυτό Πνευματικό, εφόσον είχε  κοιμηθεί εν Κυρίω ο προκάτοχός μου Πνευματικός κυρ-Νικηφόρος.
»Εδώ στη Σπηλιά πολύ σκληρά πολεμήθηκα από τον πολυμήχανο εχθρό του ανθρωπίνου γένους, τον Διάβολο. Όπως βλέπε κι εσείς παιδιά μου, έλεγε, κάθε μέρα εξακολουθεί να μας πειράζει και τώρα, ρίχνει βράχια στη Σπηλιά μπροστά για να μας σκοτώσει, αλλά επειδή δεν έχει εξουσία δεν έχει την άδεια από τον Θεό, δεν μπορεί να μας βλάψει.
»Γι΄ αυτό παιδιά μου μη φοβείσθε το Διάβολο διότι δεν μπορεί να σας πειράξει περισσότερο από την αντοχή και τη δύναμη που έχετε λάβει από το Θεό…»
Έτσι με συμβουλές και νουθεσίες στήριζε στην αρετή όχι μόνον τους υποτακτικούς του, αλλά και όλους όσοι τον επισκέπτονταν. Κι αυτός στη ζωή του εκεί στη Σπηλιά όσα χρόνια έμεινε ουδέποτε έφαγε λάδι ή αρτυμένο φαγητό μέχρις ότου παρέλαβε Κύριος ο Θεός την αγνή ψυχή του στη Βασιλεία των Ουρανών σε αρκετά μεγάλη ηλικία.[7]
Στο Σπήλαιο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη ο παπα-Χαρίτων ασκήθηκε 17 έτη, από το 1889 μέχρι το τέλος του βίου του το 1906. Εκεί κυρίως έδρασε και απέκτησε φήμη ως πνευματικός. Απέκτησε τετραμελή συνοδεία. Γνωστοί είναι ο παπα-Κοσμάς που τον διαδέχθηκε στη Σπηλιά, ο διακο-Δαμιανός, κατά σάρκα αδελφός αυτού (από την Τήνο), και ο μοναχός Αθανάσιος (από τη Δάφνη Καλαβρύτων). Στο Σπήλαιο συνέχισε παράλληλα και το προσφιλές έργο της αντιγραφής χειρογράφων. [8]
Στο σπήλαιο του αγίου Αθανασίου στο σεισμό του 1905 η συνοδεία του παπα-Χαρίτωνα διασώθηκε με τρόπο θαυμαστό.[9]
Οι πατέρες είχαν συνήθεια να εγείρονται  την έκτη ώρα του μεσονυκτίου και να διαβάζουν την ακολουθία τους. Τη νύχτα όμως του σεισμού ο Γέροντας παπα-Χαρίτων, φωτισμένος από το Θεό σηκώθηκε μισή ώρα νωρίτερα και εισήλθε στο σπήλαιο, όπου είναι ναός της Θεοτόκου. Τα οικήματα των ησυχαστών είναι έξω από το σπήλαιο στην κυριολεξία πάνω στο χείλος του γκρεμού. Έτσι ο Θεός οικονόμησε των σωτηρία της συνοδείας του παπα-Χαρίτωνα. Αφού λοιπόν οι πατέρες εισήλθαν στο Ναό και άρχισαν με κατάνυξη να κάνουν την ακολουθία τους, εκείνη ακριβώς την ώρα άρχισε να σείεται όλο το σπήλαιο. Ογκωδέστατοι λίθοι έπεσαν από μεγάλο ύψος με κρότο και φαινόταν ότι όλο το όρος είχε διαρρηγεί σαν από κρατήρα ηφαιστείου. Καπνοί, κονιορτοί και  δυνατή οσμή από την προστριβή των αλλεπάλληλων βράχων έδιναν την εντύπωση ότι το παν είχε χαθεί. Οι λίθοι παρέσυραν και τα οικήματα των μοναχών που ήσαν έξω από το σπήλαιο και τα γκρέμισαν στη θάλασσα που είναι σε 300 μέτρα βάθος σε μέρος πολύ κατωφερές και απόκρημνο. Όμως η Κυρία Θεοτόκος, εισάγοντας νωρίτερα τα τέκνα της στο ναό του σπηλαίου, σκέπασε αυτούς και τους διάσωσε αβλαβείς. Όταν ξημέρωσε, οι πατέρες ξεθάρρεψαν και βγήκαν από το σπήλαιο για να δουν την κατάσταση. Αμέσως ευχαρίστησαν την Παναγία για τη θαυμαστή διάσωσή τους. Οι πατέρες της Μεγίστης Λαύρας όταν συνήλθαν από το σεισμό, έστειλαν μερικούς  με ζώα και ιερέα για  παράσχουν βοήθεια στους πατέρες του σπηλαίου. Όταν έμαθαν τι έγινε, θαύμασαν και δόξασαν το Θεό.
Ο παπα-Χαρίτων κοιμήθηκε στις 14 Αυγούστου 1906.
