Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018

Από πού γεννιέται η βλασφημία και πώς θεραπεύεται (Άγιος Αναστάσιος Σιναΐτης)


theologia
Πού οφείλεται το ότι η ψυχή του ανθρώπου λέει πολλές φορές μέσα της κάποιους λογισμούς και λόγους αισχρούς και ακάθαρτους και βρωμερούς, χωρίς να το θέλει και χωρίς να έχει πρόθεση; Συχνά μάλιστα λέει και κάποια λόγια άθεα και βλάσφημα εναντίον του Θεού του ίδιου, αλλά και των αγίων μυστηρίων, στη διάρκεια των ακολουθιών και των προσευχών και της θείας κοινωνίας, σε σημείο που πολλές φορές μερικοί, από την αθυμία και την απόγνωση που τους προξενούν αυτά τα άθεα και βλάσφημα λόγια, δεν θεωρούν πλέον τον εαυτό τους χριστιανό. Άλλοι πάλι σκέφτηκαν ακόμη και να σκοτωθούν, πιστεύοντας ότι δεν έχουν ελπίδα σωτηρίας, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου που λέει ότι, όποιος βλασφημεί το άγιο Πνεύμα, δεν θα συγχωρηθεί ούτε σε αυτή τη ζωή ούτε στη μέλλουσα (Ματθ. 12:31-32).
Στους πολλούς ο λογισμός αυτού του είδους παρουσιάζεται εξαιτίας της υπερηφάνειάς τους, καθώς ο Θεός επιτρέπει στον σατανά να τους πειράζει, για να ταπεινωθούν και να έρθουν σε μετάνοια αποβάλλοντας την υψηλοφροσύνη. Σε άλλους όμως, που είναι ευλαβείς και αγαπούν τον Θεό, οφείλεται στον φθόνο των δαιμόνων. Γι’ αυτό και μερικοί όσιοι και ενάρετοι ασκητές που ζουν στην έρημο πέφτουν σε αυτόν τον λογισμό. Το χειρότερο μάλιστα σε τούτο τον πόλεμο είναι το ότι κανένας από όσους πειράζονται από αυτόν δεν τολμά να πει φανερά τον λογισμό σε ανθρώπινη ακοή, νομίζοντας ότι κανείς άλλος άνθρωπος στον κόσμο δεν έχει τέτοιους σιχαμερούς και βλάσφημους λογισμούς.
Όποια άλλη δηλαδή αμαρτία και να έχει κάνει κάποιος, παίρνει θάρρος και την εξομολογείται στον συνάνθρωπό του, αυτόν όμως τον λογισμό ποτέ. Αντίθετα, μόλις τον σκεφτεί ο άνθρωπος, νομίζει ότι αμέσως ή θα ανοίξει από κάτω του η γη να τον καταπιεί ή θα πέσει φωτιά από τον ουρανό να τον κάψει. Γι’ αυτό και εξαιτίας του μερικοί λιώνουν και μαραζώνουν από την υπερβολική λύπη και απόγνωση.
Ορισμένοι μάλιστα έλιωσαν τα σώματά τους με σκληρή άσκηση και κάθε είδους κακουχίες, ελπίζοντας να ελευθερωθούν από αυτόν τον λογισμό, αλλά δεν κατάφεραν να απαλλαγούν. Γιατί ο πειρασμός αυτός δεν έρχεται με τη θέληση του ανθρώπου αλλά αθέλητα, και οφείλεται αποκλειστικά σε δαιμονική ενέργεια, γι’ αυτό και κάθε πιστός είναι ακατάκριτος και ανένοχος γι’ αυτόν.
Πώς δηλαδή είναι δυνατόν εμείς, τον ίδιο Θεό, και να τον προσκυνούμε και να τον βλασφημούμε; Ακόμη και οι ειδωλολάτρες δεν βλασφημούν τους θεούς που λατρεύουν. Πολύ περισσότερο εμείς δεν θα βλασφημήσουμε τον Κύριο που μας έπλασε και προνοεί για εμάς, τον οποίο προσκυνούμε και δοξάζουμε, τον οποίο επικαλούμαστε, τον οποίο αναγνωρίζουμε και ομολογούμε ως μοναδικό Θεό και Κύριό μας, τον οποίο λατρεύουμε με το σώμα και το πνεύμα μας και στεκόμαστε αδιάκοπα κοντά του· για τον οποίο απαρνηθήκαμε σπίτια και πατρίδες και πατέρες και μητέρες και αδέλφια και συγγενείς και φίλους και γυναίκες και παιδιά, ακόμη και το ίδιο μας το σώμα, και σταυρώσαμε τον εαυτό μας ως προς όλες τις ηδονές και τις απολαύσεις και τις ευχαριστήσεις με προθυμία και πολλή χαρά, και υποφέρουμε την κακουχία, την ξενιτεία, τη φτώχεια και τις άλλες δοκιμασίες, είτε από τους δαίμονες είτε από τους ανθρώπους που πολεμούν την αλήθεια και μας καταδιώκουν και μας κακολογούν και μας προξενούν αμέτρητα δεινά· και αυτά δεν τα θεωρούμε θλίψεις και λύπες αλλά μάλλον ανέσεις και απολαύσεις, λόγω της αγάπης μας προς τον Κύριο, για τον οποίο ακόμη και αν ήταν να πεθάνουμε πολλές φορές, θα χαιρόμασταν και θα το δεχόμασταν με πολλή ευχαρίστηση.
Πώς λοιπόν τον μοναδικό Θεό μας, τον οποίο έτσι αγαπούμε και λατρεύουμε, θα θελήσουμε ταυτόχρονα να τον υβρίζουμε και να τον βλασφημούμε; Αυτό είναι εντελώς αδύνατο και απαράδεκτο. Επομένως, η αιτία του πειρασμού αυτού δεν προέρχεται από εμάς αλλά από την ενέργεια του δαίμονα. Γιατί αν προερχόταν από εμάς, τότε θα λέγαμε τα λόγια αυτά και με το στόμα· τώρα όμως προτιμούμε μάλλον να καούμε στη φωτιά, παρά να προφέρουμε τέτοιες βλασφημίες.
Επίσης πρέπει να σκεφτούμε και το εξής. Κάθε αμαρτία εξαρτάται από εμάς και φτάνουμε σε αυτήν θεληματικά, υπακούοντας στα πάθη μας. Καθώς δηλαδή δεχόμαστε τους κακούς λογισμούς με τη θέλησή μας, ανακινούμε τα πάθη, και στη συνέχεια τα πάθη μάς παρασύρουν σε πράξεις. Ωστόσο, αν θέλουμε να αντισταθούμε στους λογισμούς και να τους διώξουμε από εμάς, μπορούμε να το κάνουμε, με τη βοήθεια του Θεού, χρησιμοποιώντας εναντίον τους τη συνεχή προσευχή και τα άλλα φάρμακα κατά της κακίας.
Αυτόν όμως τον καταστροφέα, τον λογισμό δηλαδή της βλασφημίας, ακόμη και αν θέλουμε πάρα πολύ να τον αποβάλουμε και προσευχόμαστε στον Θεό εναντίον του και υποβαλλόμαστε σε κάθε λογής άσκηση και κακουχία, δεν μπορούμε να τον διώξουμε από εμάς, για τον λόγο βέβαια ότι είναι εντελώς ξένος προς εμάς και αθέλητος και οφείλεται αποκλειστικά στην ενέργεια του σατανά. Γι’ αυτό και είμαστε ακατηγόρητοι και ακατάκριτοι από τον Θεό.
Ο Θεός θα μας ζητήσει λόγο μόνο για τα θεληματικά πάθη και για τους λογισμούς που μπορούμε να εμποδίσουμε και δεν τους εμποδίζουμε, και όχι για όσους μας έρχονται χωρίς να θέλουμε. Γιατί ο δαίμονας, καθώς είναι πνεύμα, λέει αόρατος τα άθεα αυτά λόγια στα αυτιά της άυλης ψυχής μας, χωρίς εκείνη να θέλει· αυτό το κάνει κυρίως όταν στεκόμαστε στην προσευχή ή γονατίζουμε μπροστά στον Θεό και ζητούμε τη βοήθειά του εναντίον αυτών των λογισμών. Πολλές φορές μάλιστα ο σιχαμερός δαίμονας το κάνει αυτό στη διάρκεια της ακολουθίας ή κατά τη μετάληψη των φρικτών μυστηρίων, επειδή θέλει να μας απομακρύνει και να μας εμποδίσει από τη στροφή μας προς τον Θεό και από τη ζωοποιό μετάληψη.
Εμείς λοιπόν, τώρα που μάθαμε τον δόλο του πονηρού, ας μην υπολογίζουμε καθόλου αυτόν τον πειρασμό, αλλά μόλις αρχίζει ο δαίμονας να λέει τέτοια μέσα μας, να του λέμε: «Η κακία σου να ξαναγυρίσει επάνω στο κεφάλι σου, πονηρέ και ακάθαρτε δαίμονα, και η βλασφημία σου να πέσει επάνω στο μέτωπό σου. Γιατί εγώ προσκυνώ τον Κύριο, τον Θεό μου, και αυτόν μόνο θα λατρεύω όλες τις μέρες της ζωής μου. Εσύ όμως, γι’ αυτή τη βλασφημία σου, θα τιμωρηθείς ακόμη πιο αυστηρά, επειδή αποστάτησες από τον Θεό και επιπλέον τολμάς να τον βλασφημείς».
Με αυτόν τον τρόπο, και όχι με κάποιον άλλο, μπορεί κανείς να νικήσει τον δαίμονα της βλασφημίας.

(Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Γ’, Υπόθεση Λ’ (30), σελ. 227. Εκδόσεις “Το Περιβόλι της Παναγίας”, Θεσσαλονίκη 2006)

(Πηγή ηλ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

Ασκητές μέσα στον κόσμο: Αναστάσιος Μαλαμάς


theologia
Αυτοβιογραφία
MalamasA2
Ο απλός και ταπεινός Αναστάσιος Μαλαμάς γεννήθηκε στο χωριό Κοκκαλού, κοντά στην λίμνη Βόλβη, τον Δεκέμβριο του 1929. Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από το Σχολάρι της Θράκης. Ήταν θεοσεβούμενος άνθρωπος. Είχε αγοράσει από ένα μετόχι την εικόνα των αγίων Αναργύρων και την έφερε στην Εκκλησία του χωριού. Η μητέρα του ήταν κι αυτή Θρακιώτισσα από το Νηχώρι, κοντά στην Ραιδεστό. Απέκτησαν 6 παιδιά και το 1932 πέθανε ο πατέρας του σε ηλικία 37 ετών από πνευμονία. Όπως αφηγείται ο ίδιος ο Αναστάσιος, «από μικρός πέρασα μαρτύρια. Ήμαν έως 2 χρόνων, αβράκωτος, με φουστανάκι τότες μας είχαν, και πήγα κι έπεσα πάνω στην πυροστιά. Τότες νε φάρμακα… νε τίποτα… Με πρακτικά να με γιατρέψουν! Επειδή ήμασταν 5 ορφανά, εμένα το τελευταίο μ’ έδωκαν για υιοθεσία σ’ ενα διπλανό χωριό. Ήμουν δίδυμος μ’ εναν αδελφό μου που γεννήθηκε πολύ ζωηρός, μπαμπάτσικο μωρό λέγανε, ενώ εγώ ήμουν σαν ψοφίμι, «ζαλίμι» με λέγαν! Εκείνο το βύζαιναν, εμένα μ’ είχαν παραπετάξει, μα ο πατέρας με λυπόταν κι έλεγε, δώσε και σ’ αυτό να βυζάξη, να πάρη λίγο μαγιά, και μου ’δινε λίγο λαδάκι με ζάχαρη. Περιφρονημένος ήμουν από μικρός. Και πεθαίνει εκείνο το κατάγερο και μνήσκω εγώ! Μ’ έδωκε η μάννα μου ένα κομμάτι πίττα, είχε το ταψί μπροστά εκείνη την ώρα, και έγινε η υιοθεσία! Δυόμισι χρονών να ’μουνα τότε που με δώκαν ορφανό σε ξένα χέρια…
»Με πήρε σα κουτάβι με κλειστά μάτια ο πατριός να με πάγη στο άλλο χωριό. Με πήγε κατευθείαν στο καφενείο. Εκεί μέσα 4-5 καρέκλες κι εγώ ούτε να κλάψω, να παραπονεθώ, κι έλεγε ο πατριός μου στον κόσμο εκεί μέσα πως με πήρε για παιδί του. Μετά με πήγε στο σπίτι του. Δεν είχαν αυτοί παιδιά. Μου δείχνει την γυναίκα του, και μου λέει «αυτήν θα λες μητέρα, εμένα θα με λες πατέρα. Ναί; Ναι!». Αυτή όμως η γυναίκα του ήταν σαν τσαγκάδα (προβατίνα που όταν γεννά δεν παίρνει κοντά τα αρνάκια της). Με χτύπαγε αλύπητα, για σκοτωμό. Από το ξύλο, μία μέρα βάφτηκαν τα σανίδια της παράγκας όλο αίμα. Ύστερα από λίγο έφτασε αυτός.
—Τί ‘ναι;
—Μ’ έδειρε η μάννα!
»Τότε κι αυτός άρχισε να δέρνη αυτήνα. Ώσπου με τα πολλά κάτι γειτόνοι ειδοποίησαν τη μάννα μου: «Θα σκοτώσει αυτή το παιδί, τρέχα! Κι ήρθε και μ’ αρπάζει αβράκωτον, κρυφά, απ’ την αυλή. Την άλλη μέρα ήρθε αυτός για να με ξαναπάρη, μα οι δικοί μου μ’ έκρυψαν.
»Σχολείο πήγα τρεις τάξεις, και απ’ αυτές, μία τάξη δεν πήγα γιατί ήμουν πολύ άρρωστος και έβηχα. Ο δάσκαλός μας ήταν πολύ αυστηρός, μας έδερνε. Όταν ήθελε να τιμωρήση ένα μαθητή, τον έστελνε να κόψη βίτσες από τις λυγαριές που είναι μαλακές και δε σπάνουν, και μετά έλεγε: «Τα χέρια πάνω στο θρανίο!» και τσατ! τσατ! βαρούσε με τη βίτσα. Όμως μετά, όταν γέρασε, μας μάζευε κάτω απ’ το πλατάνι κι έλεγε ιστορίες. Μία μέρα μας είπε την ιστορία του Δαυίδ, που ήταν τσομπανάκος, και πώς έγινε βασιλιάς κι η στολή του είχε όλα τα χρώματα της γης. Πολλές ιστορίες μας έλεγε από την Βίβλο. Μας είπε κάποτε και για τον αδελφό του που έπαθε μελαγχολία και πως του είπανε να λέη το• «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με…».