Ο υποτακτικός του άφησε την παρακάτω ιδιόγραφη σημείωση:
«Το έτος 1906 Αυγούστου 14 ο μακάριος ούτος πνευματικός παπα-Χαρίτων Παπαγεωργόπουλος ανεπαύθη εν Κυρίω άγων το εβδομηκοστόν έτος της ηλικίας του. Ήτο σεβαστός εις την θεωρίαν και λίαν πεπαιδευμένος και έμπειρος της θείας Γραφής. Το γένειόν του ήτο κατάλευκον και μακρύ έως την οσφύν του και ενάρετος πολύ. Η δε πατρίς του ήτο το χωρίον Μεγάλο Μέρτσιον από τα Τρίκαλα της Θεσσαλίας. Ο θάνατος αυτού ελύπησεν πάντας του μοναχούς Αγιορείτας, διότι είχαν αυτόν πνευματικόν τους πατέρα.
«Θλίψις, χαρά και βάσανα ενταύθα τελευτώσιν,
μόνον δε τα καλά έργα εις τον αιώνα ζώσι.
Πλούτος, δόξα και αξιώματα προς τούτοις ματαιότης,
αγάπη δε υπομονή, ταπείνωση όντως μακαριότης».
Απεβίωσεν και ετάφη ούτος εν των Σπηλαίω του Αγίου Αθανασίου».[10]
Μετά την κοίμησή του η συνοδεία του δεν μπόρεσε να μείνει για πολύ ακόμη στη Σπηλιά του Αγίου Αθανασίου. Οι πατέρες επιθυμούσαν τόπο περισσότερο ησυχαστικό και στη Σπηλιά πήγαινε πολύς κόσμος από τη Λαύρα, κατάσταση που ενοχλούσε αφάνταστα όλη τη συνοδεία. Αποφάσισαν λοιπόν να εγκατασταθούν στα Καυσοκαλύβια, όπου κτίσανε ναό επ΄ ονόματι του «Ακαθίστου Ύμνου».[11]
2.-  Τα χαρίσματά του.
          Ο μακάριος παπα-Χαρίτων, το μυρίπνοο αυτό άνθος της ερήμου του Αγίου όρους, υπήρξε φωτισμένη και πολυτάλαντη προσωπικότητα.
Μέγας ησυχαστής και μύστης της νοεράς προσευχής. Οι συχνές μετακινήσεις του δεν οφείλονταν σε αστάθεια του χαρακτήρα του.  Ήσαν αποτέλεσμα της μεγάλης του επιθυμίας για εξασφάλιση περισσότερο ησυχαστικών όρων διαβίωσης, ασκήσεως και προσευχής. Κατά την ενάσκησή του σε τόσο σπουδαία μοναστικά κέντρα (Άγια Μετέωρα, Σινά, Άγιον Όρος)  εντρύφησε ως πνευματική μέλισσα στο ασκητικό νέκταρ των λουλουδιών των περιβολιών αυτών. Η μαθητεία του κοντά στον άγιο ησυχαστή του Άθωνα, τον Χατζηγιώργη (+1886) όχι μόνον πλούτισε τη ψυχή του με αρετές, αλλά κυρίως  τον προετοίμασε για το μεγάλο έργο της ποιμάνσεως ψυχών.
Υπήρξε άριστος και εμπειρότατος πνευματικός που κυριολεκτικά «άφησε εποχή» για το έργο αυτό. Βοήθησε, καθοδήγησε και ανάπαυσε πολυάριθμες ψυχές. Συχνά τον προσκαλούσαν να εξομολογήσει στις Ιερές Μονές Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικού), Κουτλουμουσίου, Κωνσταμονίτου κ.α.
Ήταν λόγιος και φιλομαθής, όπως σημειώθηκε. Σε εκατό ανέρχονται τα χειρόγραφα που ο ίδιος αντέγραψε. Εκτός από την αυτοβιογραφία του έγραψε το Γεροντικό του Αγίου Όρους, Σινά και Μετεώρων, το οποίο ευχής έργον θα ήταν να εκδοθεί κάποτε. Όλα τα βιβλία και τα χειρόγραφα του παπα-Χαρίτωνα φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη του Κυριακού της Ιεράς Σκήτης των Καυσοκαλυβίων, στην οποία τα δώρισε ο τελευταίος από τους μαθητές του μοναχός Αθανάσιος. Στη βιβλιοθήκη του υπάρχουν και αρκετά βιβλία του Αγίου Νεκταρίου, από τα οποία δύο έχουν την ιδιόχειρη αφιέρωση του αγίου στον παπα-Χαρίτωνα.[12]
Ήταν επίσης και σπουδαίος υμνογράφος. Ως άριστος γνώστης του εκκλησιαστικού τυπικού άφησε πλήθος τυπικές διατάξεις για μεγάλες εορτές. Ανθολόγησε ή συμπλήρωσε ο ίδιος πολλές Ακολουθίες και συνέθεσε άλλες απαρχής. Έτσι  συνέγραψε 12 Μηναία που βρίσκονται σε χειρόγραφα στην ίδια βιβλιοθήκη. Έγραψε και ένα άλλο ποιητικό έργο, το «Ταξίδι στους ουρανούς» με μεστά από πνευματικό περιεχόμενο τροπάρια. Περιέχουν συμβουλές, πνευματικά παραγγέλματα και εντολές.
Δείγμα[13] του υμνογραφικού έργου του παπα-Χαρίτωνα αποτελούν τα παρακάτω τροπάρια από το «Ταξίδι στους ουρανούς».