Η θεία και η ανθρώπινη δικαιοσύνη (Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος)


theologia
Γίνεται πολύς λόγος σήμερα για τη δικαιοσύνη. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά ανάμεσα στην ανθρώπινη και θεία δικαιοσύνη.
Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος αναφέρει: «μην πεις τον Θεό δίκαιο» διότι κατά την ανθρώπινη δικαιοσύνη ο Θεός είναι άδικος, με την έννοια ότι οι άνθρωποι θεωρούν ότι ένας κακός άνθρωπος θα πρέπει να τιμωρηθεί ανάλογα με την παρανομία που έκανε.
Τα μέτρα όμως της δικαιοσύνης του Θεού είναι άλλα, μπορεί ένας άνθρωπος να πει απλώς ένα συγγνώμη και ο Θεός να τον συγχωρέσει, εάν έχει μετανοήσει πραγματικά.
Ο Χριστός λέει ότι είναι μακάριοι όσοι διώκονται λόγω της δικαιοσύνης, δηλαδή για την επικράτηση του θελήματος του Θεού. Η θεία δικαιοσύνη είναι η αγάπη του Θεού.
Κατ’ ακρίβεια, δικαιοσύνη είναι να κατοικήσει ο Χριστός μέσα στον άνθρωπο και πραγματική αδικία είναι όταν οι πράξεις μας και οι ενέργειές μας απομακρύνουν τον Χριστό, τη θεία χάρη από την ψυχή μας. Ο Χριστός είναι η δικαιοσύνη μας, κατά τον Απόστολο Παύλο.
Εξάλλου στο Ευαγγέλιο αναφέρει ότι ο Θεός βρέχει επί δικαίους και αδίκους και ανατέλλει τον ήλιο επί πονηρούς και αγαθούς. Ο Θεός αγαπά όλο τον κόσμο εξίσου, δεν έχει καμία προσωποληψία.
Ο ίδιος μάς υπέδειξε πώς να αντιμετωπίζουμε την αδικία λέγοντάς μας πως όταν έρθει κάποιος και σου πάρει τα πράγματά σου μην του πεις τίποτα, αν σ’ αγγαρεύσει να πας ένα μίλι, να πας δυο και αν σου δώσει ένα ράπισμα από τη μια πλευρά, τότε να γυρίσεις και την άλλη.
Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη θα πει κανείς. Δικαιοσύνη κατά τα ανθρώπινα μέτρα είναι αυτό που έλεγε ο Μωσαϊκός νόμος, οδόντα αντί οδόντος. Ο Θεός όμως δεν κρίνει με αυτά τα μέτρα.
Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι η αγάπη του Χριστού φαίνεται στο γεγονός ότι, ενώ εμείς είμαστε αμαρτωλοί και αρνητές του, παρά ταύτα «Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανεν».
Η δικαιοσύνη του Χριστού, λοιπόν, ποια είναι; Να πεθάνει Αυτός για αυτούς που δεν τον ήθελαν. Γι’ αυτό, όταν βλέπουμε στον κόσμο πολλές αδικίες, ας μην αναρωτιόμαστε πού είναι η δικαιοσύνη του Θεού, διότι ο Θεός λειτουργεί με άλλο τρόπο, με άλλα μέτρα.
Δικαιοσύνη είναι να μας δώσει ο Θεός αυτό το οποίο στερηθήκαμε, που δεν είναι άλλο από τη χάρη του, η δυνατότητα της θεώσεώς μας, γιατί ο Θεός μας έπλασε κατ’ εικόνα Του, είμαστε φτιαγμένοι να γίνουμε θεοί κατά χάρη, να ομοιωθούμε με τον Θεό και να κατοικήσει ο Θεός μέσα μας.
Δεν είναι εύκολος ο δρόμος του χριστιανού. Τα πάντα όμως στη ζωή, αν αντιμετωπιστούν πνευματικά, μπορούν να μεταβληθούν «εἰς ζωὴν αἰώνιον». Μέσα στην Εκκλησία η δυσκολία γίνεται ευκολία, τα πικρά γίνονται γλυκά, οι θλίψεις γίνονται χαρές, διότι όλα αυτά βαπτίζονται μέσα στη σχέση μας με τον Χριστό.
Η ψυχή μας είναι καμωμένη με τέτοιο τρόπο που θεραπεύεται μόνο μέσα από τα αντίθετα πράγματα. Η ηδονή κάθε είδους αμαρτίας θεραπεύεται μέσα από την οδύνη και τον κόπο της άσκησης.
Η Αγία Θεοδώρα Αλεξανδρείας αποτελεί ένα παράδειγμα ανθρώπου που υπέστη δοκιμασίες και τελείωσε τη ζωή της μέσα στην αδικία, τη συκοφαντία και τον πόνο και ο Θεός την δικαίωσε μετά την κοίμησή της.
Η Αγία αυτή, ενώ είχε στηθεί εναντίον της μια τεράστια συκοφαντία, υπέμεινε σιωπηλά όλη αυτή την αδικία χωρίς να προσπαθήσει να αποδείξει την αθωότητά της. Δεν θέλησε να συμπεριφερθεί ανθρώπινα.
Το τέλειο ήταν αυτή η σιωπή που τήρησε. Αγωνίστηκε όχι μόνο να μην μιλήσει, γιατί σίγουρα είναι ένας μεγάλος αγώνας να σε αδικούν και να μην μιλάς. Ένα άλλο πιο δύσκολο άθλημα ήταν ο αγώνας της να μην μισήσει και να μην εκδικηθεί αυτούς που τη συκοφάντησαν και αυτούς που πίστεψαν τις συκοφαντίες.
Το δε μείζον ήταν ο αγώνας της να αγαπά αυτούς που την κατηγόρησαν. Ο ίδιος ο Χριστός μας είπε μη μισείτε τους εχθρούς σας, αλλά αγαπάτε τους εχθρούς σας. Μέσα, λοιπόν, από έναν τέτοιο αγώνα, ο άνθρωπος μαθαίνει να ταπεινώνεται και να βλέπει τον άλλον άνθρωπο με αγάπη έστω κι αν τον έχει κακολογήσει.
Ακόμα ένα παράδειγμα αντιμετώπισης των συκοφαντιών με ταπείνωση και υπομονή αποτελεί ο Άγιος Νεκτάριος. Μην κοιτάτε τώρα που τον προσκυνούμε. Στην εποχή του είχε το όνομα του διεφθαρμένου, του ανήθικου. Τον έδιωξαν από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας με τη ρετσινιά της ανηθικότητας.
Ερχόμενος στην Ελλάδα, έβγαινε να κάνει κήρυγμα και τον γιουχάιζε ο κόσμος. Γεροντάκι πλέον, πήγε στην Αίγινα, έχτισε το μοναστήρι και πήγε εκεί ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και του είπε τα χίλια λόγια, ότι τάχα έκανε ανηθικότητες, ενώ μεγάλο εξευτελισμό υπέστη και από τον Εισαγγελέα.
Έφτασαν στο σημείο να βγάζουν το νερό από το πηγάδι για να βρουν δήθεν παιδιά που γεννούσαν οι μοναχές και τα έριχναν εκεί μέσα. Ο γέροντας τα υπέστη όλα αυτά χωρίς να μιλά μέχρι και την κοίμησή του.
Βέβαια, μόλις κοιμήθηκε, άρχισαν τα θαύματα και έγινε αυτός ο μεγάλος Άγιος της Εκκλησίας μας. Μια μοναχή αναρωτιόταν και έλεγε, μα τι έκανε αυτός και έγινε τόσο μεγάλος Άγιος, αφού ούτε μεγάλος ασκητής ή νηστευτής ήταν ούτε μάρτυρας.
Τότε εμφανίστηκε σε αυτήν ο Άγιος και της είπε «πράγματι έχεις δίκαιο, εγώ δεν έκανα μεγάλες ασκήσεις ούτε μάρτυρας υπήρξα, αλλά έκανα υπομονή στις συκοφαντίες, γι’ αυτό ο Θεός μου έδωσε αυτή τη χάρη».
Πράγματι, όταν ο άνθρωπος δείξει εμπιστοσύνη στον Θεό, έρχεται τότε μια ισορροπία στην ψυχή του και διέρχεται διαμέσου αυτών των καταστάσεων. Βέβαια, η ψυχή μας είναι φυσικό να θλίβεται όταν μας κατηγορούν άδικα, όμως το αντίβαρο είναι ο Χριστός.
Εάν ο άνθρωπος θυμάται στη ζωή του τα λόγια του Χριστού: «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι….» τότε απαλύνεται η δυσκολία, γλυκαίνει η πικρία και ο άνθρωπος βρίσκει τη δύναμη να ανταπεξέλθει.
Αντίθετα, εάν ο άνθρωπος που υφίσταται διωγμούς, ψευδολογίες και συκοφαντίες εναντίον του δεν στρέφει τις ελπίδες του στον Θεό, τότε μπορεί να φθάσει σε ακραία σημεία.
Πολλοί άνθρωποι όταν αδικούνται, αισθάνονται οργή και η ψυχή τους μπορεί να οδηγηθεί είτε στην απελπισία είτε σε ξέσπασμα προς τον άλλο. Το αντίδοτο και στα δύο αυτά, όσο δικαιολογημένα και ανθρώπινα και αν είναι, είναι ο Χριστός.
Όλα θα ξεκαθαρίσουν και θα τακτοποιηθούν στη Βασιλεία του Θεού, διότι ο Χριστός γνωρίζει την αλήθεια καθώς και τι υπάρχει στην ψυχή του κάθε ανθρώπου.
Μπροστά λοιπόν σε όλες αυτές τις δοκιμασίες, εκείνο που παρηγορεί τον άνθρωπο είναι η παρουσία και η αγάπη του Θεού είτε ψευδώς κατηγορείται κανείς είτε δικαίως πάσχει.
Αν το αντιμετωπίσει πνευματικά και με υπομονή, τότε θα δεχθεί μεγάλη ωφέλεια, η οποία θα έχει αιώνιες διαστάσεις.

(Απομαγνητοφωνημένη ομιλία. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Καθ’ Οδόν. Περιοδική Νεανική Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού”, τεύχος 53)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: askitikon.eu)

Κυριακή προ των Φώτων: Ερμηνεία Αποστολικού αναγνώσματος (Συμεών Κούτσας, Μητροπολίτης Ν. Σμύρνης)


theologia
(Β΄ προς Τιμόθεον 4, 5-8)
«Τέκνον Τιμόθεε, νήφε εν πάσι, κακοπάθησον, έργον ποίησον ευαγγελιστού, την διακονίαν σου πληροφόρησον. Εγώ γαρ ήδη σπένδομαι, και ο καιρός της εμής αναλύσεως εφέστηκε. Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα· λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, όν αποδώσει μοι ο Κύριος εν εκείνη τη ημέρα, ο δίκαιος κριτής, ου μόνον δε εμοί, αλλά και πάσι τοις ηγαπηκόσι την επιφάνειαν αυτού».
«Παιδί μου Τιμόθεε, πρόσεχε άγρυπνα σε όλα. Κακοπάθησε, κάνε έργο ευαγγελιστή, εκπλήρωσε τη διακονία που σου ανατέθηκε. Όσο για μένα, ήρθε η ώρα να χύσω το αίμα μου σπονδή στον Θεό, κι έφτασε ο καιρός ν’ αναχωρήσω από τον κόσμο. Αγωνίστηκα τον ωραίο αγώνα, διέτρεξα τον δρόμο ως το τέλος, φύλαξα την πίστη. Τώρα πια απομένει για μένα το στεφάνι της δικαιοσύνης, που ο Κύριος, ο δίκαιος κριτής, θα μου αποδώσει εκείνη την ημέρα. Και όχι μόνο σ’ εμένα, αλλά και σ’ όλους εκείνους που θα έχουν αγαπήσει την επιφάνειά του».
Μια από τις αρχαίες ονομασίες της εορτής των Φώτων είναι και το όνομα Επιφάνεια. Ο τίτλος αυτός αποδόθηκε στη βάπτιση του Κυρίου διότι, όπως παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «φτάνοντας στον Ιορδάνη έδειξε σε όλους τους ανθρώπους τη συγκατάβαση της ευσπλαχνίας του. Την ώρα εκείνη ήρθε και φωνή του Πατέρα από τον ουρανό…. Αλλά και το Πνεύμα ήρθε κι έμεινε επάνω του, και έτσι επεφάνη η ομοούσια Τριάδα». Και σε άλλη ομιλία του ο ίδιος Πατήρ επανέρχεται στο θέμα και λέει: «Τίνος ένεκεν ουχί η ημέρα καθ’ ήν ετέχθη, αλλ’ η ημέρα καθ’ ην εβαπτίσθη επιφάνεια λέγεται;… Επειδή ουχ ότε ετέχθη, τότε πάσιν εγένετο κατάδηλος, αλλ’ ότε εβαπτισάτο ». Δηλαδή: «Για ποιο λόγο ονομάζεται επιφάνεια όχι η ημέρα κατά την οποία γεννήθηκε, αλλά η ημέρα κατά την οποία βαπτίσθηκε;… Επειδή δεν έγινε σε όλους εντελώς φανερός όταν γεννήθηκε, αλλά όταν βαπτίσθηκε».
Η σημερινή Κυριακή ονομάζεται «πρό των Φώτων» επειδή προηγείται από τη μεγάλη Δεσποτική εορτή. Είναι φυσικό, λοιπόν, και τα αναγνώσματά της να έχουν κάποια σχέση με το θέμα της εορτής. Το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας έχει ληφθεί από την Β΄ προς Τιμόθεον επιστολή του Παύλου. Διαβάζοντας το μας δίνει την εντύπωση πως είναι άσχετο με το περιεχόμενο της εορτής. Ωστόσο, φτάνοντας στο τέλος του ιερού κειμένου, βλέπουμε να περιέχεται η λέξη «επιφάνεια». Η ύπαρξη ακριβώς αυτής της λέξης, που εκφράζει το νόημα της εορτής της βαπτίσεως και απετέλεσε ένα από τα αρχαία ονόματά της, φαίνεται πως συνετέλεσε, ώστε η εν λόγω περικοπή να επιλεγεί ως αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής των Φώτων.
Η Εκκλησία, όπως παρατηρεί ένας σύγχρονός μας σοφός επίσκοπος, εκλέγει και καθορίζει τις αποστολικές και ευαγγελικές περικοπές, που διαβάζονται στη θεία Λειτουργία, παρακινούμενη από διάφορες αιτίες. Άλλοτε είναι το ίδιο το εορταζόμενο πρόσωπο ή το γεγονός, για τα οποία γίνεται λόγος στα ιερά κείμενα. Άλλοτε ένα περιστατικό της Καινής Διαθήκης, που έχει κάποια σχέση και αναλογία με την εορτή της Εκκλησίας. Άλλοτε και μία μόνο λέξη, που βρίσκεται στο ιερό κείμενο και που θυμίζει την εορτή της Εκκλησίας, είτε αν αυτή πέρασε είτε αν έρχεται. Το τελευταίο αυτό συμβαίνει, όπως αναφέραμε, με το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα.
5. «Τέκνον Τιμόθεε, νήφε εν πάσι, κακοπάθησον, έργον ποίησον ευαγγελιστού, την διακονίαν σου πληροφόρησον».
Η Β΄ προς Τιμόθεον επιστολή του αποστόλου Παύλου είναι μια από τις τρείς λεγόμενες ποιμαντικές επιστολές του, στις οποίες, ανάμεσα στα άλλα, θίγονται και πολλά ζητήματα τα οποία αναφέρονται στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των ποιμένων της Εκκλησίας. Κατ’ εξοχήν ποιμαντικού χαρακτήρα είναι και το σημερινό μας ανάγνωσμα.
Ο Παύλος γράφει στον μαθητή του Τιμόθεο, επίσκοπο και συνεχιστή του έργου του στην Έφεσο, και του απευθύνει στον παρόντα στίχο τέσσερις ιδιαίτερης σημασίας παραγγελίες. Η πρώτη είναι η πνευματική εγρήγορση με την οποία όφειλε να είναι οπλισμένος ο Τιμόθεος κατά την ενάσκηση της ιερής αποστολής του. Ο ποιμένας είναι ανάγκη να «νήφει», να γρηγορεί και να προσέχει, ώστε οι διάφορες παγίδες και πειρασμοί του σατανά να μην τον εκτρέψουν από το ποιμαντικό του χρέος. Πρέπει να επαγρυπνεί συνεχώς για τους αδελφούς του, των οποίων τη σωτηρία εμπιστεύτηκε ο Θεός στην ποιμαντική του φροντίδα.
Η δεύτερη παραγγελία αναφέρεται στο πνεύμα κακοπάθειας που θα πρέπει να διακρίνει τον εργάτη της Εκκλησίας. Αν οποιαδήποτε ανθρώπινη προσπάθεια προϋποθέτει διάθεση αγωνιστική και καταβολή κόπων και θυσιών, πολύ μεγαλύτερο αγώνα και πολύ περισσοτέρους κόπους απαιτεί το έργο του Θεού, που αναλαμβάνουν να υπηρετήσουν οι ποιμένες της Εκκλησίας. Κάθε εργάτης, λοιπόν, του Ευαγγελίου, που αποβλέπει στην ορθή και πιστή εκπλήρωση του καθήκοντός του οφείλει να αναμένει και θλίψεις και ταλαιπωρίες, τις οποίες θα υπομένει με τη δύναμη του Χριστού και θα αντιμετωπίζει καρτερικά με την παράκληση που χαρίζει στις αγωνιζόμενες ψυχές το Άγιο Πνεύμα.
Ο Τιμόθεος προτρέπεται, τρίτον, να ασκήσει έργο ευαγγελιστή. Η φροντίδα για τη διάδοση του Ευαγγελίου θα πρέπει να αποτελεί το κύριο έργο των εκκλησιαστικών ποιμένων. Την ίδια παραγγελία με πολλή έμφαση έδωσε ο Απόστολος στον Τιμόθεο και λίγο ενωρίτερα, στην αρχή του παρόντος κεφαλαίου (στιχ. 1): «κήρυξον τον λόγον».
Σύμφωνα με την τέταρτη παραγγελία ο Τιμόθεος όφειλε «να πληροφορήσει τη διακονία του». Ήταν «διάκονος Ιησού Χριστού» (Α΄ Τιμ. 4, 6)· είχε λάβει «χάρισμα» «μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου» (Α΄ Τιμ. 4, 14). Έπρεπε, λοιπόν, να φέρει σε πέρας την εκκλησιαστική αυτή διακονία που του είχε ανατεθεί. Η έννοια του ρήματος «πληροφορώ» εδώ είναι εκπληρώνω και ολοκληρώνω. Όποια κι αν είναι τα εμπόδια, όσες κι αν είναι οι δυσκολίες, οι παγίδες του διαβόλου και οι αντιδράσεις των πονηρών ανθρώπων, οι ποιμένες της Εκκλησίας έχουν χρέος να ασκούν το έργο που τους ανέθεσε ο Θεός με ζήλο και επιμέλεια, έχοντας βαθιά συνείδηση πως το έργο τους δεν είναι εξουσία ή ηγεμονία αλλά «έργον διακονίας» (Εφ. 4, 12)· πως δεν είναι άρχοντες και εξουσιαστές αλλά διάκονοι και υπηρέτες.