Ήχος α΄ . Των ουρανίων ταγμάτων.
Την αγρυπνίαν αγάπα, νηστείαν δάκρυα,
ευχάς και ψαλμωδίας, και Γραφών την μελέτην,
γενού ταπεινόφρων και γαληνός, και τον τύφον απόρριπτε,
μη σε νικήση ο φθόνος και των παθών, ακρασία η ψυχόλεθρος.
Υπακοήν πάσαν έχε, τω προεστώτι σου,
αγάπην τε προς τούτον, και προς πάντας εξ ίσου,
τους αδελφούς γνησίαν ω μοναχέ, και μηδόλως αντίλεγε,
τοις επιτάγμασι τούτου ιν΄ εκ Θεού, μαρτυρίου λάβης στέφανον.
Μη επιλάθου του ψάλλειν, ώρας μεσώρια,
την πρώτην και την τρίτην, έκτην και την ενάτην,
τα τυπικά συνήθως, εσπερινόν και απόδειπνον όρθον τε,
και εν νυκτί και ημέρα την του Θεού, μνήμην έχε εν καρδία σου.
Όταν ακούσης σημάντρου, δράμε ως έλαφος,
εις τον ναόν Κυρίου, και προσεύχου και ψάλλε,
πρόσχες μη εξέλθης εκ του ναού, πριν απόλυσις γένηται,
και εν νυκτί και ημέρα της φοβεράς, του Χριστού δίκης μνημόνευε.
Αεί σαυτόν εκβιάζου, ίνα σωθής αδελφέ,
Παρασκευή Τετράδι και Δευτέρα επίσης,
έσθιε εφ΄ άπαξ άρτον ξηρόν, και το ύδωρ σου μέτριον,
πίνε Θεώ ολοψύχως ευχαριστών, και της θείας επιτεύξη τρυφής.
Εξομολόγησιν ποίει, των πονηρών λογισμών,
κακών απέχου πάντων, την μετάνοιαν πόθη,
δίωκε ταχέως το πονηρόν, της πορνείας ενθύμιον
και ταύτα πάντα φυλάξας ω μοναχέ, κατοικήσης εις Παράδεισον.
Χρημάτων όλων φροντίδα, ποίει μηδέποτε,
ούτε των εδεσμάτων ούτε των ιματίων,
πλην των αναγκαίων και ικανών, προς την σύστασιν σώματος,
έχε δε μέριμναν μόνην εν ση ψυχή, Παραδείσου της τερνότητος.
Ο ποιητής των απάντων, Χριστός ο Κύριος,
δια την σωτηρίαν, των ανθρώπων κατήλθεν,
εξ ύψους ουρανίου επί της γης, και γενόμενος άνθρωπος,
οδόν αρίστην υπέδειξεν τοις βροτοίς, σωτηρίας επιτεύξασθαι.
3.- Θαυματουργική ενέργεια μετά την κοίμηση του παπα-Χαρίτωνα.
«Λίγο μετά το θάνατο του Παπα-Χαρίτωνα, ένας αδελφός από τη συνοδεία του, ο Αθανάσιος, έπαθε δηλητηρίαση. Ο παπα-Κοσμάς, επειδή δε γνώριζε τι να κάνει, πήγε στον τάφο του πεθαμένου Γέροντά του και με δάκρυα στα μάτια έκανε τρεις μετάνοιες και είπε:
-«Γέροντα, ο Αθανάσιος αρρώστησε και πεθαίνει, πες μου σε παρακαλώ τι να κάνω;»
Τότε απότομα γέμισε ο τόπος από φως. Ήταν νύχτα και έφεξε ο τόπος. Αμέσως παρουσιάζεται μπροστά του η μορφή του Γέροντα και πνευματικού του Χαρίτωνα και τον ρώτησε:
-«Τι θέλεις; Τι συμβαίνει και κλαις και φωνάζεις; Δώστου ένα γαρύφαλλο να φάει και θα γίνει καλά. Δεν έχει τίποτε».
Ο παπα-Κοσμάς έτρεξε, πήρε δύο γαρύφαλλα, τα έδωσε στον ασθενή, ο οποίος έφαγε μόνο το ένα και έγινε αμέσως καλά. Πέρασαν όλοι οι πόνοι που τον ενοχλούσαν και κυριολεκτικά σφάδαζε.
Ο παπα-Κοσμάς τότε θυμήθηκε ότι ο Γέροντάς του ήταν προ πολλού πεθαμένος. Πώς λοιπόν παρουσιάσθηκε μπροστά του και συνομίλησε μαζί του; Τρέχει αμέσως στον τάφο και άρχισε από τη χαρά  και τη συγκίνηση να φωνάζει και να ευχαριστεί το Γέροντά του. Έμεινε δε εκεί όλη τη νύχτα προσευχόμενος και δοξάζων τον Θεό που είναι «θαυμαστός εν τοις αγίοις αυτού». (Ψαλμ. ΞΖ΄36)»[14]
Την ευχή του να έχουμε!