6. «Εγώ γαρ ήδη σπένδομαι, και ο καιρός της εμής αναλύσεως εφέστηκε».
Από τον παρόντα στίχο ο Παύλος στρέφει τον λόγο στον εαυτό του. Η αναφορά αυτή δεν είναι άσχετη με τα όσα έχει ήδη γράψει. Αντίθετα, με ένα ακόμη επιχείρημα που αντλεί από την προσωπική του ζωή θέλει να αιτιολογήσει τις προτροπές που απηύθυνε στον προηγούμενο στίχο.
Ο Απόστολος γράφει προς τον Τιμόθεο περί τα τέλη της ζωής του. Με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος έχει τη δυνατότητα να προβλέπει το μαρτυρικό θάνατό του που ήταν χρονικά πολύ κοντά. Ακριβώς το μυστήριο του θανάτου του και τη σημασία του εκφράζοντας, μετέρχεται δύο εικόνες που του είναι ιδιαίτερα προσφιλείς και που έχει ήδη χρησιμοποιήσει στην προς Φιλιππησίους επιστολή του (2, 17· 1, 23). Η πρώτη είναι εκείνη της σπονδής που προσφερόταν κατά την ώρα των θυσιών. Όπως ακριβώς έχυναν επάνω στις θυσίες σπονδές οίνου, νερού ή λαδιού (Εξ. 29, 40· Αριθμ. 15, 1-10· 28, 7), έτσι και το αίμα του Αποστόλου έμελλε να χυθεί σπονδή στον Ιησού Χριστό κατά την ώρα της μαρτυρικής του θυσίας. Ο Παύλος προτιμά το σπένδομαι από το θύομαι, επειδή το πρώτο δηλώνει κάτι μεγαλύτερο και ιερώτερο. «Της μεν γαρ θυσίας», παρατηρεί ο Οικουμένιος, «μέρος τι μόνον τω Θεώ εις θυμίαμα αφιερούτο, η δε σπονδή άπασα αυτώ αφιέρωτο». Δηλαδή: «Στη θυσία (κατά τον παλαιό νόμο) ένα μέρος μόνο αφιερωνόταν σαν θυμίαμα στο Θεό (επειδή μέρος από αυτήν έπαιρνε και ο ιερεύς που την προσέφερε)· αντίθετα η σπονδή ήταν αφιερωμένη στον Θεό ολόκληρη».
Η δεύτερη εικόνα είναι εκείνη της αναχώρησης, εμπνευσμένη ίσως από το καράβι που λύνει τα παλαμάρια του και ξεκινά για το ταξίδι του ή ακόμη από τους στρατιώτες που μαζεύουν τις σκηνές και διαλύουν το στρατόπεδό τους.
Η αναφορά αυτή του Παύλου, όπως είπαμε, στη έξοδό του από τον παρόντα κόσμο, θέλει να υπογραμμίσει τη σημασία των παραγγελιών που απηύθυνε προς τον Τιμόθεο στον προηγούμενο στίχο. Όταν μερικοί – και μάλιστα κορυφαίοι – εργάτες του εκκλησιαστικού αμπελώνα φεύγουν, όσοι απομένουν οφείλουν να εντείνουν ακόμη περισσότερο τις προσπάθειες τους, προκειμένου να αχθεί σε πέρας, στην ολοκλήρωση, το έργο του Θεού. Όσο λιγότερα χέρια υπάρχουν για το έργο, τόσο πιο δραστήρια θα πρέπει να κινούνται, ώστε να το προφτάσουν.
Ας σημειώσουμε ακόμη τον τόνο με τον οποίο ο Απόστολος ομιλεί για το επικείμενο μαρτυρικό τέλος του. Είναι τόνος χαρούμενος, γεμάτος ελπίδα και προσδοκία. Όλος ο βίος των Αγίων είναι μνεία θανάτου και πορεία προς τη ζωή, μέχρι την ώρα που θα πραγματοποιήσουν το μεγάλο πέρασμα από τον παρόντα κόσμο της ματαιότητας και της φθοράς στον κόσμο της ανάπαυσης, της χαράς και της δόξας. Ο μεγάλος πραγματικά πόθος που φλόγιζε την αποστολική καρδιά του Παύλου -έρωτας σφοδρός κι αληθινός- ήταν το «αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (Φιλ. 1, 23).
7. «Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα».
Πληροφορώντας ο απόστολος Παύλος τον πιστό μαθητή του για το επικείμενο μαρτυρικό τέλος του, προχωρεί και σ’ έναν επιγραμματικό απολογισμό του αποστολικού του έργου. Το τι ώθησε τον Παύλο σ’ αυτό είναι εύκολο να εννοήσουμε: πρόθεση του Αποστόλου δεν είναι να καυχηθεί και να περιαυτολογήσει, αλλά να παρηγορήσει τον μαθητή του για να μη λυπείται από τη στέρηση του διδασκάλου του και ακόμη για να μην πτοείται από τα εμπόδια, τις δυσκολίες και τους πειρασμούς που κι εκείνος έμελλε να δοκιμάσει κατά την ενάσκησή της ιερής αποστολής του.
Τόσο στα ιερά Ευαγγέλια όσο και στις επιστολές του Παύλου συχνά συναντούμε τις έννοιες του «αγώνα» και του «δρόμου». Παρμένες από την αθλητική ζωή, καλούνται να εκφράσουν εικονικά και το μυστήριο της εν Χριστώ ζωής, έναν άλλο αγώνα πνευματικής τάξεως που διεξάγουν οι χριστιανοί στο όνομα του Χριστού κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής τους.
Ο «καλός αγών» (βλ. και Α΄ Τιμ. 6, 18) εδώ του Παύλου δεν είναι απλώς η χριστιανική ζωή που αφορά γενικά όλους τους χριστιανούς. Είναι κυρίως το έργο της διαδόσεως του Ευαγγελίου, το οποίο είχε κληθεί να διακονήσει ο απόστολος Παύλος. Η ζωή του λειτουργού της Εκκλησίας και του εργάτη του Ευαγγελίου -αλλά γενικά και του κάθε χριστιανού- είναι ζωή αγώνα, κόπου και θυσιών. Το Ευαγγέλιο δεν κηρύσσεται παρά «εν πολλώ αγώνι» (Α΄ Θεσσ. 2, 2), και στη βασιλεία του Θεού δεν εισέρχεται κανείς παρά με αγώνα και κόπο. Η εντολή του Κυρίου είναι: «Αγωνίζεσθε εισελθείν διά της στενής πύλης…» (Λουκ. 13, 24).
Ανάλογη είναι και η δεύτερη έννοια του «δρόμου», την οποία και αλλού χρησιμοποιεί ο Απόστολος (βλ. Πραξ. 20, 24· Α΄ Κορ. 9, 24· Φιλ. 3, 14). Τελείωση του δρόμου μπορούμε να εννοήσουμε την ολοκλήρωση της αποστολής που του εμπιστεύτηκε ο Θεός, δηλαδή τον ευαγγελισμό των εθνών. Επίσης -αυτό φαίνεται πιο πιθανό- την πορεία της χριστιανικής τελειώσεως, που συνίσταται στην ενσάρκωση των θεοποιών αρετών και τη μετοχή στη ζωή του Χριστού· «τον εις Θεόν τους τρέχοντας φέροντα, τον της αρετής», όπως παρατηρεί ο Ζιγαβηνός.
Ένα τρίτο που ομολογεί ο Απόστολος, είναι ότι τήρησε και την πίστητην πίστιν τετήρηκα»), δηλαδή την φύλαξε. Μέσα στις τρικυμίες και τις θύελλες της αποστολικής του ζωής ο Παύλος έμεινε ακλόνητος, «τη πίστει τεθεμελιωμένος και εδραίος και μη μετακινούμενος από της ελπίδος του ευαγγελίου» (Κολ. 1, 23). Η έννοια της τήρησης της πίστεως εμπεριέχει ασφαλώς και το στοιχείο της υπεράσπισής της από οποιονδήποτε εχθρό της. Η ευαισθησία του αποστόλου Παύλου προς τη κατεύθυνση αυτή ήταν πολύ μεγάλη. Την εκφράζει με πολλή έμφαση στην ακροτελεύτια έκκληση που απευθύνει πάλι τον Τιμόθεο στην πρώτη επιστολή του (6, 20-21).
8. «Λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, όν αποδώσει μοι ο Κύριος εν εκείνη τη ημέρα, ο δίκαιος κριτής, ου μόνον δε εμοί, αλλά και πάσι τοις ηγαπηκόσι την επιφάνειαν αυτού».
Τον ίδιο σκοπό, δηλαδή την παρηγορία και ενίσχυση του Τιμοθέου, υπηρετούν και τα όσα γράφει στον παρόντα στίχο ο απόστολος Παύλος.
Ο Κύριος, όντας κριτής δίκαιος, θα ανταμείψει με το αμαράντινο στεφάνι της δικαιοσύνης κατά την ένδοξη εκείνη ημέρα της κρίσεως τους αγώνες και τους κόπους του μεγάλου Αποστόλου του. Ως «δικαιοσύνη» εδώ θα πρέπει να εννοήσουμε, όπως ερμηνεύει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, γενικά την αρετή. Τα ρήματα «απόκειται» και «αποδώσει», που το πρώτο σημαίνει έχει ετοιμαστεί, φυλάσσεται, και το δεύτερο εμπερικλείει την έννοια της αποδόσεως του στεφανιού ως χρέους και οφειλής, διατρανώνουν την ακλόνητη βεβαιότητα του Παύλου στη δικαιοκρισία του Θεού και αποκαλύπτουν τη δύναμη της ελπίδας του «της αποκειμένης εν τοις ουρανοίς» (Κολ. 1, 5).
Το στεφάνι της δικαιοσύνης και τη βασιλεία των ουρανών, παρατηρεί ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ονομάζει ο Θεός, από συγκατάβαση στην ασθένειά μας, μισθό και αμοιβή των κόπων μας (βλ. Ματθ. 20, 8), για να μας παρακινήσει περισσότερο στο να εργαζόμαστε τις εντολές του. Εμείς όμως, από την πλευρά μας, θα πρέπει να τα θεωρούμε χάρη και δωρεά και όχι μισθό και οφειλή. «Ουκ έστι μισθός έργων», γράφει και ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής, «η βασιλεία των ουρανώ, αλλά χάρις Δεσπότου, πίστοις δούλοις ητοιμασμένη».
Η αγάπη του Απόστολου για όλους τους αγωνιζομένους πιστούς και η επιθυμία του να στηρίξει τον αγαπημένο μαθητή του τον παρακινούν να βεβαιώσει στη συνέχεια ότι ο «στέφανος της δικαιοσύνης» θα δοθεί όχι μόνο στον ίδιο, αλλά και σ’ όλους εκείνους που θα έχουν αγαπήσει τη δευτέρα και ένδοξη παρουσία του Χριστού. «Αγαπά την επιφάνεια του Δεσπότου», παρατηρεί ένας αρχαίος ερμηνευτής, «εκείνος ο οποίος ακολουθεί τους νόμους του και πολιτεύεται σύμφωνα με αυτούς». Είναι γνώρισμα των αγίων και εναρέτων ψυχών να ποθούν την επιφάνεια του Κυρίου. Να ζουν με τη γλυκιά ελπίδα να εισέλθουν στη βασιλεία του και ν’ ατενίσουν το φως του προσώπου του. «Επιφάνεια» είναι η δευτέρα παρουσία του Χριστού, που ονομάζεται έτσι «διά το επάνω φαίνεσθαι και άνωθεν ανατέλλειν», όπως εξηγεί ο Χρυσόστομος. Δηλαδή, επειδή μέλλει να φανεί επάνω και να έλθει από τους ουρανούς.
Ατελείωτες γενιές χριστιανών έζησαν με την ελπίδα και τον πόθο της επιφάνειας του Κυρίου. Πίστη ακλόνητη στην καρδιά τους, «ο Κύριος εγγύς» (Φιλ. 4, 5). Ικεσία φλογερή στα χείλη τους, «ναι, έρχου Κύριε Ιησού» (Αποκ. 22, 20). Έζησαν εδώ στον κόσμο «ως πάροικοι και παρεπίδημοι» (Α΄ Πέτρ. 2, 11), επιποθώντας μια ώρα ενωρίτερα να ευρεθούν στην αληθινή και ουράνια πατρίδα τους, στους πατρικούς κόλπους του Θεού και Πατέρα τους. Προσηλωμένοι αταλάντευτα στην επαγγελία της αιώνιας ζωής που έδωσε ο ίδιος ο Κύριος (Α΄ Ιω. 2, 25), πορεύτηκαν την ατραπό της παρούσας ζωής υπακούοντας στον αιώνιο Ευαγγέλιο (Ρωμ. 10,16· Β΄ Θεσσ. 1, 18) και λευκαίνοντας τις στολές τους «εν τω αίματι του αρνίου» (Αποκ. 7, 14).
Στην εποχή μας, πολλοί από εμάς τους σημερινούς χριστιανούς, αιχμαλωτισμένοι από τα σχήματα και το πνεύμα του κόσμου, κινδυνεύουμε να χάσουμε από τα μάτια μας το όραμα της βασιλείας του Θεού. «Αφορώντες» πολύ λίγο ή και καθόλου «εις τον της πίστεως αρχηγόν», χάνουμε την ελπίδα και την υπομονή, εφόδια απαραίτητα στη διεξαγωγή του χριστιανικού αγώνα (Εβρ. 12, 1-2). Έτσι, αντί να προσβλέπουμε στο στεφάνι της δικαιοσύνης και να περιμένουμε με λαχτάρα την «επιφάνεια» του Κυρίου, αναζητούμε αποκατάσταση και ευτυχία στα σχήματα του κόσμου, που κατά κανόνα διαμορφώνονται και λειτουργούν αυτονομημένα από το θέλημα του Θεού και υποταγμένα στη φθορά και την αμαρτία. Κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε τη εμπειρία των πρώτων αδελφών μας, όπως μας την περιγράφει η θαυμάσια προς Διόγνητον επιστολή: Οι χριστιανοί «πατρίδας οικούσιν ιδίας αλλ’ ως πάροικοι… Εν κόσμω οικούσιν, ουκ εισι δε εκ του κόσμου… Παροικούσιν εν φθαρτοίς, την εν ουρανοίς αφθαρσίαν προσδεχόμενοι».
Υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα ενός εσχατολογικού επαναπροσανατολισμού, αυτό δεν σημαίνει ότι μας είναι επιτρεπτό ως χριστιανοί να υποτιμούμε την παρούσα ζωή. Είναι ιδιαίτερα διδακτική στο σημείο αυτό η σκέψη του αποστόλου Παύλου, όπως μας παρουσιάζεται στο σημερινό ανάγνωσμα.
Ο Παύλος δεν μας οδηγεί ούτε σε υποτίμηση των παρόντων, χάριν κάποιου άλλου μελλοντικού κόσμου, ούτε σε μια αυτονομημένη και αυτοκαταξιούμενη θεώρηση της ιστορίας. Παρά τη φαινομενική αντίθεσή τους, ιστορία και έσχατα, παρούσα και μέλλουσα ζωή, συνδέονται στενά με την ταυτόχρονη προβολή του αγώνα που ο ίδιος διεξήγαγε και της επιφάνειας του Κυρίου προς την οποία με ακλόνητη ελπίδα προσβλέπει. Βέβαια το κέντρο βάρους πέφτει στο δεύτερο, την εσχατολογική επιφάνεια του Χριστού. Όμως αυτή δεν έρχεται χωρίς την προϋπόθεση του πρώτου, δηλαδή τη διεξαγωγή του «καλού αγώνα».
Αν και φθαρτή και πρόσκαιρη η παρούσα ζωή, εν τούτοις συνιστά τη μόνη δυνατότητα για τελική και πλήρη καταξίωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Από τον αγώνα που διεξάγουμε εδώ στο όνομα του Χριστού θα εξαρτηθεί η αιώνια σχέση μας με τον Κύριο της δόξης. Αυτό σημαίνει πως κάθε στιγμή της πρόσκαιρης αυτής ζωής αποκτά τεράστια σημασία, όχι βέβαια σαν αυτονομημένη βίωση του παρόντος, αλλά ως «καιρός» -ως δυνατότητα δηλαδή και ευκαιρία (βλ. Γαλ. 6, 10· Εφ. 5, 16· Κολ. 4, 5)- που μας προσφέρεται για αγώνα.
Είναι φανερό, κατά συνέπεια, ότι ο Παύλος στέκεται καταφατικά απέναντι στη ζωή και τις πραγματικότητες του παρόντος κόσμου υπό την έννοια ότι συνιστούν το μοναδικό μέσο με το οποίο διαμορφώνουμε τις προϋποθέσεις για την αιωνιότητα της επιφανείας του Κυρίου.
Συμπεραίνοντας, λοιπόν, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο απόστολος Παύλος έρχεται σήμερα να μας υποδείξει το βαθύτερο νόημα της ζωής, τον αμετακίνητο άξονα γύρω από τον οποίο στρέφεται ο «καλός αγώνας» μας. Είναι η χριστιανική μας ελπίδα, ο πόθος της βασιλείας του Χριστού, η φλογερή επιθυμία να απολαύσουμε το άρρητο κάλλος του προσώπου Του.