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΟΠΩΣ ΤΟ ΕΙΔΑΝ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΟΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΥΣΗ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1888-1930



Πώς είδαν από τή θάλασσα το Άγιον Όρος γυναίκες της Δύσεως, τήν περίοδο 1888-1930

 της Veronica della Dora, Department of Geography, Royal Holloway University of London
Η περιγραφική βιβλιογραφία του Άθωνα είναι προφανώς (αλλά και αναγκαστικά!) μία βιβλιογραφία ‘γραμμένη από άνδρες’. Σήμερα θα ήθελα να εστιάσω την προσοχή σας σε μερικές κάπως πιο ασυνήθιστες μαρτυρίες׃ μαρτυρίες ‘από το θηλυκό γένος’, μαρτυρίες δυτικών γυναικών που περιέπλευσαν το Άγιον Όρος με το καράβι ή έζησαν στα όριά του – μαρτυρίες δηλαδή ‘εκ του μακρόθεν’. Θα ξεκινήσω την σημερινή μου πορεία από μακριά, από το εξωτερικό. Θα την συνεχίσω στην θάλασσα, μελετώντας τις ακτές του Αγίου Όρους δια μέσου περιγραφών ταξιδευτριών. Τελικά, θα καταλήξω στην Ουρανούπολη με την κα. Loch, την παλιά κάτοικο του πύργου, κοντά στον οποίο ξεκινάνε και οι σημερινοί πλόες και περίπλοες. Πρώτα όμως πρέπει να πούμε ότι οι περιγραφές του Άθωνα δια χειρός δυτικών γυναικών είναι σπάνιες – σχεδόν χάνονται μέσα στην τεράστια βιβλιογραφία γι’ αυτό τον τόπο. Αλλά παρ΄όλα αυτά, υπάρχουν. Οι περιγραφές στις οποίες θα αναφερθώ σήμερα τοποθετούνται σε μία περίοδο περίπου 40 ετών – από τα τέλη του 1880 έως τις πρώτες δεκαετίες του 1900. Αυτή η εποχή δεν γνώρισε μόνο δραματικές πολιτικές αλλαγές στην Δύση και στην Ελλάδα, αλλά και μία πρωτοφανή βράχυνση των αποστάσεων καθώς και μία καινούργια αντίληψη του χώρου, χάρη στη βελτίωση των μέσων μεταφοράς και επικοινωνιών. Έτσι στα τέλη του 1800 το Άγιον Όρος δεν ήταν πια μία μακρινή γωνιά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά ένας κοινός προορισμός για τους ταξιδιώτες στην Ανατολή. Κατά την έκρηξη του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου το Άγιον Όρος βρισκόταν μόνο 48 ώρες έξω από την Βιέννη. Όπως έγραφε ο Frederick William Hasluck, βιβλιοθηκάριος της Βρεταννικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα, ‘οι πολλές δυσκολίες, αλλά και ο ρομαντισμός του προσκυνήματος στο Άγιον Όρος χάθηκαν με τη χρήση του ατμόπλοιου. Σήμερα είναι το βαπόρι που σε πάει στην Θεσσαλονίκη, και πάλι είναι το βαπόρι που σε φέρνει στην άλλη πλευρά του [Σιγγιτικού] κόλπου’. Σαν αποτέλεσμα, αυτή η περίοδος είδε μια αύξηση των περιγραφών του Άθωνα. Μέσα σ’ αυτές τοποθετούνται και οι περιγραφές των γυναικών για τις οποίες θα μιλήσω. Άραγε ποιες είχαν ακούσει για τον Άθωνα; Ποιες είδαν τον Άθωνα; Και ποιες έγραψαν για τον Άθωνα; Αρχικά πρέπει να υπενθυμίσομε ότι για τις περισσότερες δυτικές γυναίκες (όπως και για τους περισσότερους δυτικούς άνδρες) που ήξεραν για την ύπαρξή του, ο Άθως ήτανε (όπως και σήμερα) ένα τοπίο ζωντανό μόνο στην φαντασία τους. Ήταν ένας τόπος στον οποίο ο περισσότερος κόσμος μπορούσε να ταξιδέψει μόνο δια μέσου περιγραφών άλλων ταξιδιωτών. Από βιβλία δηλαδή, αλλά και δημόσιες διαλέξεις και περιοδικά. Π.