(Οι απόστολοι των Κυριακών, Τομ. Β΄, Αθήνα 2002, σελ. 369-380)

(Πηγή: apostoliki-diakonia.gr)

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

Συμεών Π. Κούτσας Ο Πνευματικός Πατήρ Η πνευματική πατρότης υπό το φως της ορθοδόξου παραδόσεωςΚαι ένα τελευταίο: ή αλλαγή, πνευματικού πατέρα




΄Εκδ. Ι. Μητροπόλεως Καλαβρύτων & Αιγιαλείας, Αίγιον 1995



Β

Η ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ
ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ


6. Και ένα τελευταίο: ή αλλαγή, πνευματικού πατέρα

΄Οπως αναφέραμε ήδη, η επιλογή πνευματικού πατέρα εναπόκειται στην ελεύθερη κρίση και προτίμησή μας. Ωστόσο οι θεοφόροι Πατέρες μας επισημαίνουν ότι η αλλαγή πατέρων εγκυμονεί κινδύνους για την πνευματική μας προκοπή και για την ίδια τη σωτηρία μας ακόμη. Γράφει ο άγιος Συμεών: «Μη γυρνάς εδώ κι εκεί αναζητώντας ονομαστούς μοναχούς, και μην περιεργάζεσαι τη ζωή τους. Εάν με τη χάρη του Θεού γνώρισες έναν πνευματικό πατέρα, λέγε τα θέματά σου σ' αυτόν και μόνο» (Ηθ.7, SC 129, 184).

Είναι, λοιπόν, απαράδεκτο και επικίνδυνο πνευματικά να γυρνάμε απ' εδώ κι απ' εκεί, αλλάζοντας κάθε τρεις και μία πνευματικό πατέρα χωρίς λόγο. «Μη ζητώμεν προγνώστας, μηδέ προβλέπτας. αλλά προ πάντων ταπεινόφρονας πάντως, και ταις εν ημίν νόσοις αρμοδίους» (Κλίμαξ 4, PG 88, 725D). Η σύσταση αυτή του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος απαντά ακριβώς στη νοοτροπία πολλών σημερινών χριστιανών και στις επιπόλαιες αναζητήσεις τους, οι οποίες τους εξωθούν σε συχνές αλλαγές πνευματικού πατέρα (Πρβλ. Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κατήχ. 20, SC 104, 334).