χ. σε μία διάλεξη στις κυρίες του Ladies’ Automobile Club του Λονδίνου το 1913, το Άγιον Όρος παρουσιαζόταν σαν ένα γραφικό ζωντανό τμήμα ενός μακρινού παρελθόντος, τότε που ‘ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός ήταν ακόμα εν τω γίγνεσθαι’. Το τεύχος του Σεπτεμβρίου του National Geographic του 1916 προειδοποιούσε ‘φεμινίστριες και σουφραζέτες της Δύσεως’ ότι ‘εδώ [δηλ. στον Άθωνα] υπάρχει ένα οχυρό ασφαλές από τις προσβολές σας αφού και οι τριχωτοί και φτερωτοί άποικοι του Άθωνα πρέπει ν’αφήσουν σπίτι τα χαρέμια τους’. Το «άβατον» όμως δεν αποκαρδίωσε φεμινίστριες λόγιες - όπως η Αγγλίδα κλασική φιλόλογος Jane Ellen Harrison το 1912 - να μελετήσουν τον Άθωνα από την θάλασσα και να εγκωμιάσουν το κάλλος του. ‘Το Άγιον Όρος’, γράφει σ’έναν γνωστό, ‘είναι τόσο εκτάκτως όμορφο: τα μοναστήρια του κρεμιούνται στους βράχους σαν φωλιές πουλιών…’. Και βέβαια η θέαση του Αγίου Όρους από το καράβι δεν περιοριζόταν σε επιστήμονες. Μεταξύ του 1897 και του ξεσπάσματος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, το Γαλλικό περιοδικό Revue Générale des Sciences Pures et Appliques οργάνωσε πενήντα εκπαιδευτικές κρουαζιέρες ανοιχτές σε όποιον (ή οποια)δήποτε μπορούσε να πληρώσει τα έξοδα. Οι πρώτες κρουαζιέρες πέρασαν και από τον Άθωνα. Η διαφήμιση υποσχόταν στους επιβάτες ‘όλα τα μεγάλα παράκτια μοναστήρια σε μία μέρα’. Στα μοναστήρια οι μεν άνδρες θα μπορούσαν να θαυμάσουν τις τοιχογραφίες, την αρχιτεκτονική, αλλά και ‘διάφορες τυπολογίες μοναχών’, οι δε γυναίκες να ικανοποιηθούν με την εξωτερική θέα των μοναστηριών. Και οι δύο προσεγγίσεις στον Άθωνα (από μακριά και από κοντά) όμως ήταν εφήμερες. Στα μοναστήρια οι άνδρες φωτογράφισαν διάφορες λεπτομέρειες (όπως κάνουν οι σημερινοί τουρίστες). Από το καράβι, οι γυναίκες υποκλίθηκαν στο Άγιον Όρος σαν σε μία εικόνα, ή μάλλον σαν σε μια οπτασία, ή μία ταινία που ξετυλιγόταν μπροστά στα μάτια τους, ενώ το πλοίο περνούσε από τα μοναστήρια. Μεταξύ των επισκεπτών και των μοναχών ήταν ο φακός της φωτογραφικής μηχανής. Μεταξύ των μη-επισκεπτριών και του Αγίου Όρους ήτανε η θάλασσα. Πάντα μία απόσταση: σωματική και ιδεολογική. [ Αυτή η εμπειρία εμφανίζεται έντονα στην περιγραφή της περίφημης Αμερικανίδας συγγραφέως Edith Wharton, η οποία το 1888 ταξίδεψε σε ιδιωτική ενοικιασμένη θαλαμηγό μαζί με τον άνδρα της και έναν πλούσιο συγγενή. Αφήνοντας τη Μυτιλήνη στις 5:00 το πρωί η θαλαμηγός πέρασε δυτικά από τη Λήμνο. Τότε, γράφει η Wharton στο ημερολόγιό της, ατενίσαμε την κορυφή του Άθωνα που αναδυόταν δειλά, σε γαλάζιο χρώμα στην θάλασσα μπροστά μας. Όσο περισσότερο πλησιάζαμε, τόσο πιο όμορφη γινόταν, μέχρι που βρεθήκαμε μπροστά στο μεγαλοπρεπή τοίχο της, σκοτεινό απέναντι στο λαμπρό ουρανό, ενώ ο ήλιος έπεφτε σε μία κίτρινη έκρηξη πάνω από τους λόφους της Σιθωνίας. Την νύχτα την πέρασαν στην άγκυρα, 10 μίλια από την κορυφή του Άθωνα. ‘Την άλλη μέρα’, γράφει, ‘κοιτάζαμε μία θέα εκλεκτής ομορφιάς. Μπορώ να συγκρίνω το ακρωτήριο του Αγίου Όρους μόνο μ’ ένα δασωμένο σπηρούνι των Ελβετικών βουνών φυτεμένο στη Μεσόγειο’. Tο πρωί οι δύο άνδρες πήγαν στα μοναστήρια. Εν τω μεταξύ η Wharton ξεκίνησε ένα ταξίδι εξερεύνησης με τη μικρή βάρκα της: Ήθελα να πάω όσο πιο κοντά μπορούσα στις απαγορευμένες παραλίες. Πέρασα κοντά στην Ιβήρων και προσπάθησα να την φωτογραφίσω … Μετά πέρασα πολύ κοντά στην ακτή με προσανατολισμό τη Σταυρονικήτα ... Μία ομάδα καλογέρων καθόταν σ’ ένα μπαλκόνι στον ήλιο και με κοίταζαν με περιέργεια. Πλησιάσαμε τόσο πολύ, που αυθόρμητα έτρεξαν κάτω να εμποδίσουν την προσέγγισή μου, ... αλλά, ποια να προσεγγίσει, άγριοι όπως ήτανε! ... Όσο προχωρούσαμε το θέαμα γινόταν όλο και πιο όμορφο. Ένα άσπρο παρεκκλησάκι μέσα στα δένδρα από ‘δώ, ένας αρσανάς