Επικαλούμαι και πάλι τη μαρτυρία του επισκόπου Καλλίστου: «Πολλοί άνθρωποι νομίζουν πως δεν μπορούν να βρουν κάποιον πνευματικό πατέρα, επειδή τον φαντάζονται ως ένα ιδιαίτερο τύπο ανθρώπου: θέλουν έναν άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, κι έτσι κλείνουν τα μάτια τους σ' αυτούς που ο Θεός στην πραγματικότητα τους στέλνει. Συχνά τα υποτιθέμενα προβλήματά τους δεν είναι τόσο περίπλοκα, και γνωρίζουν ήδη μέσα στην καρδιά ποια είναι η απάντηση. Δεν τους αρέσει όμως η απάντηση, επειδή απαιτεί συνεχή και επίμονη προσπάθεια εκ μέρους τους: κι έτσι αναζητούν έναν από μηχανής Θεό, ο οποίος με έναν και μόνο θαυματουργικό του λόγο θα κάνει ξαφνικά τα πάντα εύκολα. Αυτοί οι άνθρωποι θα πρέπει να βοηθηθούν να κατανοήσουν τον αληθινό χαρακτήρα της πνευματικής πατρότητας» (Η εντός ήμών Βασιλεία, σ. 145).


Σεβασμιώτατε, αγαπητοί μου αδελφοί,

Η ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση δεν είναι κάτι που ανάγεται στο παρελθόν και μόνο. είναι ταυτόχρονα και παρόν και μέλλον. Είναι η διαιώνια πίστη και η αδιάκοπη εν χάριτι εμπειρία της Εκκλησίας.

Αυτό ισχύει και για την πνευματική πατρότητα, έναν εκκλησιαστικό θεσμό που προσπαθήσαμε να φωτίσουμε απόψε -έστω και πολύ αχνά- με το φως της ορθοδόξου παραδόσεώς μας. Και το συμπέρασμα που βγαίνει από τη σύντομη αυτή περιδιάβαση στον λειμώνα της εκκλησιαστικής παραδόσεως είναι:

Αποτελεί χρέος μας να έχουμε πνευματικό πατέρα μόνιμο και σταθερό. Ταυτόχρονα αποτελεί δικαίωμά μας να επιλέξουμε αυτόν που θα κρίνουμε σαν πιο κατάλληλο. ΄Οχι τον πιο βολικό, αλλά τον εμπειρότερο, άνθρωπο αληθινά του Θεού, κοντά στον οποίο θα αναπαυόμαστε πνευματικά και θα αισθανόμαστε ασφάλεια. Ο άγιος Συμεών παρατηρεί κάτι που ισχύει και σήμερα: Αυτοί που ξέρουν «καλώς ποιμαίνειν και ιατρεύειν ψυχάς λογικάς» είναι σπάνιοι σε κάθε εποχή (Κατήχ. 20, SC 104, 346).

Γι' αυτό οφείλουμε να επιδείξουμε προσοχή κατά την επιλογή. Και να προσευχόμαστε θερμά να μας αξιώσει ο Θεός αυτού του μεγάλου δώρου. «Ευχαίς και δάκρυσι», γράφει ο ίδιος διδάσκαλος, «τον Θεόν καθικέτευσον πέμψαι σοι οδηγόν απαθή και άγιον» (Κεφ. 1, 49, SC 51, 53). οδηγό στην πορεία μας για την ουράνια Βασιλεία.

Συμεών Π. Κούτσας Ο Πνευματικός Πατήρ Η πνευματική πατρότης υπό το φως της ορθοδόξου παραδόσεως Η καύχηση για τον πνευματικό μας πατέρα



΄Εκδ. Ι. Μητροπόλεως Καλαβρύτων & Αιγιαλείας, Αίγιον 1995



Β

Η ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ
ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ


5. Η καύχηση για τον πνευματικό μας πατέρα

Συχνό και το φαινόμενο τούτο. Πολλοί επαίρονται για τον γέροντά τους. Και ευκαίρως-ακαίρως αναφέρονται σ' αυτόν όμως κατά τρόπο, ο οποίος εκφράζει τη δική τους πνευματική γυμνότητα και τον επικίνδυνο γλυκερό συναισθηματισμό τους. Το φαινόμενο δεν είναι υγιές. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος μας εφιστά την προσοχή: «Μη επαρθής διά τον σον διδάσκαλον παρά μειζόνων τιμώμενος, μηδέ διά το εκείνου όνομα πολλούς έχων υπακούοντάς σου, χαίρε δε μάλλον εάν το όνομα σου γραφή εν τω ουρανώ της ταπεινώσεως» (Κατήχ. 20, SC 104, 338).

Και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ομιλεί με μεγαλύτερη αυστηρότητα:

«Είδον αδόκιμον μαθητήν επί τοις του διδασκάλου κατορθώμασιν επί τινων ανθρώπων καυχώμενον. και μέντοι δοκών δόξαν εαυτώ εκ του αλλοτρίου σίτου περιποιήσασθαι, ατιμίαν μάλλον εαυτώ προεξένησε, πάντων προς αυτόν ειρηκότων. και πως δένδρον καλόν κλάδον άκαρπον ήνεγκεν;» (Κλίμαξ 4, PG 88, 713Α).

Προσοχή χρειάζεται και σε ένα άλλο παρεμφερές φαινόμενο. Πρόκειται για την παρρησία που μπορεί να έχει ο πνευματικός μας πατέρας ενώπιον του Θεοϋ. Οι Πατέρες μας, λοιπόν, μας συνιστούν ότι δεν θα πρέπει να επαναπαυόμαστε σ' αυτήν. Ούτε να περιοριζόμαστε στο να ζητούμε να προσεύχονται για μας. Οφείλουμε ν' αγωνιζόμαστε κι εμείς με ζήλο χάριν της σωτηρίας μας.

Κάποτε, αναφέρει το Γεροντικό, ένας αδελφός επισκέφθηκε τον Μέγα Αντώνιο και τον παρακάλεσε: «Εύξαι υπέρ εμού». Και ο γέροντας του απάντησε: « Ουδέ εγώ σε ελεώ, ουδέ ο Θεός, εάν μη συ αυτός σπουδάσης, και αιτήση τον Θεόν» (Γεροντικόν, ήτοι Αποφθέγματα αγίων γερόντων, έκδ. Π.Β. Πάσχου, Αθήναι 1961, σ. 2β). Δηλαδή: Ούτε εγώ, ούτε ο Θεός θα σε ελεήσει, αν συ ο ίδιος δεν προσπαθήσεις και δεν παρακαλέσεις τον Θεό.

Συμεών Π. Κούτσας Ο Πνευματικός Πατήρ Η πνευματική πατρότης υπό το φως της ορθοδόξου παραδόσεως. 0 κίνδυνος του υπέρμετρου συναισθηματισμού



΄Εκδ. Ι. Μητροπόλεως Καλαβρύτων & Αιγιαλείας, Αίγιον 1995



Β

Η ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ
ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ


4. 0 κίνδυνος του υπέρμετρου συναισθηματισμού

Ο δεσμός που συνδέει τον πνευματικό πατέρα με τα πνευματικά του παιδιά ομοιάζει προς την σχέση που υφίσταται μέσα σε μία φυσική οικογένεια. Καθώς, λοιπόν, πατέρας και παιδιά σε μια κανονική οικογένεια πρέπει να συνδέονται με αμοιβαία αγάπη, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και στη «χαρισματική οικογένεια» ενός πνευματικού πατέρα, ενός γέροντα. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο δεσμός αυτός είναι μία κατ εξoχήν αγιοπνευματική σχέση, που χρειάζεται να εξαγνιστεί από συναισθηματικές εξάρσεις και να διαφυλαχθεί από ο,τιδήποτε το οποίο είναι ενδεχόμενο να υποκρύπτει εμπάθεια ή έναν επικίνδυνο γλυκερό συναισθηματισμό.

Η αγάπη βεβαίως συχνά εκφράζεται και με εξωτερικά σημάδια. Και αυτό ασφαλώς ισχύει και για τους πνευματικούς δεσμούς. Παρά ταύτα χρειάζεται πολλή προσοχή και διάκριση. Οι εν Χριστώ δεσμοί θα πρέπει να διακρίνονται για τη σεμνότητα και τη δωρικότητά τους. Και για να διαφυλάξουν αυτά τα χαρακτηριστικά τους είναι αναγκαία η πνευματική αποστασιοποίηση.