προφυλαγμένος από έναν πύργο από ‘κεί ... Πάλι στη θαλαμηγό, ο περίπλους συνεχίστηκε στην άλλη πλευρά της χερσονήσου. Πρώτα πέρασαν από τα ασκητικά καθίσματα κοντά στο άκρωτήριο: ‘Μόλις χτυπούσαμε την ατμοσειρήνα’, γράφει η Wharton, ‘ερημίτες έβγαιναν σε κάθε μπαλκόνι με την ετοιμότητα του κούκου στα ελβετικά ρολόγια όταν χτυπά η ώρα’. Μετά πέρασαν από σκήτες ‘παρόμοιες περισσότερο με ελβετικά χωριά παρά με ελληνικά μοναχικά κέντρα’. Ακολουθούσαν με τη σειρά τους τα μεγάλα μοναστήρια – Αγίου Παύλου, Διονυσίου, Γρηγορίου, Σιμωνόπετρας, Ξηροποτάμου, το Ρωσικό, Ξενοφώντος, Δοχειαρίου. Όπως κάθε δυτικός περιηγητής εκείνης της εποχής, η Wharton έψαχνε ‘το γραφικό’: γραφικά τοπία, γραφικές λεπτομέρειες, γραφικούς ανθρώπους. Έψαχνε μία διαφορετικότητα που δεν ήταν εντελώς διαφορετική. Ένα άγνωστο που μπορούσε ο ταξιδιώτης να αντιλαμβάνεται δια μέσου της εναπόθεσης του γνωστού: γνωστών χωρών και εικονογραφιών, όπως τα τοπία της Ελβετίας, π.χ. – δια μέσου δηλ. της διαδικασίας που ο φαινομενολόγος Gaston Bachelard κάλεσε ‘ποιητική του χώρου’. Η Wharton ήταν η πρώτη Αμερικανίδα που έγραψε για τον Άθωνα, αλλά όχι η τελευταία. Το 1929 η Isabel Anderson, μία άλλη Αμερικανίδα συγγραφέας είδε τα μοναστήρια από τη θαλαμηγό, μαζί με τον άνδρα της. . Από την θάλασσα, τα μοναστήρια έμοιαζαν με ‘ονειρικές πόλεις της φαντασίας, όπως τις βλέπει κανείς να περνάνε με την σειρά τους στο πανόραμα του ακρωτηρίου’. Ο άνδρας της Isobel που είχε την δυνατότητα όμως να τα επισκεφτεί, σημείωνει: ‘… Είναι σα να μην μπορούσε να ξυπνήσει κανείς από το όνειρο και μετά από την επίσκεψή τους’. Μόνο δύο χρόνια νωρίτερα μία άλλη γυναίκα είχε ‘ανακαλύψει’ τον Άθωνα, αλλά όμως δια μέσου ενός διαφορετικού δρόμου. Η Joice Nankivell Loch ήταν μία Αυστραλίδα συγγραφέας που επιτέλεσε, μαζί με τον άνδρα της, φιλανθρωπικό έργο με τους Quackers στην Πολωνία. Το 1923 το ζευγάρι στάλθηκε στην Θεσσαλονίκη για να βοηθήσει τους Ελληνορθοδόξους πρόσφυγες της Μικρασίας. Την άνοιξη ο άνδρας της, ο Sidney, επισκέφθηκε το Άγιον Όρος. Εν τω μεταξύ, η Joice εξερεύνησε την Αμμουλιανή και τα άλλα απέναντι νησάκια. Το καλοκαίρι κατασκήνωσαν εκεί. Η θεωρία του απέναντι Βυζαντινού πύργου γοήτεψε το ζευγάρι από την πρώτη στιγμή: ‘ένας τεράστιος πύργος, μυστικός, πανέμορφος, άσπρος, αχνολάμποντας μπλε στην πανσέληνο, ή άσπρος βαμμένος με ροζ στο ηλιοβασίλεμα. Ένας φρουρός στα σύνορα του Αγίου Τόπου’. Από το 1927 ο πύργος έγινε το σπίτι τους. Εδώ οι δύο σύζυγοι συνέχισαν τον φιλανθρωπικό τους έργο, προσφέροντας πολύ μεγάλη βοήθεια στο καινούργιο και πάμφτωχο χωριό των προσφύγων. Το χειμώνα ο Sidney εξαφανιζόταν στο Όρος για μήνες ολόκληρους. Από την άλλη πλευρά των συνόρων, η Joice μελετούσε τη μεγαλοπρέπεια ενός τοπίου που περιβαλλόταν από μία μυστική ατμόσφαιρα – μάλλον ακριβώς λόγω της αδυναμίας προσέγγισής του. Η σκούρα σιλουέτα του ακρωτηρίου έγινε ένα μέρος της καθημερινής ζωής της Αυστραλίδας. Κάθε πρωί η Joice έβλεπε τον ήλιο να βγαίνει πίσω από τους σκοτεινούς πρόποδες του Άθωνα, ‘ρίχνοντας στον κόσμο γραμμές φωτός και σκιάς’. Σιγά-σιγά ο πύργος έγινε μία ενδιάμεση στάση για τους επισκέπτες προς αλλά και από τον Άθωνα: αξιωματικούς, επιστήμονες, βοτανολόγους, συγγραφείς, αλλά και αγιορείτες μοναχούς. Ο καθένας περνούσε από τον πύργο, διηγούμενος ιστορίες από έναν κόσμο του οποίου η Joice δεν είχε σωματική εμπειρία, αλλά του οποίου αισθανόταν αναπόσπαστο μέρος: Το Άγιον Όρος με τους γενειοφόρους κατοίκους του, τους μοναχούς, τους ερημίτες, τους ζηλωτές μας γοήτευε. ... Στο χωριό μας αισθανόμασταν μέρος του Άθωνα. Οι άνδρες εξαφανίζονται πέρα από τα σύνορά του για όλες τις εποχικές δουλειές. Μετά γυρίζουν με την ανταμοιβή τους: ντουλάπες, εικόνες, ρολόγια του παππoύ, φωτογραφίες της Ρωσικής βασιλικής οικογένειας, παλιούς χάρτες, μπακαλικά... Και οι πατέρες ερχόταν στο χωριό για ν’ αγοράσουν ή να ανταλλάξουν. Έφερναν ιερά αντικείμενα, παπούτσια, σταφίδες για τους ατέκνους ... Μερικοί περνούσαν τη νύχτα στον πύργο, αφού ο Sidney δημιούργησε πολλές φιλίες στο Όρος. Μας μιλούσαν για θαύματα και παλιές παραδόσεις, για θαυμαστές θεραπείες, για σωτηρίες από μεγάλους κινδύνους, για τις θαυματουργικές ιδιότητες διαφόρων εικόνων. Κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ο πύργος έμεινε άδειος. Η Joice και ο Sidney ανέλαβαν αποστολή στη Ρουμανία και στην Μικρασία σαν απεσταλμένοι των συμμάχων. Έσωσαν πάνω από χίλιους Εβραίους και Πολωνούς από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Οταν οι Γερμανοί αποχώρησαν το ζευγάρι ξαναγύρισε στον πύργο για να βοηθήσει το χωριό κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Αυτή την φορά η προσέγγιση στην Ουρανούπολη και στον Άθωνα ήταν διαφορετική. Η φαινομενική ηρεμία του τοπίου ‘εκ του μακρόθεν’ απλώς κάλυπτε το δράμα: Οδυνηρά προχωρούσε το καραβάκι μέσα στις νάρκες. Ούτε θρόισμα, ούτε αέρας αναπνοής. ... Στον ορίζοντα, το Άγιο Όρος τυλιγμένο σαν ένα άγαλμα μέσα σ’ ένα πανί. ... Πάνω από την επιφάνεια της θαλάσσης καθότανε τα παλιά αγαπητά ορόσημα. Από μακριά ο Άθως και ο πύργος σιωπούσαν, κρυσταλλωμένοι σ’ένα παγωμένο, σχεδόν ειρωνικό χαμόγελο. Από κοντά όμως μιλούσαν δυνατά. Μιλούσαν δια μέσου μυστηριωδών απουσιών και ήμι-παρουσιών. Μιλούσαν για φαντάσματα. Μιλούσαν για τρόμο. Μιλούσαν για θάνατο. Ο Γιάννης που φρόντιζε το ερείπιο [τον πύργο] για χάρη μας είχε τα κλειδιά. Παλιά, βρώμικα δωμάτια ασπρισμένα βιαστικά. ... Θυμόμουν το φιλικό φάντασμα που είχε για πάντα κατοικήσει τον πύργο: το πώς ανέβαινε τα σκαλιά στις μεγάλες εκκλησιαστικές εορτές μπαίνοντας στο μικρό παρεκκλησάκι [στο τελευταίο όροφο], όπου είχε διακονήσει για μία ολόκληρη ζωή. Η κάρα του βρισκόταν μέσα σ’ένα μικρό τοξοειδές άνοιγμα στο άνώτατο μπαλκόνι. ... ‘Γιάννη, τι είναι ‘κείνες οι τρύπες;’ ‘Τρύπες βολιών. Να, ο χώρος είναι γεμάτος με τέτοιες! Δεν υπήρχε σχεδόν ούτε μία ίντσα χωρίς τέτοιες. Οι θύμησες εξεταζόταν εδώ. Μία μέρα έφεραν μέσα έναν Έλληνα αξιωματικό. Πυροβόλησαν γύρω-γύρω από το κεφάλι του για να τον τρομάξουν. ‘Κείνες είναι δύο από τις τρύπες. Μετά τον σκότωσαν’. Και το Άγιον Όρος είχε βεβηλωθεί. Οι αντάρτες καταπάτησαν τα σύνορα του. Μαζί με εικοσιπέντε ανταρτίνες έφτασαν στην καρδιά της χερσονήσου και για λίγες μόνον ώρες κατέκτησαν την πρωτεύουσα του, ...’κεινη την πόλη που δεν είχε ξαναδεί σκιά θηλυκού πλάσματος, εκτός από των πουλιών του Θεού. [Οι ανταρτίνες] περπάτησαν με αέρα επίδειξης στο δρόμο του Αγίου Πνεύματος με τσιγάρα στο στόμα τους, με τα πόδια τους μέσα σε στρατιωτικά παντελόνια, και τα χέρια τους πάνω στα μαχαίρια που φορούσαν στη μέση. Αφαίρεσαν χρυσά καλύματα από τα Ευαγγέλια, αλλά άφησαν τα βιβλία, λέγοντας: ‘Αυτά ακολουθούν περισσότερο την γραμμή σας παρά την δική μας’. Το 1954 ο Sidney απεβίωσε ξαφνικά. Μόλις είχε τελειώσει το γράψιμο του έκτου κεφαλαίου του βιβλίου του για τον Άθωνα. Το 1982 η Joice πέθανε σε ηλικία 94 ετών. ‘Ο πέτρινος πύργος ακόμα υψωνόταν πάνω από την θάλασσα, αν και ερειπωμένος από τη βία που ακολούθησε τον πόλεμο στην Ελλάδα’. Για να τελειώσω: φυσική απόσταση δεν σημαίνει απαγόρευση, αλλά αντίθετα συμμετοχή δια μέσου άλλων καναλιών. Βέβαια αυτή η συμμετοχή συμβαίνει σε διάφορους βαθμούς. Η σχέση της Joice με τον Άθωνα ήταν μία βαθιά βιωματική σχέση ανθρώπου με το χώρο, μια σχέση αλληλεπίδρασης εντελώς διαφορετική από εκείνη των τουριστών που επισκέπτονταν ‘όλα τα παράκτια μοναστήρια σε μία μέρα’. Ενώ για την Wharton και τις άλλες ταξιδεύτριες το Άγιον Όρος έμεινε ένα ξεχωριστό όραμα, μία γραφική βιτρίνα, για την Joice ήτανε ένας τόπος που απλωνόταν πέρα από τα φυσικά του όρια, φθάνοντας μέχρι την Ουρανούπολη, αλλά και την προσωπική της ζωή. Το παράδειγμά της αμφισβητεί υπεραπλουστευτικές διαδικαστικές ερμηνείες (δηλ. ‘μέσα ή έξω’ του Άθωνα) και μας προκαλεί να ερευνήσομε πιο πολύπλοκους δρόμους με τους οποίους, τόποι που δεν μπορούμε να επισκεφτούμε ταξιδεύουν έξω από τα όριά τους, και αναδεικνύονται συχνά πιο σημαντικοί από άλλα μέρη που ζούμε καθημερινά. Διότι και οι τόποι ταξιδεύουν – όχι μόνο οι άνθρωποι. Για την Joice o Άθως έφτανε μέχρι την Ουρανούπολη. Για χιλιάδες ανώνυμες ορθόδοξες γυναίκες ο Άθως φτάνει μέχρι την Θεσσαλονίκη, την Αθήνα, αλλά και μέχρι τη Μόσχα και πιο πέρα. Για μένα, για χρόνια ο Άθως έφτανε κάθε μέρα μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου, μέχρι το Λος Άντζελες. Έτσι το Άγιον Όρος συνεχίζει να ταξιδεύει σιωπηλά και σήμερα φτάνοντας σε χίλιες μη-ταξιδιώτριες ή μη-προσκυνήτριες δια μέσου μίας ορατής και αόρατης ροής αντικειμένων, λόγων και προσευχών - όπως έκανε από την αρχή. Στα πρακτικά της Μεγίστης Λαύρας κάποια Μαρία Λαγούδη που έζησε τον 11ο αιώνα αναφέρει χαρακτηριστικά: ‘Η Λαύρα με μεγάλωσε από τον καιρό που ήμουνα μέσα στην μήτρα της μητέρας μου ... Στην Λαύρα εγώ και ο άνδρας μου βρήκαμε ένα λιμάνι σωτηρίας’. Αυτή η γυναίκα έβλεπε ‘τον ηγούμενο της μονής σαν πνευματικό της πατέρα, την Λαύρα σαν τη μητέρα της και τον εαυτό της σαν έναν από τους αδελφούς και τα παιδιά της Λαύρας’ - έναν τόπο που δεν είδε ποτέ, ούτε από την θάλασσα. 

Η Veronica della Dora, Professor of Human Geography στο Royal Holloway University of London, είναι Ιταλίδα που γνώρισε την Ορθοδοξία και βαπτίστηκε στο Αγιορείτικο Μετόχι της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου, Παναγία Θεοσκέπαστος το 2001. Από την πρώτη στιγμή αγάπησε το Άγιο Όρος, έμαθε Ελληνικά και κάθε χρόνο περνάει λίγες μέρες στο Μετόχι. Η διδακτορική της εργασία είχε σχέση με το Άγιο Όρος και έχει γίνει βιβλίο με τίτλο Imagining Mount Athos: Visions of a Holy Place from Homer to World War II (University of Virginia Press, 2011): 


Σε μία Διημερίδα για το Άγιο Όρος που έγινε στην Αγιορείτικη Εστία στις 15-12-2007 στην Θεσσαλονίκη την κάλεσαν να μιλήσει. Η ομιλία της είχε θέμα «Πώς είδαν από θάλασσα το Άγιον Όρος γυναίκες της Δύσεως, 1888-1930» Η ομιλία δημοσιέφτηκε στα αγγλικά με τίτλο ‘Gazes from the Sea: Mount Athos, Women, and the Geographical Imagination, 1880-1980’ στο Friends of Mount Athos Annual Report, 2008 (pp. 49-60).

 ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ ΕΣΤΑΛΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΛΟΓΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΟΝΑΧΟ ΑΠΟΛΛΩ ΔΟΧΕΙΑΡΙΤΗ